ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΟΥΜΕΛΑ ΜΕ ΤΗ ΣΑΝΤΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΓΕΙΤΟΝΙΚΕΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΙΣ. ΜΕΡΟΣ 1ο

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2019


Ο ναός της μονής ήταν έργο του 14ου αιώνα, εκτός από το ιερό βήμα, που είχε εγκαινιασθεί το 1744. Το τετραώροφο κτίριο που χρησίμευε για κατοικία των μοναχών και πολλών προσκυνητών έχει ανεγερθεί στον περασμένο αιώνα.
Ονομάσθηκε Σουμελά κατά παραφθορά από το εις του Μελά — στου Μελά — Σουμελά.
Έχει ερημωθεί δυο φορές από ληστές που σκότωσαν τους μοναχούς, αλλά ύστερα από κάθε ερήμωση είχε επανδρωθεί και εγκαινιασθεί καλύτερα από πριν. Οι Κομνηνοί της Τραπεζούντας ποικιλοτρόπως την ευεργέτησαν ή επισκευάζοντας το παλαιό κτίριο, ή κάνοντας προσθήκη νέου, ως την Ανταλλαγή  σώζονταν τα χρυσόβουλα που βεβαίωναν την χορήγηση κτημάτων  ή άλλων δωρεών.
 Οι  Σουλτάνοι επικύρωσαν τα προνόμια και έκαναν αφιερώματα, ένας από αυτούς θέλησε να στεγάσει το ναό από ασήμι αλλά οι μοναχοί τον παρακάλεσαν να μην το κάνει, γιατί αυτό χωρίς αμφιβολία θα έδινε αφορμή στους ληστές να λαφυραγωγήσουν τη Μονή και να κακοποιήσουν και τους μοναχούς· ο Σουλτάνος αρκέστηκε να στεγάσει το ναό με μολύβι. Έτσι η Μονή Σουμελά έγινε το ονομαστότερο και πλουσιότερο μοναστήρι τού Πόντου, το δε προσκύνημα αυτής θεωρούσαν ως «ημψόν χατσιλούχ».
Η μονή αυτή χρησιμοποιήθηκε και σαν τόπος εξορίας των μητροπολιτών εκείνων που είχαν πέσει στη δυσμένεια του Πατριαρχείου, όπως π.χ. του μητροπολίτη της Τραπεζούντας Νήφωνος και του μητροπολίτη Κίτρους στον καιρό μας.
Jakob Philipp Fallmerayer
Ο Φαλμεράϋερ, ο Γερμανός ιστορικός όταν ανέβηκε στη Σουμελά γοητεύτηκε τόσο από τη γύρω φύση, ώστε έγραψε στην ιστορία του: «Μιας ώρας διατριβή εν τη ερημία και γαλήνη τού Κολχικού Μελά, αίρει την ψυχήν υψηλότερον και λαλεί εις την καρδίαν ευγλωττότερον, παρά εκατόν ευσεβείς και πληκτικαί κατηχήσεις και κηρύγματα εν τη Δύσει».
Ο Γεν. Διοικητής Σιρρή - πασάς όταν είχε επισκεφθεί τη Μονή έγραψε στον κώδικα: Τούτο το σεμνόν μοναστήριον αφιερωμένον εις την αγίαν Μαρίαν δύναμαι να είπω ότι είναι το όγδοον θαύμα του κόσμου. Την τέρψιν και την ευχαρίστησιν ήν ησθάνθημεν εκ της επισκέψεως ταύτης δεν θα την εύρωμεν αλλού ει μη εις τον παράδεισον, όν τα άγια βιβλία υπόσχονται εις τους καλούς ανθρώπους.
Η Σουμελά καθώς και τα άλλα γειτονικά μοναστήρια δεν εξαρτώνταν από τις γειτονικές μητροπόλεις, αλλά απ’ ευθείας από τη Μεγάλη Εκκλησία (Πατριαρχείο). Αφού  και τα γύρω χωριά δεν είχαν μητροπολίτη δικό τους, στα μοναστήρια αυτά, «ήτο διαπεπιστευμένη η πνευματική διακυβέρνησις των» (χειροτονία ιερέα, άδεια γάμου, διαζύγιο, κληρονομιά, σχολεία...) και ονομάζονταν εξαρχίες.
Τον καιρό του μητροπολίτη Χαλδίας Διονυσίου Σουμελιώτη βρήκαμε τη Σαντά εξαρτημένη από τη Σουμελά και έγινε από τα πιστότερα τέκνα της και διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο κατά τις αντιδράσεις των Μονών εναντίον της προσάρτησης των εξαρχιών στις γειτονικές μητροπόλεις (Τραπεζούντας και Χαλδίας πρώτα και Ροδόπολης τελευταία). Σε όλο όμως το μακρύ διάστημα της εξάρτησης της Σαντάς από τη Σουμελά, μόνο οι Σανταίοι φόρεσαν το ράσο του μοναχού και μόνασαν στη Σουμελά.
Το χειμώνα η Σουμελά δεν είχε επικοινωνία με τη Σαντά από την οποία τη χώριζαν ψηλά βουνά χιονισμένα, γι’ αυτό η μονή όριζε ένα παπά σαν αντιπρόσωπό της, τον οποίον οι Σανταίοι ονόμαζαν πρωτόπαπας. Τον έλεγχο των λογαριασμών και των τριών μοναστηριών η Μ.Ε. ανέθεσε στον μητροπολίτη Τραπεζούντας. Στα 1591 ο μητροπολίτης Τραπεζούντας Θεοφάνης διεκδικεί «ενώπιον της Ιεράς Συνόδου τα επί της μονής Σουμελά ενοικιακά αυτού δικαιώματα» που σημαίνει ότι ο μητροπολίτης αυτός (καθώς και πολλοί κατοπινοί του) με επιμονή ζήτησαν να πάρουν στη δικαιοδοσία τους προπάντων τη Σουμελά, που είχε μεγάλα έσοδα και τα οποία οι καλόγεροι αλώνιζαν.
 Το Μάη του 1801 το Πατριαρχείο ανέθεσε στον Παρθένιο της Τραπεζούντας σαν εντολοδόχο της Μ.Ε. να επιτροπεύει, επιστατεί και ελέγχει κάθε χρόνο τους λογαριασμούς και των τριών μονών. Οι μοναχοί (πατέρες) είχαν αντιληφθεί ότι απώτερος σκοπός του Παρθενίου ήταν να πάρει τη μονή στη δικαιοδοσία του. Έγραψαν στη Μ.Ε. και απεκάλυψαν το σκοπό του Παρθενίου, και τον Απρίλη του 1802 αυτή ανακάλεσε την εντολή της. Το Μάη του 1810 η Μ.Ε. ανέθεσε στους μητροπολίτες Τραπεζούντας και Χαλδίας να μεταβούν αυτοπροσώπως στη Σουμελά για να αποκαταστήσουν την τάξη και να εφαρμόσουν «τας περί διοικήσεως της μονής διατάξεις του σιγιλιώδους γράμματος Γρηγορίου του Ε' του 1798»

Οι μητροπολίτες αυτοί δεν μπόρεσαν να εξομαλύνουν τα πράγματα, γι’ αυτό τον Ιούνη του 1811 τους έγραψε να εγκαταστήσουν στη Μονή τον πρωτοσύγκελλο της μητρόπολης Τραπεζούντας Δομνηνό. Ο μητροπολίτης Τραπεζούντας κατά τις επισκέψεις του στα τρία μοναστήρια είχε διαπιστώσει ότι έγιναν παρανομίες και αντικανονικές χειροτονίες μοναχών σχεδόν αγράμματων και τις κατήγγειλε στη Μ.Ε., και αυτή έγραψε στις μονές και απαγόρευσε την επανάληψη. Την ενέργεια όμως αυτή οι μοναχοί την χαρακτήρισαν σαν συκοφαντική είχε  σκοπό την προσάρτησή τους στη μητρόπολη Τραπεζούντας και έγραψαν  από κοινού και διαφώτισαν τη Μ.Ε., αλλά αυτή δεν τους  άκουσε γιατί ο μητροπολίτης Τραπεζούντας είχε μεγάλη ισχύ στο Πατριαρχείο.
Η Μονή Σουμελά τον καιρό του ιερομόναχου Μυρίδη (από τη Λιβερά) πήρε απόφαση να ανακαινίσει το κτίριο και να το ανεγείρει μεγαλύτερο και πολυτελέστερο. Επειδή  οι Σανταίοι φημίζονταν σαν άριστοι κτίστες, γι’ αυτό η Μονή κάλεσε τον πρωτομάστορα Δημήτριο Τσαντεκίδη και του ανέθεσε την ανέγερση· αυτός στα 1860 άρχισε την ανέγερση. Το σπήλαιο ήταν στη μέση ενός πελώριου και απόκρημνου βράχου· ο πρωτομάστορας δεμένος με σχοινί χάραζε τα θεμέλια και οι μαστόροι, δεμένοι και αυτοί, έσκαψαν και άνοιξαν τα θεμέλια  και με τον ίδιο τρόπο έχτισαν ωσότου ισοπέδωσαν τη βάση, οπότε η δουλειά έγινε πιο εύκολη. Το κτίριο όμως  συμπληρώθηκε εύκολα, όχι μόνο γιατί ήταν τετραώροφο, αλλά και γιατί η Μονή δεν είχε όλα τα απαιτούμενα χρήματα, εξακολούθησε λοιπόν η ανέγερση αρκετά χρόνια, αλλά με τον ίδιο πρωτομάστορα. Από τότε τις διάφορες επισκευές ή νέες ανεγέρσεις και μέσα και έξω από το μοναστήρι, οι μοναχοί ανέθεταν στους Σανταίους.
 Έτσι οι σχέσεις Σαντάς και Σουμελάς έγιναν στενές, ώστε πολλοί Σανταίοι προτίμησαν να καταθέσουν τις οικονομίες τους στη Μονή και όχι στις Τράπεζες της Τραπεζούντας. Μερικοί φιλοπρόοδοι εξαρχιώτες που εργάζονταν στην Πόλη, πολλές φορές ενόχλησαν τη Μ.Ε. να καταργήσει το εξαρχιακό σύστημα και να συστήσει από τα χωριά των τριών εξαρχιών μητρόπολη. Τότε οι Τραπεζούντιοι και ο μητροπολίτης βέβαια, έσπευσαν να παραστήσουν στην Μ.Ε. ότι συμφερότερη θα ήταν η συγχώνευση με την επαρχία τους, με τον απώτερο σκοπό να βάλουν χέρι στα μοναστήρια και μάλιστα στη Σουμελά, που είχαν πολλούς πόρους.
 Στα 1862 είχαν κυρωθεί οι εθνικοί κανονισμοί του Πατριαρχείου και οι κάτοικοι των εξαρχιών κατέβαλαν αρκετές ενέργειες για να επιτύχουν το ποθούμενο και τέλος κατά το Μάη του 1863 επί πατριαρχίας Ιωακείμ του Β' εξεδόθη ο συνοδικός τόμος, σύμφωνα με τον οποίο τα χωριά των τριών Εξαρχιών απετέλεσαν ιδιαίτερη μητρόπολη υπό το όνομα Ροδοπόλεως. 

Η Ροδόπολη ήταν επισκοπή στα μεσόγεια της Γεωργίας επάνω στον ποταμό Ριόν και σήμερα ονομάζεται Βαρτσικέ· αλλά η Μ.Ε. έχει τη συνήθεια στις νέες επισκοπές και μητροπόλεις να δίνει το όνομα κάποιας καταργημένης επισκοπής ή μητρόπολης, έστω και αν αυτή απέχει εκατοντάδες χιλιόμετρα από τη νέα. Ως αρχιερέα της νέας μητρόπολης έστειλε το Γεννάδιο Μισαηλίδη από το Μισαηλάντων της Γαλλίανας.
 Με την ίδρυση της νέας μητρόπολης, τα μοναστήρια έχαναν πολλούς από τους πόρους τους: την ετήσια εισφορά κάθε εγγάμου (καπνικόν), από χειροτονίες, γάμους, διαζύγια, κληρονομιές. Μολονότι όμως τα μοναστήρια είχαν τόσα έσοδα από τα χωριά της εξαρχίας τους, δεν δαπανούσαν τίποτε γι' αυτά, ούτε και για την πνευματική τους ανάπτυξη που ήταν «διαπεπιστευμένη εις αυτά». Εκτός όμως του ότι έχαναν το μεγαλύτερο μέρος των πόρων τους, έχαναν και την παλαιά αίγλη τους γιατί τα επισκίαζε ο μητροπολίτης.
 Γι’ αυτό οι καλόγεροι υποκίνησαν τους χωρικούς των εξαρχιών τους να μη αναγνωρίσουν τον μητροπολίτη· και οι χωρικοί γιατί προπάντων ήσαν αμόρφωτοι, και γιατί μερικοί έχαναν κάτι μικροσυμφέροντα, δεν αναγνώρισαν τον Γεννάδιο και έστειλαν αναφορές στο Πατριαρχείο διαμαρτυρόμενοι.
 Να τι γράφει ο Επ. Κυριακίδης για την αιτία της συμπεριφοράς των  εξαρχιωτών: «Τα χωρία ταύτα είναι σχεδόν έρημα ανδρικών εργατικών χειρών, οι δε εν αυτοίς εναπομείναντες γεωργοί πτωχότατοι, μόλις συντηρούμενοι δι’ άρτου αραβοσίτου. Εν τη τοιαύτη των καταστάσει αι μοναί υπήρξαν πάντοτε δι’ αυτούς ευεργετικαί, διότι ου μόνον εφρόντιζον δια την συντήρησιν σχολείων εν τοις χωρίοις, αλλά και πολλοίς παρείχον πολλάκις άρτον και τροφήν (Σ.Σ. τουλάχιστο για τη Σαντά δεν δαπάνησε τίποτε η Σουμελά, ούτε για τα σχολεία, ούτε για τις εκκλησίες). Εξ εναντίας  ή διατροφή αρχιερέως ήτο υπέρ τας δυνάμεις αυτών, όσον δ’ ελάχιστα και αν υπετίθεντο τα όσα έμελλεν ούτος να εισπράττει, ήσαν πάντοτε δια τους πτωχότατους τούτους ανθρώπους, φόρος μη δυνάμενος να πληρωθεί. Εάν εις ταύτα προστεθεί η προς τας μονάς ευλάβεια, αφ’ ετέρου δε η εν τω έργω καταδειχθείσα ανικανότης του εκλεγέντος ποιμένος και η εν γένει αποτυχία εν τη πράξει της εκκλησιαστικής μεταρρυθμίσεως, δύναται τις να εννοήσει διατί τόσον μέγας υπήρξεν ο σάλος ο επί τέσσαρα έτη συνταράξας τους τέως ειρηνικωτάτους χωρικούς των εξαρχιών».
 Στον αγώνα αυτό, και το λέω με μεγάλη μου λύπη και ντροπή, πρωτοστάτησαν οι πατριώτες  μου Σανταίοι και αυτοί κυρίως έγιναν οι αίτιοι να καταργηθεί ή μητρόπολη.
 Το Πατριαρχείο αναγκάσθηκε να στείλει στα 1865 ως έξαρχο τον Χαλδίας  Γερβάσιο για να εξετάσει και υποβάλει έκθεση, αλλά αυτός βρέθηκε μπροστά σε ένα λαβύρινθο καταγγελιών. Μερικοί κατάγγειλαν το Γεννάδιο για παράνομα συνοικέσια και διαζύγια και άλλες πράξεις αντικανονικές. Ο Γεννάδιος κατηγόρησε ονομαστικά τους μοναχούς ότι αυτοί υποκινούν την κίνηση εναντίον του. Τα μοναστήρια παρακάλεσαν το Πατριαρχείο να τα απαλλάξει τουλάχιστο από την εποπτεία του μητροπολίτη. Το Πατριαρχείο στα 1865 όρισε ανώτερο επόπτη τους τον μητροπολίτη Τραπεζούντας Κωνστάντιο.

Τέλος πρώτου μέρους...



Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah