Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Οι Πόλεις & τα Χωριά του Πόντου.


Θεωρούμε χρήσιμο να κάνουμε μια περιδιά­βαση στο χώρο του Πόντου και να δούμε τις πόλεις και μερικά σημαντικά χωριά, σημειώ­νοντας ταυτόχρονα και τα ιστορικά και αρχαι­ολογικά τους στοιχεία που ξεχωρίζουν.

Ο αρχαίος και μεσαιωνικός δρόμος που έ­νωνε την Τραπεζούντα με την ενδοχώρα της Ανατολής ξεκινούσε από το Μεϊντάν (Πλατεία), έβγαινε από την πόλη, περνούσε τα υψώματα πάνω από το Μίθριο βουνό και τραβούσε για το εσωτερικό.
Ο δρόμος αυτός ήταν βατός μό­νο στους ανθρώπους και τα ζώα, γι' αυτό τον χρησιμοποιούσαν τα καραβάνια με άλογα και καμήλες. Μόνο στους τελευταίους αιώνες έγι­νε αμαξιτός και, πρόσφατα, ασφαλτοστρωμέ­νος, αλλά σήμερα περνάει κοντά από την πα­ραλία και τραβάει παράλληλα με το ρεύμα του ποταμού Πυξίτη (Ντεϊρμέν-ντερέ).
Ο παλιός δρόμος, που μας ενδιαφέρει εδώ, οδηγούσε πρώτα σε ένα χωριό, δυο ώρες από την Τραπεζούντα, τη Μεσαρέα. Στο βάθος της κοιλάδας του χωριού υπήρχε μια λίμνη -που στα νεότερα χρόνια αποξηράνθηκε- γνωστή από το μεσαίωνα ως τα τελευταία με το όνομα Σκυλολίμνη.
Από τη Σκυλολίμνη ο δρόμος γύ­ριζε προς τα ανατολικά και οδηγούσε στο Δρακοντοπήγαδον, κοντά στο οποίο, κατά την πα­ράδοση, ο αυτοκράτορας Αλέξιος Β' (1297- 1330) είχε σκοτώσει έναν δράκοντα. Από κει ο δρόμος κατέβαινε στην κοιλάδα του Πυξίτη, κο­ντά στο σταθμό καραβανιών Χος Ογλάν, απέ­ναντι στο οποίο, στην ανατολική όχθη του πο­ταμού, βρισκόταν το χωριό Κοιλάδ'.
Από κει ο δρόμος προχωρούσε μέσα από την κοιλάδα του Πυξίτη που στις δυο πλευρές της ήταν χτι­σμένα πολλά χωριά από την εποχή του Βυζαντίου. Σε απόσταση 6 ωρών από την Τραπε­ζούντα βρισκόταν το Δικαίσιμον (ή Καρυά, τούρ­κικα Τζεβιζλίκ) και πιο πάνω το χωριό Δουβερά ή Λιβερά. Βορειότερα βρισκόταν η κλεισούρα και το χωριό Ζούζα (τούρκικα Καπίκιοϊ).
Πάνω από το Δικαίσιμο απλωνόταν η πε­ριοχή του μεσαιωνικού βάνδου Ματσουκάων, ό­που υπήρχε το χωριό Χορτοκόπ(ιον), και πιο πά­νω η οχυρή κλεισούρα Καράκαπαν  όπου τοπο­θετούνταν το φρούριο Χασδένιχα (λατινικά Gizenenica).
Νοτιότερα και πιο πάνω βρισκόταν το Κολάτ (ή Κολαμπάτ-μπογαζί), που τα Itineraria Romana το ονόμαζαν Bylae ή Pylae Ponti (Πύλαι του Πόντου), δηλαδή δίοδο από τα πο­ντιακά βουνά του Παρυάδρη στον Πόντο, ένα διάσελο ύψους 2.450 μ.
Φροντιστήριο Τραπεζούντας

Εκεί κοντά σήμερα υ­πάρχει το πρώην ελληνικό χωριό Σταυρίν.
Αυτός ο δρόμος που περνούσε από το Χορτοκόπ, Καράκαπαν, Κολάτ-μπογαζί και πή­γαινε στη Θεοδοσιούπολη (Ερζερούμ) και μετά στην Κελτζηνή (Ερζιγκιάν) ήταν καλοκαι­ριάτικος.
Το χειμώνα ήταν αδιάβατος, εξαι­τίας του χιονιού που τον έκλεινε. Στο μάκρος της διαδρομής τούτης, αριστερά στον ανερχόμενο, ξεδιπλωνόταν μαγευτικά ορεινά και δασωμένα τοπία, γνωστά με το όνομα Παρχάριν της Λαραχανής, όπου υπήρχαν τα θερινά ανάκτορα των αυτοκρατόρων της Τραπεζούντας.
Δεξιά, στην κοιλάδα της μονής Βαζελών, φαί­νονταν άλλα παρχάρια και θερινά ανάκτορα όπως τα Φιανόη, Σπέλια, Γαντοπέδ(ιν) και Μάρμαρον.
ΝΔ από το Δικαίσιμο, στην κοιλάδα του ποταμιού της Ματσούκας (Μάτσκα-ντερεσί), δεξιά καθώς ανέβαινες και στη δυτική όχθη του ποταμιού, συναντούσες το χωριό Βερένεια και, πιο πέρα την Κουνάκαλην  ή Κουνάκαν, όπου βρισκό­ταν το μοναστήρι του Αγίου Γρηγορίου του Νύσσης.
Βορειότερα από αυτήν ήταν το χωριό Σαχνόη, από όπου γινόταν η ανάβαση στο φρού­ριο της Λαύρας, που πιθανώς ήταν το κάστρο του μοναστηριού της Λαύρας Ζαβουλών ή Βαζε­λών, το οποίο, όπως και το μοναστήρι της Πα­ναγίας Σουμελά, είχε και φρούριο.
Στην κοιλάδα του ποταμιού της Ματσούκας και πάνω από την ανατολική της όχθη, στο χει­μωνιάτικο δρόμο προς τη Θεοδοσιούπολη (Ερζερούμ) βρισκόταν τα χωριά Χαψίν (τούρκι­κα Χαψίκιοϊ), όπου οι Μύριοι του Ξενοφώντα εί­χαν φάει το «τρελό» μέλι.
Οινόη

Πάνω από το Χαψίν υψωνόταν μια από τις κορυφές της οροσειράς του Παρυάδρη, η Ζύγανα. Στο χαμηλότερο της σημείο, στο διάσε­λο, έχει 2.000 μέτρα ύφος. Από κει περνούσε ο χειμωνιάτικος δρόμος Τραπεζούντας - Αρμε­νίας. Πάνω στον ορεινό αυτό τράχηλο έδωσαν μάχη με τους Κόλχους οι Μύριοι και, κατά τους βυζαντινούς χρόνους, υπήρχε οχυρό φρούριο με το όνομα Ζύγανα.
Από τη Ζύγανα μέχρι το Ερζιγκιάν, στο μά­κρος της οροσειράς που βρίσκεται πάνω από την κοιλάδα του Κάνη ποταμού, υπήρχε το με­σαιωνικό Μεσοχάλδιον, μια σειρά από φρούρια, από τα οποία τα κυριότερα ήταν η Άρδασα, πόλη και φρούριο, και η Δορύλη, πόλη και φρού­ριο (τούρκικα Ντορούλ). Εκεί, το 1404 έδρευε ο δούκας Καβασίτης, που φρουρούσε το θέμα της Χαλδίας, το οποίο  τότε έφτανε ως το χωριό Αλάντζα, κοντά στο Κελκίτ.
Τέλος, βορειοα­νατολικά από την Αργυρούπολη (Γκιουμουσχανέ), σε
απόσταση μιας περίπου ώρας, υ­πήρχε το κάστρο Ζάνιχα (ή Τζάνιχα) από
όπου καταγόταν η στρατιωτική αριστοκρατική οι­κογένεια των Ζανιχιτών,
 που διέπρεψε στην περίοδο της αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κο­μνηνών της Τραπεζούντας.
 Το φρούριο αυτό προστάτευε την πόλη Θεία (Thia) ή Καν(ιν), που στην
κατοπινή περίοδο της Τουρκοκρατίας ο­νομάστηκε τουρκικά Γκιουμουσχανέ
(που, με την ελληνική μετάφραση του γκιουμούς = ασήμι, άργυρος + χανέ = πόλη, έγινε Αργυρούπολη)
 εξαιτίας των πολλών μεταλλείων ασημιού και χρυσού τα οποία διέθετε.
Νοτιοανατολικά από την Αργυρούπολη και οε απόσταση μιας ώρας
 βρισκόταν το χωριό Χουτουρά, ενώ στα νότιά της και σε δυο ώρες
α­πόσταση η Άτρα, πατρίδα της οικογένειας των δουκών και στρατηγών
του Βυζαντίου, των Γα­βράδων.
 Βορειοδυτικά από την προαναφερμένη  Αργυρουπολη ήταν η Σολόχαινα (Τζολόχαινα). Κοντά στην Σολόχαινα βρισκόταν η Έδισκα (πιθανώς η κατοπινή  Άδισα) και βορειοδυ­τικά της Αργυρουπολης, κοντά στον Κάνι ποταμό, η Γόδαινα ή Γόδωνα (ίσως η κατοπινή Kωδωνά)

Βορειοδυτικά από την Άρδασα, κοντά στο Σταυρίν υπήρχε η Κρώμνη (τουρκικά Κουρούμ) που αποτελούνταν από εννιά χωριά, από τα οποία το πρώτο ονομαζόταν Φραγκάντων και βρισκόταν στην αρχαία θέση
Frigdarium, την οποία συναντάμε και στα Itineraria Romana. Βορειοανατολικά της Κρώμνης, σε απόσταση 6 ωρών, απλωνόταν η Σάντα
(ή Σαντά) που α­ποτελούνταν από εφτά χωριά.
Αργυρούπολη

Νοτιοανατολικά από την Αργυρούπολη και σε απόσταση τριών ημερών, στη Μεγάλη Αρμενία, υπήρχε η πόλη και το φρούριο Ερζερούμ, που, κατά μια άποψη, σημαίνει γη των Ρωμαίων (έρζε αρμενικά θα πει γη + Ρουμ = Ρωμαίος, Έλληνας).
Η ονομασία αποδίδεται στο γεγονός ότι ως εκεί έφταναν τα σύνορα του βυζαντινού (ρωμαίικου) κράτους. Σε πολύ πα­λιότερη εποχή ωστόσο ήταν χωριό και λεγό­ταν Γκαρίν. Την περίοδο του Βυζαντίου, λέει η άλλη άποψη, ιδρύθηκε στην περιοχή φρούριο με το όνομα Θεοδοσιούπολη, κοντά στο οποίο χτί­στηκε η πόλη Άρτζε ή Αρτζες ή Άρζη που αρ­γότερα ονομάστηκε Αρζηρούμη ή Ερζερούμ.
Στην πόλη τούτη κατέφθαναν τα καραβάνια με τα εμπορεύματα από την Περσία, την Ινδία και  την υπόλοιπη Ασία, και κατόπιν μεταβιβά­ζονταν στην Τραπεζούντα. Το έτος 1404 η πό­λη υπαγόταν στον Ταμερλάνο (Τιμούρλεγκ).
Στη Μικρή Αρμενία, ΝΔ από την Αργυρούπολη και στο δρόμο που οδηγεί από την τε­λευταία στο Ερζιγκιάν υπήρχε το φρούριο Σά­ταλα (τουρκικά Σαντάγ), χτισμένο σε μια πε­διάδα περικυκλωμένη από βουνά.
Τα Σάταλα είχαν σπουδαία θέση γιατί αποτελούσαν το κλειδί για το πέρασμα στον Πόντο ανάμεσα α­πό τα βουνά του. Γι αυτό και ήταν σταθμός της Legio XV Apollinaris (15η λεγεώνα Απολλινάρις).
Τα τελευταία, πριν από την Ανταλλαγή χρόνια, τα Σάταλα ήταν ένα μικρό χωριό με 150 οικογένειες. ΝΔ από τα Σάταλα υπήρ­χε η κωμόπολη Έριζ, που μαζί με τα περίχωρά της λεγόταν Ακιλισηνή ή Εκλισινή.
 Από τον 10ο αιώνα η κωμόπολη μεγάλωσε και έγινε μεγά­λο φρούριο με προάστια και με το όνομα Κελτζηνή, που οι Πέρσες το ονόμαζαν Ερζιγκιάν. Το 1404 που επισκέφτηκε το Ερζιγκιάν ο Ισπάνός πρέσβης Clavijo, χαρακτήρισε την πόλη πολυάνθρωπη, με ωραία τεμένη και όμορφες βρύσες, και σημείωσε ότι οι κάτοικοι της ή­ταν στην πλειοψηφία τους Έλληνες και Αρμένιοι.
 Όπως το Ερζερούμ, έ­τσι και η περιφέρεια του Ερζιγκιάν το 1404 υπαγόταν στον Ταμερλάνο, ενώ άρχοντας όλης της περιοχής ή­ταν ο Ταχαρτέν, που είχε παντρευτεί τη θυγατέρα του αυτοκράτορα Τρα­πεζούντας Αλεξίου Γ' (1349-1390).
Στα τελευταία χρόνια οι Έλληνες κάτοικοι του Ερζιγκιάν ήταν λίγοι. Πλειοψηφού­σαν οι Αρμένιοι και οι μουσουλμάνοι.
Ξαναγυρνώντας στην αφετηρία μας, στην παραλία του Πόντου, και τραβώντας δυτικά της Τραπεζούντας, συναντάμε το λιμάνι και την κωμόπολη Ερμώνασα ή Ερμώση, η οποία, α­πό την εποχή των Μεγάλων Κομνηνών μέχρι τα τελευταία χρόνια λεγόταν Πλάτανοι και Πλάτανα (τουρκικά Πονλατχανέ ή Ακτσέαμπατ).
 Ήταν λιμάνι της Τραπεζούντας, πιο ασφαλές από το κυρίως λιμάνι της πρωτεύουσας του Πόντου, τη Δαφνούντα, και σε καιρό μεγάλης τρι­κυμίας, στο λιμάνι τούτο άραζαν τα πλοία.
Κο­ντά στα Πλάτανα και δυτικά τους υπήρχε η Κορδύλη (τουρκικά Ακτσέκαλε, δηλ. Λευκός Πύρ­γος). Ήταν φρούριο ισχυρό και διατηρήθηκε μέχρι το έτος 1807, οπότε το κατέλαβαν οι Ρώ­σοι, αλλά δεν μπόρεσαν να το κρατήσουν, παρ' όλες τις απώλειες που είχαν.
Βρισκόταν ανά­μεσα στα Πλάτανα και το Ιερόν Ακρωτήριον. Μέχρι τελευταία, στην παραλία της Κορδύλης σώζονταν ερείπια φρουρίου και μοναστηρίου.
Ακολουθούσε το Ιερόν Όρος και το Ιερόν Ακρωτήριον (τουρκικά Γιορός-μπουρούν), που αποτελεί έναν από τους αγκώνες του Παρυάδρη προς
τη θάλασσα. Κοντά στην Κορδύλη, και δυτικά από το Ιερόν Ακρωτήριον, υπήρχε η Λιβιούπολις ή Βιόπολις (τουρκικά Φολ) και κατόπιν τα Κό­ραλλα (τουρκικά Κιόρελε).
 Στην παραλία των Κοράλλων σώζονταν, μέχρι τελευταία, τα ε­ρείπια φρουρίου. Κοντά στα Κόραλλα και δυ­τικά τους υπήρχε η Φιλοκάλεια, που βρισκόταν σιμά στη σημερινή Ελεβή.
Καθώς ανέβαινε κανείς την κοιλάδα του πο­ταμού  Άγιος Ευγένιος, που βρίσκεται κοντά στα Κόραλλα και ανάμεσα ο' αυτά και τη Φιλοκά­λεια, έφτανε -περνώντας ένα απόκρημνο δα­σώδες μονοπάτι- στη στενή και βραχώδη κλει­σούρα, που σήμερα λέγεται Δερβέν(ι).
Κατά τον Γερμανό ιστορικό Fallmerayer η κλεισούρα τούτη ήταν η Μελιάρη, η οποία μνημονεύεται α­πό τον Χαλκοκονδύλη. Πρόκειται για τοποθε­σία ιστορική, γιατί εκεί νικήθηκε ο αυτοκρά­τορας της Τραπεζούντας Ιωάννης Δ' ο Καλο­γιάννης (1429-1458) από τον Τουρκομάνο η­γέτη, σεΐχη ή «ζύχη», Αρταβίλ. Σε βοήθεια του Καλογιάννη είχε τρέξει τότε ο δούκας της Χαλδίας Αλέξανδρος.
Πιο πάνω από τη Μελιάρη ήταν το σημερι­νό Καπάνι(ον). Το κατέβασμα από το φρούριο Μελιάρη στη θάλασσα οδηγούσε στην αποβά­θρα του λιμανιού που τουρκικά λέγεται Μπουγιούκ λιμάν (Μεγάλο λιμάνι). Μια ώρα ανατολικά από το Μπουγιούκ λιμάν ήταν η Βιόπολις, που αναφέραμε πιο πάνω.
Κοντά, εξάλλου, στη Φι­λοκάλεια και δυτικά από αυτήν, στις εκβολές του Χαρσιώτη ποταμού, υπήρχαν τα Αργύρια, που ονομάστηκαν έτσι εξαιτίας των μεταλλείων αργύρου τα οποία βρίσκονταν ολόγυρα.

Τα τελευταία χρόνια, τα Αργύρια λέγονταν Χαλκάβαλα. Δυτικά από τα Αργύρια και σε απόσταση μιας ώρας υπήρχε η Τρίπολη, ή Τριπόλεις, τουρ­κικά Τιρέμπογλου (Tirebolu), την οποία ο Πλί­νιος ονομάζει Castelum, ενώ ο Clavijo τη βρί­σκει μεγάλη πόλη. Και στα τελευταία χρόνια η Τρίπολη ήταν σημαντική κωμόπολη.
Στην παραλία, στiς εκβολές του Χαρσιώτη ποταμού, που χύνεται κοντά στην Τρίπολη, και σε απόσταση δύο ωρών από τη θάλασσα, υ­πάρχει ένα βραχώδες ακρωτήριο που πάνω του ήταν χτισμένο ένα οχυρό φρούριο, το οποίο στα τελευταία χρόνια λεγόταν Πέτρα Καλέ (Φρούριο Πέτρας). Πρόκειται για το φρούριο Πέτρωμα που αναφέρει ο Μιχαήλ Πανάρετος στο Χρονικό του. Ήταν φρούριο γνωστό και στον Αρμένιο γεωγράφο Μπεσακιάν και περι­λάμβανε μέσα του τρεις εκκλησίες και πολλές δεξαμενές.
Αργότερα, στην περίοδο της Τουρ­κοκρατίας, αποτελούσε έδρα μιας ντόπιας αρ­χόντισσας, της λησταρχίνας «Ντερβίς κιζί» (κό­ρη του Δερβίση), που ήταν γνωστή, μέχρι τις αρχές του περασμένου αιώνα, σαν αμαζόνα η οποία τρομοκρατούσε τα τουρκικά στρατεύ­ματα της περιοχής και αντέτασσε γενναία α­ντίσταση στις επιθέσεις του πασά της Τραπε­ζούντας.
Πιο πάνω από το Πέτρωμα, μεσογειακά, α­πλωνόταν η περιφέρεια του Κιουρτούν ή Γκιουρτούν, ενώ σ' όλη την ανατολικότερη μεσογεια­κή έκταση, από τα Κόραλλα ως τα Πλάτανα, απλωνόταν η περιφέρεια Θοανίας (τουρκικά Τόνια).
Δυτικά από την Τρίπολη υπήρχε η Ζειφύριος Άκρα και Λιμήν (τουρκικά Ζεφρέ και Καΐκ λι­μάν). Κατά τη γνώμη του Χρύσανθου στο Ζε­φύριο ακρωτήρο βρισκόταν η κωμόπολη Κεχρεών ή Κεχρινά, που αναφέρεται από τον 14ο αιώνα και μνημονεύεται από τους νεότερους ι­στορικούς Ανδρέα Λιβαδηνό και Μιχαήλ Πα­νάρετο. Το φρούριο τούτο σωζόταν ως τα τε­λευταία χρόνια.
Πέρα από τη Ζεφύριο Άκρα και σε αρκετή απόσταση δυτικά βρισκόταν η Κερασούντα, που αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Ξενοφώ­ντα σαν ελληνική πόλη, αποικία των Σινωπέων.
Ο Αρριανός (2ος αιώνας μ.Χ.) ταυτίζει την πόλη με την αρχαία Φαρνάκεια ή Φαρνακία, που την τοποθετεί δυτικά της Τραπεζούντας, σε α­πόσταση 700 σταδίων, δηλ. 130 χιλιομέτρων.
Είχε ονομαστεί έτσι από τον Φαρνάκη Α', βα­σιλιά του Πόντου (185-169 π.Χ.), παππού του Μιθριδάτη του Ευπάτορα (120-63 π.Χ.). Από τα χρόνια όμως του Αδριανού, εξαφανίζεται το όνομα Φαρνάκεια και επικρατεί πάλι μόνο το αρχαιότερο ελληνικό όνομα Κερασούς.
Κερασούντα

Στην περίοδο της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, μετά την απώλεια της Σινώπης και της Αμισού, η Κερασούντα ήταν η δεύτερη πόλη του ποντιακού κράτους. Ο Ανδρέας Λιβαδηνός την περιγράφει σαν  «άστυ τείχεσι χαλκοίς ώχυρωμένον, ώς λόγος, παντάπασιν και εύρύτατον και θαλάτταις ήγκαλισμένον και νάμασιν υδάτων ήδέων κατάρρυτον» (πόλη οχυρωμένη με χάλ­κινα τείχη, όπως λένε, από παντού, και ευρύ­τατη και αγκαλιασμένη από θάλασσες και γε­μάτη από πηγές γλυκών νερών).
Δυτικά από την Κερασούντα και πέρα από τον Μελάνθιο ποταμό (Μελέτ-ιρμάκ) βρίσκονται τα Κοτύωρα (τουρκικά Ορντού), που μνημονεύο­νται κι αυτά, όπως είδαμε, από τον Ξενοφώνια, σαν πόλη ελληνική, αποικία των Σινωπέων.
Βορειοδυτικά των Κοτυώρων υπήρχε ο Βο­ών (σήμερα λέγεται Βόνα), που ήταν ακρωτή­ριο και χωριό, αλλά και λιμάνι, και μάλιστα πιο ασφαλισμένο από τη Σινώπη, ενώ δυτι­κά, απέναντι από το ακρωτήριο της Βόνας βρισκόταν το Ιασόνιον Άκρον ή Ιασόνιον ακρωτή­ριον ή Ιασόνιος ακτή, όπου, λέει η παράδοση, εί­χε προσορμιστεί η Αργώ του Ιάσονα.

Τουρκι­κά ο τόπος λέγεται Γιασόν-μπουρούν. Νοτιοδυ­τικά από το Ιασόνιο ακρωτήριο τοποθετείται η πόλη Πολεμώνιον (τουρκικά Πουλεμάν), που ονομάστηκε έτσι από τον ιδρυτή της, βασιλιά του Πόντου Πολέμωνα (36 π.Χ.-8 μ.χ.).
 Ο τε­λευταίος ανακαίνισε την αρχαία πόλη Σίδη, η οποία βρισκόταν στη θέση του Πολεμώνιου. Σαν πόλη το Πολεμώνιον ποτέ δε γνώρισε ακ­μή. Τον τελευταίο καιρό μάλιστα, μόνο ερείπια  σώζονταν στη θέση της.
Δυτικά από το Πολεμώνιον υπήρχε η Φαδισάνη ή Φάδισσα, ή Φάβδα (σήμερα λέγεται Φά­τσα). Ήταν και παραμένει κωμόπολη, λιμάνι και επίνειο της Νεοκαισάρειας.
Δυτικά από τη Φάτσα και ανάμεσα σ' αυ­τήν και το Θερμώδοντα ποταμό (τουρκικά Τέρμε-τσάι) βρίσκεται η πόλη Οινόη ή Οίναιον (τουρκι­κά Ούνγιε), κοντά στον ποταμό Οίνιον. Ήταν μητρόπολη των αρχαίων Χαλύβων, με οχυρά φρούρια, που φύλαγαν την πόλη και την πα­ράλια περιοχή.
Στις αρχές του 15ου αιώνα η περιφέρεια Οιναίου αποτέλεσε ανεξάρτητο α­πό την Τραπεζούντα κρατίδιο, με έναν δούκα. Στα 1404 δούκας της Οινόης ήταν ο Γρηγόριος Μελισσηνός, γόνος της βυζαντινής οικογένειας των Μελισσηνών.
Ανάμεσα στην Οινόη, τη Φάτσα και το Ια­σόνιο άκρο υψώνονταν 13 φρούρια και πό­λεις, τα Λιμνία, που περιφρουρούσαν την πα­ραλιακή έκταση της Χαλυβίας, από την Οι­νόη ως το Ιασόνιο άκρο, απέναντι στις επι­δρομές οι οποίες ξεκινούσαν από τα μεσογει­ακά μέρη.
 Στην περίοδο του κράτους των Κο­μνηνών τα Λιμνία ήταν η σπουδαιότερη, μετά την Τραπεζούντα, οχυρή και στρατηγική θέ­ση, καθώς και στρατιωτικός σταθμός. Γι' αυτό οι αυτοκράτορες του Πόντου περνούσαν μήνες ολόκληρους στα Λιμνία, ερχόμενοι με πλοία, που άραζαν πιθανόν στο λιμάνι της Φαδισάνης (Φάτσας).
Ο αυτοκράτορας της Τραπεζούντας Αλέξιος Γ' είχε χαρίσει τα Λιμνία ως προίκα στον Τουρκομάνο Εμίρη Τατσεντίν Τσελεμπή, ο οποίος παντρεύτηκε το 1379 την κόρη του Ευδοκία.
Σινώπη

Δεκαοχτώ χρόνια μετά το θάνατο του Τατσεντίν, το 1404, ο Ισπανός πρέσβης στον Ταμερλάνο, ο Clavijo, βρήκε τη χώρα γύρω α­πό το Πολεμώνιο και τη Φασιδάνη, δηλαδή τα Λιμνία, να αποτελεί κρατίδιο ανεξάρτητο με αρχηγό τον Τουρκομάνο Ερζαμίρ (Αρζεμίρ), πιθανώς γιο και διάδοχο του Τατσεντίν.
Δυτικότερα έχουμε τη Θεμίσκυρα, την πόλη των μυθικών Αμαζόνων, πάνω στο Θερμώδοντα ποταμό, και δυτικότερα την Αμισό, που στα νεότερα χρόνια λεγόταν Σαμψούντα (τουρκικά Σαμψόν).
 Πρώτοι κάτοικοι της Αμισινής χώρας αναφέρονται από τον Όμηρο οι Ενετοί, μια Παφλαγονική φυλή που πήρε μέρος στον Τρω­ικό Πόλεμο με αρχηγό της τον γενναίο Πυλαιμένεο στο πλευρό των Τρώων:
«Παφλαγόνων δ' ήγείτο Πυλαιμένεος, λάσιον κήρ εξ Ενετών, όθεν γένος άγροτεράων, οί ρα Κύτωρον έχον και Σήσαμον άμφενέμοντο άμφί τε Παρθένιον ποταμόν κλυτά δώματα ναίον, Κρώμναν τ' Αίγιαλόν τε και υψηλούς Έρυθίνους».
 (Αρχηγός των Παφλαγόνων ήταν ο Πυλαιμένεος, δυνατή καρδιά, από τους Ενετούς, από όπου ήταν η γενιά των αγροδίαιτων, οι ο­ποίοι κατείχαν το Κύτωρον, και νέμονταν τη Σήσαμο και κοντά στον Παρθένιο ποταμό κα­τοικούσαν μέσα σε ξακουστά παλάτια, [κατεί­χαν] και την Κρώμναν και τον Αιγιαλόν και τους ψηλούς Ερυθίνους).
Και ο Εκαταίος ο Μιλήσιος, όπως μας λέει ο Στράβων, θεωρεί τους Ενετούς ως πρώτους κάτοικους της Αμισού. Ακόμα ο Μαίανδρος, απ' τον οποίο επίσης α­ντλεί ο Στράβων, υποστηρίζει ότι οι Ενετοί συμ­μάχησαν με τους Τρώες και, μετά την πτώση της Τροίας, μαζί με τους Θράκες, έφυγαν και εγκαταστάθηκαν γύρω στο μυχό της Αδριατι­κής.
 Κατά τον Σκύμνο το Χίο το 562 π.Χ., οι Ίωνες της Φώκαιας ιδρύουν την Αμισό, ενώ κατά τον Στράβωνα, την ίδρυσαν οι Μιλήσιοι, στις αρχές του 6ου αιώνα. Στα χρόνια του Πε­ρικλή, η Αθήνα έστειλε εκεί πολλούς αποίκους με επικεφαλής τον Αθηνοκλή, ο οποίος μετο­νόμασε την πόλη σε Πειραιά. Το 387 την κατέλαβαν οι Πέρσες, αλλά απέκτησε πάλι την  ανεξαρτησία της επί Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αργότερα την κατέλαβε ο βασιλιάς του Πόντου Μιθριδάτης ο Στ' ο Ευπάτορας, οπότε γνώρι­σε μεγάλη ακμή.
Το 71 π.Χ., ύστερα από πολιορκία, την κατέλαβε ο Λούκουλλος και την  κατέστρεψε, αφού την πυρπόλησε πρώτα ο ίδιος ο φρούραρχος της Καλλίμαχος. Λίγο καιρό κατόπιν, ο Λούκουλλος την ξανάχτισε.
 Η πόλη σ' όλο το διάστημα της Ρωμαιοκρατίας α­νήκε στο «Κοινό» των πόλεων του δυτικού Πόντου, που από την εποχή του Πομπήιου προσαρτήθηκε στη Βιθυνία και αποτελούσε την επαρχία Βιθυνία – Πόντος.
 Στα χρόνια του Στράβωνα (1ος αιώνας π.Χ.) στην ενδοχώρα της Αμισού ανήκε και η πόλη Γαζηλωνίς, το σημερινό Βεζίρκιοπρου, καθώς και Φαζιμών, η σημερινή Κάβζα.

Ιασώνειο Ακρωτήριο
Παρ' όλο που και στους κατοπινούς αιώνες  η Αμισός ήταν πάντα ελληνική πόλη, η ενδοχώρα της κατοικούνταν από τους Τζάνους ή Μάκρωνες. Αξιοσημείωτο είναι ότι μέχρι σήμερα ο νομός της Σαμψούντας (Αμισού) ονομάζεται Τζανίκ, διατηρώντας την ονομασία των αρχαί­ων ντόπιων κατοίκων του.
Στη διάρκεια του Βυζαντίου η Αμισός υπα­γόταν στο θέμα Αρμενιακόν. Στα 860 μ.Χ., ε­πί αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ, οι Άραβες, με σα­ράντα χιλιάδες στρατό και αρχηγό τον Άμερ, κυρίεψαν την Αμισό μετά από πολιορκία, τη λεηλάτησαν και έφυγαν για να νικηθούν πα­ρακάτω από το στρατηγό Πετρωνά. Στη βυζα­ντινή περίοδο, πιο συχνά ονομαζόταν Αμινσός ή Αμινσώ.
Στα τέλη του 12ου αιώνα, οι Σελτζούκοι, με αρχηγό τον Κιλίτς Αρσλάν II, κατάφεραν να ε­γκατασταθούν κοντά στην Αμισό και να θεμε­λιώσουν μια νέα πόλη που την ονόμασαν Σαμσούν (= εις Αμισόν - Σαμσόν, Σαμσούν).
Οι δύο λαοί, Έλληνες και Τούρκοι, συμβίωσαν πα­ράλληλα, με καλές σχέσεις, στις δυο γειτονι­κές πόλεις όλα τα κατοπινά χρόνια, ώσπου το 1204, με το διαμελισμό της Βυζαντινής αυτο­κρατορίας, κάποιος τοπάρχης, ονόματι Σάβ­βας, κράτησε την ελληνική πόλη έξω από τα όρια της καινούριας αυτοκρατορίας των Κομνηνών της Τραπεζούντας, όπως έγινε άλ­λωστε και με τη Σινώπη αργότερα. Στη συνέ­χεια έγινε εξάρτημα του Χάνου της Περσίας, την ανακατέλαβαν οι Σελτζούκοι και τελικά έ­πεσε στην κυριαρχία του Εμίρη της Κασταμονής.
Τον 13ο και 14ο αιώνα παρουσίασε μεγά­λη εμπορική ακμή, ενώ στα μέσα του 14ου αι­ώνα οι Κομνηνοί της Τραπεζούντας την έκα­ναν, για ένα διάστημα, ναυτική βάση τους. Εκεί, στην «Αμινσούν», όπως γράφει ο Μ. Πα­νάρετος στο Χρονικό του (κεφ. 34), κατέφυγε και ο Μέγας Λογοθέτης Γεώργιος Σχολάριος,  ύστερα από την αποτυχημένη συμμετοχή του στη στάση των Καβασιτών αρχόντων εναντίον του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Αλεξίου Γ το 1364.
Το 1393, τέλος, ο Οθωμανός σουλ­τάνος Μπαγιαζίτ Α' Γιλντιρίμ παίρνει τη Σαμ­ψούντα από τον Εμίρη της Κασταμονής και α­πό τότε περιέρχεται στην τουρκική κατοχή.
Τα κατάλοιπα της αρχαίας Αμισού (κάστρο, τεί­χη, θέατρο, ναοί) βρίσκονται στη θέση Καράσαμψον (Μαύρη Σαμψούντα). Η πόλη και η περιφέρειά της τους δύο τελευταίους αιώνες πα­ρουσίασαν πολύ μεγάλη οικονομική και πνευ­ματική ακμή εξαιτίας της άφθονης καπνοκαλ­λιέργειας και της εμπορικής κίνησής της.
Δυτικότερα, σε τετράωρη απόσταση, βρι­σκόταν η Πάφρα (ή Παυράη ή Παυράκη, κατά την Άννα Κομνηνή), πάνω στις εκβολές του Άλυ  ποταμού (Κιζίλ-ιρμάκ). Κι αυτή η πόλη, όπως και η περιφέρειά της, παρουσίασε, την ίδια εποχή και χάρη στην καπνοκαλλιέργειά της, μεγάλη πρόοδο.
Δυτικότερα από την Πάφρα ήταν η Σινώπη. Η πόλη ιδρύθηκε το 630 π.Χ. από Μιλήσιους α­ποίκους και έφτασε σε αρκετά μεγάλη ακμή λό­γω του δραστήριου στόλου της και του εμπορι­κού λιμανιού της.
Το 440 π.Χ. ο Περικλής έ­διωξε από την πόλη τον τύραννο της Τιμολέντα και εγκατέστησε εκεί 600 Αθηναίους αποίκους. Το 380 π.Χ. έπεσε στην περσική κυριαρχία, ύ­στερα υποτάχτηκε στον Αλέξανδρο και αργότε­ρα υπέκυψε στους βασιλιάδες του Πόντου, τους Μιθριδάτες.
 Το 70 π.Χ. καταλήφθηκε από το Λούκουλλο και, τον καιρό του Καίσαρα, έγινε ρωμαϊκή αποικία, με το όνομα Julia Felix (Ιου­λία η Ευτυχισμένη). Εκτός από τα τείχη, το φρούριο της και τα ερείπια των ναών, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι τοιχογραφίες και η ζωγραφική διακόσμηση μερικών μεσαιωνι­κών σπιτιών και εκκλησιών της πόλης.
Διογένης

Στη Σινώπη έζησε ο περίφημος Διογένης ο Σινωπέας (4ος αιώνας π.Χ.) που έγινε γνωστός περισσότερο από τους άλλους κυνικούς φιλό­σοφους γιατί έφτασε στις ακραίες συνέπειες της φιλοσοφίας του, με την περιφρόνηση κάθε συμβατικότητας και αλλοτρίωσης .
Με μόνη περιουσία έναν μανδύα και ένα φανάρι, όπως τον παρουσιάζει η παράδοση, πέρασε την ζωή του τριγυρνώντας εδώ και εκεί και έχοντας για στέγη ένα βαρέλι.
Όταν τον ρώτησε ο Μεγαλέξαν­δρος αν έχει να του ζητήσει κα­μιά χάρη, του απάντησε: «Ναι. Τραβήξου από τον ήλιο που μου κρύβεις»! Στα νεότερα χρόνια και η πόλη αυτή παρουσίασε ακμή χάρη στο δυναμικό ελληνικό στοιχείο της.
Δυτικότερα από τη Σινώπη βρισκόταν η Ιωνόπολις ή Αβωνου  Τείχος, ή Αβωνότειχος, η κατο­πινή Ινέπολη (τουρκικά Ινέμπολου). Ακόμα πιο δυτικά ήταν η Ηράκλεια (τουρκικά Έρεγλι), η λεγόμενη και Ποντοηράκλεια, ή Ηράκλεια η Πο­ντική.
Η πόλη αυτή ήταν αμφισβητούμενη ποντιακή πόλη, γι' αυτό τον περισσότερο καιρό α­νήκε στη Βιθυνία. Ιδρύθηκε στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. από αποίκους που ήρθαν από τα Μέγαρα, κατά την άποψη του Ξενοφώντα, ή από τη Μίλητο, κατά τον Στράβωνα.
Αναπτύ­χθηκε γρήγορα και δημιούργησε δύο αποικίες, τη Χερρόνησο στην Κριμαία και την Κάλλατιν στη Θράκη. Κατά την εποχή των Μηδικών πο­λέμων έμεινε ανεξάρτητη, με φιλικές σχέσεις προς τους Πέρσες.
Από τα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. είχε δημοκρατικό πολίτευμα, το οποίο κα­τέλυσε το 384 π.Χ. ο τύραννος Κλέαρχος. Αργό­τερα περιήλθε στην κυριαρχία της Συρίας και κατόπιν στους Ρωμαίους.
Μεσογειακές πόλεις του Πόντου αναφέ­ρουμε, από τα δυτικά, εκείνες που αποτελού­σαν επί Ρωμαιοκρατίας το «κοινόν Πόντου» ή «το κοινόν των εν Πόντω Ελλήνων», που ήταν ομόσπονδες πόλεις: Τα Κόμανα, η Σεβαστούπολις ή  Ηρακλειούπολις η Κολοπηνή στον Γαλατικό Πόντο, η Σεβάστεια, τα Ζήλα και η Αμάσεια, πό­λεις που είχαν για μητρόπολη τη Νεοκαισάρεια, όπου συγκεντρώνονταν οι αντιπρόσωποι τους.

Οι παραλιακές πόλεις αποτελούσαν άλλο κοινό, το κοινό της Ποντιακής παραλίας (Ora Pontica), στο οποίο περιλαμβάνονταν ακόμα και η Χαλκηδόνα, η Ηράκλεια, το Τίον, η Άμαστός, ο Αβωνότειχος, η Αμισός, η Σινώπη, το Πολεμώνιον, η Κερασούντα και η Τραπεζούντα.
Στη Νεοκαισάρεια έδρευε επί Ρωμαιοκρα­τίας ο Πρώτος της επαρχίας του Πόντου, ο Πονταρχών, που είχε και τον τίτλο του αρχιερέα. Αυτός είχε και την επιμέλεια της αποθέωσης των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, καθώς και την προεδρία της συνόδου των ομόσπονδων πο­ντιακών πόλεων.
Η Νεοκαισάρεια (τουρκικά Νίκσαρ) που λε­γόταν παλιά Κάβειρα, βρίσκεται πάνω στο Λύ­κο ποταμό, παραπόταμο του Ίριδος) στα με­σόγεια, και απέχει από την Οινόη 60 χιλιόμε­τρα.
Χτίστηκε επί Τιβερίου και υπήρξε πρω­τεύουσα του Πολεμωνιακού Πόντου. Ήταν πα­τρίδα του αγίου Γρηγορίου του θαυματουργού που έγινε πρώτος επίσκοπος της (240-275).
Εκτός από τα Κόμανα τα Καππαδοκικά, υ­πήρχαν και τα Κόμανα τα Ποντικά, νοτιοδυτικά της Νεοκαισάρειας, που ήταν η πατρίδα της α­ριστοκρατικής οικογένειας των Κομνηνών (Κομανηνοί - Κομνηνοί) οι οποίοι έγιναν αυτο­κράτορες του Βυζαντίου και της Τραπεζούντας.
Τα αρχαία νομίσματα της πόλης που σώθηκαν δείχνουν πως στα Κόμανα λατρεύονταν ταυτό­χρονα και οι ελληνικές θεότητες, όπως ο Απόλ­λωνας, του οποίου υπήρχε και ναός, η Παλλά­δα Αθηνά, ο Διόνυσος, η Νίκη, αλλά και οι περ­σικές θεότητες, όπως η Αναΐτιδα, η λεγόμενη και Μα. Ήταν πλούσια εμπορική πόλη, στα αρχαία χρόνια, αλλά και στα νεότερα δεν υστερούσε, ώσπου έφυγαν οι Έλ­ληνες το 1924 και παρήκμασε.
Άλλη μεσογειακή πόλη, 9 χι­λιόμετρα ΒΑ από τα Κόμανα, ή­ταν η πόλη Δαζιμών ή Θεοτοκούπολις, που αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Μέγα Βασίλειο το 375 π.Χ. και η οποία από το 1150 λέγεται στα τουρκικά Τοκάτ(η). Στους τελευταίους αιώνες της Τουρκοκρατίας είχε λίγο ελληνι­σμό στην περιφέρεια και λιγότερο στο κέντρο.
Αμάσεια

Σπουδαία πόλη του Μεσογεια­κού Πόντου υπήρξε και η Αμάσεια, που ήταν χτισμένη κι αυτή πάνω στον Ίρι ποταμό. Αποτέλεσε πρωτεύουσα των Μιθριδατών ηγεμόνων του Πόντου, πατρίδα του ιστορικού και γεωγράφου Στράβωνα και μητρόπολη του Ελενόποντου μετά την περίοδο τού Ιουστινιανού.
Στους τελευταίους αιώνες είχε ελάχιστο ελληνικό πληθυσμό. Άλλη πόλη, στα νότια της Κερασούντος αυτή, ήταν η Νι­κόπολη (τουρκικά Σεμπίν-Καραχισάρ), που την έχτισε ο Πομπήιος μετά τη νίκη του εναντίον του Μιθριδάτη. Η πόλη έγινε αργότερα ακ­μαία λόγω των μεταλλείων στύψης που είχε και  συγκέντρωνε πολύ ελληνικό πληθυσμό στα 120  χωριά της περιφέρειάς της.
Πηγαίνοντας τώρα πάλι στα παράλια, ανα­τολικά από την Τραπεζούντα, σε απόσταση μιας  ώρας, συναντάμε τα Κύμινα (τουρκικά Χότζη), και ακόμα πιο ανατολικά την περιφέρεια Γημωράς ή Γεμουράς (τουρκικά Γιόμρα), η οποία εί­χε για κέντρο τα Κόβατα ή Δρυώνα, ή Δερώνα (τουρ­κικά Δρωνα), από όπου καταγόταν η στρατιωτι­κή φεουδαρχική οικογένεια των Δωρανιτών.
 Ανατολικά από τη Δρυώνα και κοντά στις ε­κβολές του Ύσσου ποταμού (Καρά-ντερέ) βρι­σκόταν ο Ψαρών ή Λιμήν ή Ύσσου Λιμήν, που λε­γόταν, αργότερα, και Σουσάρμια και Σούρμαινα και Σύρμαινα και Σούρμενα (από το Ύσσου όρ­μος).
Το όνομα Σούρμενα, σιγά σιγά επεκτά­θηκε σ' όλη τη σειρά των χωριών που ήταν χτι­σμένα κατά μήκος του Ύσσου ποταμού. Από την κοιλάδα τούτη, και από ένα δύσβατο δρό­μο μπορούσες να πας σε δυο μέρες στη μεσο­γειακή πόλη Πάιπερτ (ή Παϊπούρτη, τουρκικά Μπαϊπούρτ).
Ανατολικά, κοντά στα Σούρμενα, βρισκό­ταν η Οφιούς, στις όχθες του ποταμού Όφι. Τα τελευταία χρόνια η Οφιούς λεγόταν Όφις (τουρκικά Οφ). Κι εδώ, με τον καιρό, η ονο­μασία Όφις επεκτάθηκε ο' όλα τα χωριά της περιφέρειας που ήταν χτισμένα ανάμεσα στον ποταμό Όφι και τον Ψυχρό ποταμό (Μπαλτατζή-ντερέ).
Ανατολικά από τον Όφι βρισκόταν το Ρίζαιον ή Ριζούντα (τουρκικά Ρίζε), το οποίο οι αρ­χαίοι περιηγητές και γεωγράφοι ονόμαζαν Ρίζιος Λιμήν ή Ριζούς, ενώ ο ιστορικός Προκόπιος Ριζαίον χωρίον. Τον καιρό των Ρωμαίων ήταν γνωστό ως Ριζαίον φρούριον, συνοριακό, ενώ στην περίοδο του Βυζαντίου ήταν μια οχυρή πόλη. Τέλος, αργότερα, κατά την Τουρκοκρατία, αποτελούσε σπουδαία πόλη και πρωτεύουσα της διοίκησης Λαζικής (Λαζιστάν) με λίγο πληθυσμό Ελλήνων εμπόρων στο κέντρο και τις συνοικίες της.
Νότια από τη Ριζούντα, μεσογειακά, και στην περιοχή ανάμεσα στον Πρύτανη ποταμό (Φουρτούνα), την Αθήνα (τουρκικά Άτινα) και τον Καλοπόταμο, εκτεινόταν η περιφέρεια του Χεμσίν, που στην περίοδο του Βυζαντίου και αρ­γότερα, κατοικούνταν από χριστιανικό πληθυ­σμό Ελλήνων κατ Αρμενίων.
 Νοτιότερα από το Χεμσίν, στην κοιλάδα του ποταμού Άκαμψι (Τσορόκ), απλώνονταν η περιοχή Συσπιρίτις ή Υσπιράτις. Η περιοχή αυτή αποτελούσε περι­φέρεια της πόλης που αργότερα ονομάστηκε α­πό τους Τούρκους Ισπίρ.
Ανατολικά από τη Ριζούντα, παραλιακά, βρισκόταν η πόλη και το φρούριο Αθήναι ή Αθήνα (τουρκικά Άτινα), που ονομάστηκε έτσι από το ναό της Αθηνάς ο οποίος υπήρχε μέσα σ' αυτήν. Ο Αρμένιος γεωγράφος Μπεσακιάν λέει ότι είδε ο ίδιος την ορειχάλκινη πύλη του ναού της Αθηνάς.
Ανατολικά από την Αθήνα και κοντά στη δυ­τική όχθη του ποταμού Πρύτανη υπήρχαν ε­ρείπια της πόλης που οι αρχαίοι περιηγητές ο­νόμαζαν Λίμνη πόλις ή Ξυλίνη ή Βασίλεια Αγχιά­λου. Οι ντόπιοι μουσουλμάνοι ονομάζουν την πόλη Εσκί Τραπεζόν (Παλιά Τραπεζούντα), πράγμα που δε σημαίνει βέβαια ότι εκεί βρι­σκόταν η αρχαία Τραπεζούντα.
Βορειοανατολικά της πόλης Λίμνη βρισκό­ταν η πόλη Άρχαβη, η αρχαία Άρχαβις (τουρκι­κά Αρχαβέ), κοντά στον ομώνυμο ποταμό.
Πιο πέρα από την Άρχαβη βρισκόταν η Κίσσα, πάνω στον ομώνυμο ποταμό και, ακόμα πιο πέρα, σιμά στον ομώνυμο πάλι ποταμό, η Χόπα, λιμάνι και επίνειο της εμπορικής και βιο­τεχνικής πόλης Αρτβίν.
 Κοντά και βορειοανα­τολικά από τη Χόπα, απλωνόταν η χώρα του Μακρού Αιγιαλού και το χωριό Μακραγιαλοί ή Μακραγιαλού (τουρκικά Μακριγιαλί), το οποίο αναφέρει ο Μ. Πανάρετος.
 Βορειότερα, κο­ντά στον ποταμό Άψαρο, βρισκόταν η πόλη Άψαρος ή Αψαρούς, η οποία κατά τον Αρριανό ονο­μαζόταν Άψυρτός, γιατί εδώ σκοτώθηκε από τη Μήδεια ο αδερφός της Άψυρτος και εδώ έδει­χναν τον τάφο του. Κατά τον Προκόπιο εξάλ­λου, η πόλη τούτη ήταν πολυάνθρωπη παλαι­ότερα, ζωνόταν από τείχος και είχε θέατρο και ιππόδρομο.
Κοντά στην αριστερή όχθη του Άκαμψη ποταμού (Τσορόκ) υπήρχε η κωμόπολη και το φρούριο Γωνία (τουρκικά Κοννία ή Γκοννιέ). Κα­τά τους χρόνους των τελευταίων αυτοκρατό­ρων της Τραπεζούντας, δηλαδή στο πρώτο μι­σό του 15ου αιώνα, τα σύνορα του κράτους των Μεγάλων Κομνηνών έφταναν μέχρι τη Γωνία.
Τότε ο Μακρός Αιγιαλός ήταν το τελευταίο φρούριο της επικράτειας του ποντιακού κρά­τους, ενώ η Γωνία ήταν η πρώτη οχυρή θέση στο μικρό και αυτόνομο κράτος της Γουρίας (Γεωργίας) ή ανήκε σε ανεξάρτητο δυνάστη, όπως το Οίναιο και τα Λιμνία.
Στη δεξιά όχθη του Άκαμψη, και μάλιστα πάνω σε ένα από τα στόμιά του, υπήρχε στην αρχαιότητα ο Βαθύς Λιμήν, που αργότερα πα­ραχώθηκε. Πάνω στη θέση αυτή βρίσκεται σή­μερα η πόλη Βαθύ ή Βατούμ (ι) (τουρκικά Μπατούμ), που είχε λιμάνι και φρούριο. Τα τελευ­ταία χρόνια εξελίχτηκε σε μεγάλη πόλη και λι­μάνι της Γεωργίας.
Στην περιοχή αυτή, όπου εκτεινόταν η αρ­χαία Κολχίδα, άλλη σπουδαία πόλη και ισχυ­ρό φρούριο ήταν η Φάσις (Πότι), στις εκβολές του ομώνυμου ποταμού. Υπήρξε πόλη ελληνι­κή, εμπορικός σταθμός των Κόλχων, στον ο­ποίο συγκεντρώνονταν άφθονα και ποικίλα προϊόντα της χώρας: ξυλεία για τη ναυπηγία, λινάρι, κάνναβη, κερί, πίσσα και υφάσματα.
 Εδώ, σύμφωνα με τον Αρριανό, δείχνανε την ά­γκυρα της Αργώς. Η σιδερένια άγκυρα όμως φάνηκε κάπως νεότερη στον αρχαίο ιστορικό και περιηγητή, ενώ μια άλλη πέτρινη, από την οποία σώζονταν κάτι κομμάτια, θεωρήθηκε α­πό τον ίδιο σαν αυθεντικό λείψανο του καρα­βιού του Ιάσονα.
Βόρεια από τη Φάσι, υπήρχε άλλη μια οχυ­ρή πόλη, η Διοσκουριάς (τουρκικά Ισκουριά) ή Διοσκουρίς, που ήταν αποικία των Μιλησίων.
 Η πόλη αυτή αποτελούσε την αρχή του ισθμού α­νάμεσα στην Κασπία θάλασσα και τον Εύξει­νο Πόντο, και χρησίμευε ως εμπορικός σταθ­μός για όλους τους κοντινούς λαούς του Καυ­κάσου.
 Οι λαοί αυτοί, κάπου εβδομήντα (άλλοι τους ανεβάζουν σε τριακόσιους), μιλούσαν ο καθένας τη δική του, χωριστή γλώσσα. Στα χρόνια του ρωμαϊκού και βυζαντινού κράτους η Διοσκουριάς πήρε το όνομα Σεβαστόπολις. Ο Ιουστινιανός την ανακαίνισε ολόκληρη και την έκανε, με το τείχος και τα άλλα οχυρωματικά έργα που έκτισε, απόρθητη. Ταυτόχρονα τη στόλισε με δρόμους και οικοδομήματα και την ανέδειξε σε ξεχωριστή για την ομορφιά και το μέγεθος της πόλη. Στη Σεβαστόπολη τελείωνε η επικράτεια των Ρωμαίων και των Βυζαντι­νών.
Αλλά και στην περίοδο ακμής των Μεγάλων Κομνηνών της Τραπεζούντας, η Σεβαστόπολις αποτελούσε, συχνά, το συνοριακό φρούριο του ποντιακού κράτους.
Η πόλη λεγόταν τότε και Σωτηριούπολις. Σήμερα η Διοσκουριάδα λέ­γεται Σοχούμ(ι), το φρούριο της, στα τουρκικά, Σοχούμ-καλέ και αποτελεί σπουδαία παρα­λιακή λουτρόπολη της Δημοκρατίας της Γε­ωργίας.
Βόρεια από τη Διοσκουριάδα και σε από­σταση δύο ημερών, βρισκόταν η πόλη και το φρούριο Πιτιούς (Πιτζούντα). Κατά το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα η Πιτιούντα λεγόταν και Βιτζίνη ή Διτζίνη.

Βορειότερα και στην απέναντι από την Τραπεζούντα ακτή του Εύξεινου Πόντου, α­πλωνόταν η Ταυρική χερσόνησος, που στην πε­ρίοδο της αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κο­μνηνών ονομαζόταν Περατεία.
Η χώρα τούτη περιλάμβανε τις επαρχίες της Χερσώνας και της Γοτθίας, ήταν φόρου υποτελής στους αυ­τοκράτορες της Τραπεζούντας και αποτελού­σε σιτοβολώνα του μεσαιωνικού ποντιακού κράτους.
 Οι κυριότερες πόλεις της Ταυρικής χερσονήσου που κατοικήθηκαν από Έλληνες ήταν οι εξής:
Το Παντικάπαιον (σημερινό Κερτς), που ονομαζόταν και βασίλειο του Βοσπό­ρου. Η Θεοδοσία, νοτιότερα. Η πόλη είχε και λιμάνι, ήταν αρχαία ελληνική αποικία των Μιλησίων η οποία αργότερα, στην εποχή του Βυ­ζαντίου, λεγόταν Κάψα ή Καφά.
Στο νοτιοδυτι­κό άκρο της Ταυρικής βρισκόταν η πόλη Χερσόνησος, που κατοπινά ονομάστηκε Χερσών και σήμερα λέγεται Σεβαστούπολη (ρωσικά Σεβαστοπόλ). Κέντρο πάλι της επαρχίας Γοτθίας ήταν, κατά το πρώτο μισό του 15ου αιώνα, η πόλη Θεοδώρα ή Θόρν.
Πρέπει να σημειώσουμε, τέλος, ότι πέρα α­πό την Ταυρική και σ' όλη την παραλία της Ρωσίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας και Θράκης υπήρχαν, στις διάφορες περιόδους της ιστο­ρίας, από την ελληνική, ελληνιστική, μιθριδατική, ρωμαϊκή, βυζαντινή, μέχρι την περίοδο της αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών του Πόντου και της κατοπινής Τουρκοκρατίας, ένα πλήθος από ελληνικές αποικίες, εκτός από αυτές που αναφέραμε, οι οποίες, μαζί με τις πιο ακμαίες ελληνικές πόλεις της νότιας πα­ραλίας, έκαναν τον Εύξεινο Πόντο να μοιάζει με λίμνη ελληνική και τις ακτές του με κυψέ­λη, όπου, ο' όλες τις εποχές, συνωστίζονταν ποι­κίλα πλήθη Ελλήνων και ελληνικών καραβιών. Και ανάμεσα σ' όλες αυτές τις πόλεις της Μαύ­ρης Θάλασσας, ξεχώριζε και πρόβαλλε σαν βα­σίλισσα και δέσποινα αυτοκρατορική η πρω­τεύουσα του Πόντου, η Τραπεζούντα.

Χρήστος Σαμουηλίδης

"ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ"