Σύννεφο με παντελόνι ή ο δέκατος τρίτος Απόστολος ( Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι)

Σάββατο, 26 Μαΐου 2018

Τετράπτυχο

1) Κάτω την αγάπη σας!
2) Κάτω την τέχνη σας!
3) Κάτω το καθεστώς σας!
4) Κάτω την θρησκεία σας!

Πρόλογος

Την σκέψη σας
την ονειρεύουσα με μαλάκυνση του εγκεφάλου,
σαν πολύσαρκος λακές πάνω στον καναπέ λιγδιασμένο,
θα ξεσχίσω τις καρδιές σας με δεξιότητα κανίβαλου,
θα σας περιπαίζω, θρασύς και αηδιασμένος.

Η ψυχή μου χωρίς γκρίζα μαλλιά και μπριγιάν,
και δίχως στοργή γεροντική!
Με την ισχύ της φωνής μου κουφαίνω το σύμπαν,
και όμορφος εικοσιδιάχρονος
βαδίζω με σιγουριά νταηκή.

Εσείς οι τρυφερούληδες!
Την αγάπη με το βιολί εξηγείτε.
Ο αγενής την ερμηνεύει με νταούλι.
Αλλά τον εαυτό σας να αναποδογυρίζετε,
όπως εγώ δε μπορείτε,
για να γίνεστε μόνο χείλη!

Πάρτε μαθήματα!
Από τη θηλυκιά με έξω το «ρωγοβύζι»,
από το άπατο ντεκολτέ,
η οποία τα χείλη ήρεμα ξεφυλλίζει
σαν νοικοκυρά τις σελίδες του τσελεμεντέ.

Θέλετε,
θα είμαι κρέας σαρκοβόρο,
ή, αλλάζοντας του πάθους την οθόνη,
θέλετε,
να είμαι τρυφερό δώρο,
όχι άνδρας, αλλά σύννεφο με παντελόνι.

Δε θέλω να πιστέψω πως υπάρχει ασχημία!
Και συνεχίζω να υμνώ με βλασφημία
τους άντρες παραξαπλωμένους σαν νοσοκομείο,
και τις γυναίκες ταλαιπωρημένες σαν παροιμία.
Η Οδησσός γύρω στα 1800


1. Κάτω την αγάπη σας!

Ήταν χωρίς δώρο λοταρία.
Έχει συμβεί,
έχει συμβεί στην Οδησσό.
«Θα ‘ρθω στις τέσσερεις», είπε η Μαρία1.
Εννέα,
Δέκα.
Έντεκα… την ώρα μισώ.

Έφυγε ο παράδεισος
στης νύχτας την ανατριχίλα
από το παράθυρο,
σκυθρωπός,
δεκάμβριος2.
Πισ’ απ’ την πλάτη μου χαχανίζει η τσατίλα
μακάβρια.

Δε με χωράει κανένας θώκος:
Μυώδης γίγαντας
στενάζει,
κουβαριάζεται από τον πόνο.
Τι θέλει αυτός ο όγκος;
Μα ο όγκος έχει γεννητόριο ορμογόνο!

Αφού δεν έχει σημασία,
ακόμη κι αν φοράς ράσο,
ή όλη τη ζωή σου κυνηγάς το σαρκίο.
Τη νύχτα θέλεις το κουδούνισμά σου
να κρύβεις στο μαλακό,
στο γυναικείο.

Εδώ,
πελώριος,
καμπουριάζω πάνω στο παράθυρο
και λιώνω το γυαλί με την κουτελάρα μου ζεστούτσικη.
Θα φτιάξουμε αγάπη ή όχι;
Θα είναι
μεγάλη ή μικρούτσικη;

Απίθανη η μεγάλη για σώμα τέτοιο,
θα είναι μικρή
αφτέρωτη ερωτούλα.
Καλοφτιαγμένη και εμπρηστική αναίτια,
η αυτάρεσκή μου γατούλα.

Ακόμη και πάλι
στον τοίχο κολλημένος,
αγκαλιά με αόρατο σώμα του άχθου,
περιμένω
ραντισμένος από βροντή του μικροαστικού ρόχθου.

Με το τσεκούρι της, αιμοβόρα,
ψάχνει,
βρίσκει
τον παθιασμένο!
Έπεσε η ώρα δώδεκα
σαν απ’ το ικρίωμα το κεφάλι του καταδικασμένου.

Της βροχής οι σταγόνες πάνω στο γυαλί
έρπουν ελικοειδής,
κάνουν γκριμάτσες ιμιτασιόν
σαν να ωρύονται οι χείμερες
της Παναγίας των Παρισίων.

Καταραμένη!
Αυτή είσαι; Αχόρταγη και ποζάτη.
Ενώ τρέχει το αίμα μου στο πουθενά,
ακούω,
σιγά σιγά
σαν ασθενής απ’ το κρεβάτι,
πηδάει ένα νεύρο,
και να!
πρώτα σεργιάνιζε
σαν ρεμπελιό,
μετά άρχισε να τρέχει
αναστατωμένο,
ως φασαρίας.
Τώρα εκείνο και άλλα δυο
παραδέρνουν σε ρυθμό τυμπανοκρουσίας.

Πέφτει ο ουρανός πάνω στη γη, βροχή εν είδη.
Τα νεύρα,
μεγάλα,
μικρά,
δημιουργούν επεισόδια!
καλπάζουν λυσσασμένα,
και είδη,
τους λύνονται τα πόδια!

Η νύχτα τείνετε η απαθής,
στο δωμάτιο,
από το βούρκο της δε μπορεί ν’ αποτραβιέται το βαρύ μάτι.
Έξαφνα η πόρτα άνοιξε με κλαγγή
σαν να είναι της φυλακής
και δεν θέλει να μπεις.

Μπήκες,
τραχύ σαν το «πάρτε!»,
άχρωμη κολώνα μπετόν αρμέ,
και είπες
με ηρεμία στο φόρτε:
«Αύριο υπανδρεύομαι».

«Συγχαρητήρια!»,
πνίγω το ύφος
του πικραμένου.
Βλέπετε, είμαι ήρεμος και μακάριος,
και έχω το σφυγμό
του πεθαμένου.

Θυμάστε;
Λέγατε:
«Τζακ Λόντον,
λεφτά,
έρωτας,
πάθος»,
ενώ εγώ έβλεπα,
είσαι η Τζοκόντα,
όμως έκανα
λάθος.

Ξανά ερωτευμένος θα βγω
και θα ιδρώσω σαν τους θήτες.
Και τι έγινε;
Στο σπίτι που κάηκε,
που και που ζούνε αλήτες!

Πειράζετε;
Θα πατήσω κάποια ηλικία,
για ν’ αποκτήσω το δικό σας κεφάλι κλούβιο.
Να θυμάστε!
Χάθηκε η Πομπηία,
όποτε πείραξαν το Βεζούβιο!

Ε!
Κύριοι!
Λάτρες
βεβηλώσεων,
εγκληματιών,
του πολέμου των ανέμων.
Το πιο τρομερό είδατε;
Είναι το πρόσωπό μου,
όταν
είμαι
ήρεμο όν.

Και νιώθω πως
το «εγώ»
μεγαλώνει μες στο μυαλό
σιγανά.
Εμπρός!
Ποιος μιλάει;
Μαμά;
Μαμά!
Ο γιος σου έχει την ωραία ασθένεια!
Μαμά!
Έχει της καρδιά την πυρκαγιά.
Πες’ το στις αδελφές μου
και στην αγαπημένη μου γιαγιά.

Η κάθε λέξη μου
φλογερή νταρντάνα,
στο στόμα-φούρνο, πετάγεται
σαν τσίτσιδη πουτάνα
απ’ το οίκο ανοχής που καίγεται.

Με μάτια και μύτες τους
μυρίστηκαν φωτιά οι χέστες.
Κάλεσαν κάποιους,
με φόρμες,
με κράνους!
Όχι με μπότες!
Πέστε στους πυροσβέστες,
στην καρδιά που καίγετε εισχωρούν,
μόνο οι άνους.

Μόνος μου.
Τα μάτια δακρυσμένα θα γουρλώσω.
Στα πλευρά μου θ’ ακουμπήσω
και προσπαθώ να βγω ενόσω.
Έσπασαν!
Αδύνατον απ’ την καρδιά να ξεπηδήσω!

Στον πρόσωπο που καίγεται,
απ’ τον χειλιών το σκάσιμο,
φιλάκι καρβουνιασμένο πασχίζει να σωθεί.
Μαμά!
Ο έρωτας είναι τραγούδι κολάσιμο,
αλλά η καρδιά μου ανθεί!

Φιγούρες λέξεων η φωτιά απανθράκωνε,
κι απ’ το κρανίο πετάνε
σαν παιδιά που καίγονταν.
Έτσι ο τρόμος
να πιαστούν απ’ τον ουρανό
σήκωνε
της «Λουζιτάνιας3 τα χέρια που φλέγονταν.

Τους φοβισμένους ανθρώπους
στου δωματίου τη σιγή,
στα μάτια κοίταξε.
Ποιητή!
Αυτό που καίγομαι,
στους αιώνες στέναξε!


2. Κάτω την τέχνη σας!

Δοξάστε με!
Δεν αποδέχομαι αυτό το μπουρντέλο.
Εγώ στα πάντα που έγιναν
βάζω «nihil4».
Ποτέ,
να διαβάζω δεν θέλω.
Με συγχύζουν
απ’ τα βιβλία οι τοίχοι!

Άλλοτε νόμιζα
αλλοπαρμένος:
Ήρθε ο ποιητής,
εύκολα άνοιξε το στόμα,
κι αμέσως τραγούδησε ο εμπνευσμένος.
Δεν ήξερα ακόμα,
ότι πριν βγάζεις από λέξεις μελωδία,
πολύ καιρώ τριγυρνάνε απ’ τη ζύμωση αποχαυνωμένες.
Αργά τσαλαβουτάει στο βόρβορο της καρδιάς
η σαρδέλα της φαντασίας υπνωμένη.

Ως που γρατσουνίζουν το βιολί των ριμών,
από τους έρωτες και αηδόνια κάτι βρώσιμο,
το πόπολο, ο ένας των άλλον ανατρέφει κλοτσηδόν
με λεξιλόγιο μη αναλώσιμο.

Από τους πύργους της Βαβυλώνας, τις πόλεις
με υπερηφάνεια ανυψώνουμε εδώ κι εκεί,
η άπλωσή τους στα χωράφια σαν πανώλη,
που θανατώνει
τη δομή γαλαξιακή.

Ο όχλος τα βάσανά του κουβαλάει,
το ουρλιαχτό στητό από τον φάρυγγα εξέχει.
Κόλλησε εγκάρσια στο λαρύγγι το τραμβάι,
σταμάτησαν taxi, κάρα, δηλαδή το παν που τρέχει.

Της πόλης το στήθος μυριοπατημένο,
έχει τα κόκκινα μάγουλα του φυματικού
και σπρώχνει τα κοκκινόμαυρα αιμοσφαίρια
προς το
στόμα-πλατεία
του μιασματικού,
διώχνοντας της ειρήνης τα περιστέρια.

Θα ‘λεγε κανείς,
ο θεός θυμωμένος
έρχεται να τιμωρεί,
ενώ η πλατεία,
«Δικαιοσύνη!» παραληρεί.

Φορτώνεται η πόλη μεγαδυστυχίες και παθηματάκια,
και δε μπορεί να πάρει ανάσα,
ενώ μέσα στο στόμα της
πεθαμένων λέξεων σαπίζουν τα πτωματάκια,
μόνο δυο ζουν παχιές:
Το «μαλάκα»
και άλλη μια
η «μάσα».

Είσαι ποιητής;
Πώς να μη θρηνείς
από την πανούκλα-κακογλωσσιά;
Πώς με δυο τέτοιες να υμνείς
την ομορφιά,
την αγάπη,
και το λουλούδι κάτω από τη δροσιά;

Και πίσω απ’ τους ποιητές
οι άλλοι χριστιανοί:
Φοιτητές,
πόρνες,
παράγοντες.
Κύριοι!
Σταματήστε!
Δεν είστε ζητιάνοι.

Είστε μεσάζοντες
μεταξύ του φόβου
κι εκείνους που νταήδες παριστάνονται
και πουλάνε απάτη.
Αυτοί,
που ως τσάμπα προσφορά τσιμπουκόνοντε
σε κάθε διπλό κρεβάτι.

Απ’ αυτούς
να ζητάμε βοήθεια;
Ναι ικετεύουμε για νέα χαραυγή
και την αγάπη του πλησίον!
Μόνοι μας είμαστε αληθινοί δημιουργοί
μέσα στον παλμό
των εργοστασίων και εργαστηρίων.

Για μένα η ιστορία
Φάουστ-Μεφιστοφελής,
πάλλεται με πιο χλιαρές νότες!
Εγώ γνωρίζω
πως το καρφί στην μπότα μου
είναι πιο φρικτό παρά η φαντασία του Γκαίτε.

Είμαι
χρυσόστομος
και η κάθε μου λέξη αηδόνι,
την ψυχή ανανεώνει
και το σώμα το βάρος του χάνει.
Σας λέω:
Του ζωντανού η μικρότερη σκόνη
πιο πολύτιμη απ’ αυτά που κάνω ή είχα κάνει.

Ακούστε!
Κηρύσσει,
χτυπιώντας και χάνοντας το τιμόνι,
ο σύγχρονος Ζαρατούστρας με λόγο αλλόκοτο!
Εμείς,
με πρόσωπο σαν τσαλακωμένο σεντόνι,
με χείλη κρεμασμένα σαν πολύφωτο.
Εμείς οι δεσμώτες της πόλης-λεπροκομείου,
όπου το μάλαμα και η λάσπη διαβρώνουν τη λέπρα.
Είμαστε παιδιά του βρεφοκομείου
που δε είχε ποτέ σταθμά και μέτρα!

Και αψηφούμε,
ότι οι Όμηροι και οι Οβίδιοι δεν έχουν
ανθρώπους σαν εμάς
απ’ την καπνιά με βλογιοκομμένα πρόσωπα πληθώρα.
Ξέρω,
οι χίλιοι ήλιοι θα ωχριάσουν όταν προσέχουν
τον ψυχών μας τα εδάφη χρυσοφόρα!

Οι τένοντες και οι μύες, από τις προσευχές πιο αξιόπιστες.
Εμάς εξυψώνουν οι ανδριάντες.
Εμείς,
ο καθένας,
κρατάμε στις παλάμες ροζιαστές
των κόσμων τους κινητήριους ιμάντες!

Ανέβαινα στις Γολγοθές των ακροατηρίων
τις Αγίας Πετρούπολης, Μόσχας, Κιέβου, ουχ ήττων5,
μετατρέπονταν σε αίθουσες δικαστηρίων,
και όλοι φώναζαν
«Σταύρωσέ τον!»

Αλλά εγώ
και αυτούς που
με προσέβαλλαν τάχατε,
αγαπώ, δεν θεωρώ στίφη.
Είδατε
πως το σκυλί το χέρι που το χτυπάει γλύφει;

Εγώ
ο περίγελως της σημερινής γενιάς
σαν μεγάλο
ανέκδοτο αρσίζικο,
βλέπω δεινά (που δεν βλέπει ο ντουνιάς)
με το μάτι τελεσίδικο.

Οι αχόρταγοι κι οι πεινασμένοι έρχονται σε ρήξη
και βουλιάζουν στου κατακλυσμού τη χοάνη,
έρχεται το έτος δεκαέξι,
φορώντας της επανάστασης το ακάνθινο στεφάνι.

Είμαι της επανάστασης ο πρόδρομος,
και με τον πόνο ζευγάρωσα,
σε κάθε απογείωσης διάδρομο
τον εαυτό μου σταύρωσα.

Μόνο στα όνειρα ένιωσα χαλάρωση,
έκαψα ψυχές σε βαθμό τέλειον,
είναι πιο δύσκολο από το να κάνεις άλωση
χιλιάδων Βαστίλιων.

Κι όταν
το χάλι
θα πατήσει τη σκανδάλη,
εγώ μπροστάρης
παλαβός απ’ την ιδέα,
την ψυχή μου για σας θα ξεριζώσω,
θα ποδοπατήσω
να γίνει μεγάλη,
και ματωμένη θα δώσω σαν σημαία.


3. Κάτω το καθεστώς σας!

Γιατί αυτό,
και από πού
το φωτεινό ήρθε και ρήμαξε
του μέλλοντος τα ανθοκομεία;!
Και το κεφάλι με απόγνωση έσφιξε
η σκέψη για τρελλοκομεία.

Και σαν κατά
του θωρηκτού ναυάγιο,
απ’ του πνιγμού τους σπασμούς
στου καθέκτη το άνοιγμα,
μέσα στους κοχλασμούς
όρμησε ο Μπουρλιούκ6,
νιώθοντας της θανής το άγγιγμα.

Πρώτα φανερώθηκε
το ματωμένο κεφάλι του φαρακλό.
Βγήκε,
σηκώθηκε,
από τον πόνο στρεβλός
και με την τρυφερότητα αιφνίδια
στον άνθρωπο παχουλό,
αμήχανα είπε: «Καλώς!»

Κακόκαλο, όταν σου προσφέρουν θολό πιόμα,
και το απολαμβάνεις κατανοώντας, βερμούτ εν.
Καλόκακο, όταν σε ρίχνουν στου ικριώματος το στόμα
και να φωνάζεις
«Πίνετε κακάο Βαν Γκούτεν!7»

Η ζωή είναι
ένα μικρό
πηγαδάκι,
απ’ το οποίο
το νερό δεν πίνεται.
Και μέσα απ’ τον τσιγάρων το καπνό
σαν του λικέρ ποτηράκι,
το πρόσωπο του μπεκρού Σεβεριάνιν8 επιμηκύνεται.

Πως τολμάς να λέγεσαι στιχουργός
και ωχρούτσικος τιτιβίζεις σαν ορτύκι.
Σήμερα
πρέπει
με σιδερογροθιά, σαν χειρουργός
ν’ ανακατεύεις του κρανίου το ξίγκι!

Εσείς,
που ανησυχείτε από σκέψη μοναδική
«κομψά χορεύω;»,
κοιτάξτε πως καλοπερνώ,
είμαι
ο μαστροπός με το χαμόγελο γλυκύ
και ο χαρτοκλέφτης που παρακινδυνεύω.

Από σας τους ερωτομουσκεμένους
που έχετε δάκρυα, τσέπη γεμάτη,
θα απομακρυνθώ
και ως μονόκλ τον ήλιο φλογοκαμένο,
θα τοποθετήσω στο ορθάνοιχτο μάτι.

Απίθανα παρδαλοφορεμένος,
θα περπατήσω τη γη
για να αρέσω και να καίω,
και πίσω μου θα σέρνω ηλιοκαμένος
με αλυσιδίτσα τον Ναπολέοντα σαν μοπς φρικαλέο.

Όλοι η γη, γυναίκες πλαγιασμένες,
θα κουνάνε τη σάρκα τους να δίδονται θέλοντας,
περνάω δίπλα από τις στοιβαγμένες,
νιώθοντας
λέοντας.

Ξαφνικά
κάτι πάει σύννεφο
στον ουρανό,
τα μαύρα νέφη όρμισαν πάνω στα λευκά
και άρχισε ένα τράνταγμα τρανό
σαν να λύνονται προβλήματα καρδιακά.

Το μπουμπουνητό βγήκε αγριωπό,
με ζέση ξεμύξισε
και σαν παιγνιδιάρικο βρέφος
έπαιζε με της φύσης τα κουδούνια.
Και κάποιος
μπερδεύτηκε στα δεσμά των νεφών
και άπλωσε τα χέρια-αστραπές,
στολίζοντας τον ουρανό
με του νεόν
τις σύντομες αναλαμπές.

Αφελείς! Νομίζετε πως είναι γιορτές,
και οι βροντές
είναι του εντυπωσιασμού τα εφέ;
Αυτό να εξοντώσει τους στασιαστές
έρχεται ο στρατηγός Γκαλιφέ9.

Βγάλτε γλεντζέδες τα χέρια απ’ το παντελόνι!
Πάρτε μαχαίρι, πέτρα ή σφεντόνι,
εάν όμως κάποιος δεν έχει το κουλό του
να ‘ρθει και να μάχεται με το κούτελό του.

Ελάτε ψωμοζήτες,
λέρες,
αλήτες
που ζείτε ψυλλιασμένες μέρες.
Ελάτε,
Τρίτες και Δευτέρες
να σας κάνουμε γιορτινές, με αίμα να βάψουμε,
για να θυμηθεί υπό την απειλή η γη διεφθαρμένη
πόσους σακάτεψε!
Η Γη
χοντρή σαν ερωμένη
την οποία ο Ρότσιλντ βάτεψε.

Να κυματίζουν οι σημαίες μέσα στο τουφεκίδι,
όπως σε κάθε γιόρτασμα αληθινό,
ψηλά σηκώστε φανοστάτες ως στολίδι,
των λεφτάδων το σφαχτό χοιρινό.

Τα νύχια μου έξυνα για καβγά,
έφτανα στην καρδιά με την πινέζα
και με τα δόντια έσφαζα κορμί.
Στον ουρανό κόκκινο σαν Μαρσεγιέζα
μες στα σπασίματα ψοφούσε η παρακμή.

Είναι η φαντασία μου τρελή,
τίποτα δε θα γίνει!
Θα ‘ρθει η νύχτα
και θα διώξει
τα όνειρά μας κλοτσηδόν.
Βλέπετε, ο ουρανός
φέρνει ειρήνη με την κινίνη
και χούφτα ραντισμένων με προδοσία αστεριών!

Ήρθε η άφεγγη.
Σαν τον Μαμάϊ10 έβαλε το πισινό
πάνω στο σβέρκο των πόλεων.
Αυτή η νύχτα έχει βλέμμα αλγεινό,
και είναι μαύρη σαν τον Αζέφ11, το τέρας αποφόλιον.

Μαζεύομαι, ριγμένος στης ταβέρνας τις γωνιές,
με το κρασί περιχύνω την ψυχή και το τραπεζομάντηλο,
και βλέπω
στη γωνιά, της Θεοτόκου μάτια-διακονιές,
την καρδιά μου ακουμπάνε από το ασημοκάντηλο.

Τζάμπα χαρίζεις φως απ’ το αχνάρι πασσαλειμμένο
στου καπηλειού τους θαμώνες που δε σε εκτιμάνε.
Δε βλέπεις,
αντί του γιού σου
καταφτυμένου,
τον Βάραβα προτιμάνε;

Μήπως μέσα στο πλήθος άμορφο
είμαι ο μόνος ελεύθερος υπό όρους.
Εγώ,
είμαι ίσως
ο πιο όμορφος
από τους γιους σου όλους.

Δώσε τους κάτι,
για να έχουν κάτι κι αυτοί να δώσουν,
ας είναι και κάποια βίτσια,
και να γίνουν τα παιδιά, όταν θα μεγαλώσουν:
Τα αγόρια πατέρες,
και έγκυες τα κορίτσια.

Τους νεογεννημένους άφησε να αποκτήσουν
τα άσπρα μαλλιά των προβλημάτων,
και θα ‘ρθουν αυτοί
για να βαφτίσουν,
με ονόματα των δικών μου ποιημάτων.

Εγώ που εξυμνώ το ατελή και το τέλειο,
πότε ταπεινός και πότε ασύστολος,
είμαι στης αληθινής ζωής το ευαγγέλιο
ο δέκατος τρίτος απόστολος.

Κι όταν η φωνή μου χυδαία,
αλλά δροσίζει,
κι όταν καθημερινά
δέχομαι του όχλου το ανάθεμα,
ίσως ο Ιησούς Χριστός μυρίζει
της ψυχής μου τα χρυσάνθεμα.


4. Κάτω την θρησκεία σας!

Μαρία! Μαρία! Μαρία!
Ελευθέρωσέ με Μαρία!
Δεν μπορώ πάνω στον δρόμο!
Δεν θέλεις;
Τι περιμένεις;
Να ‘ρθω με μάγουλα βαθουλωμένα,
εκείνος που τον γεύτηκαν πολλές
άνοστος,
και ως φαφούτης,
να μουρμουρίζω ευτυχισμένα,
ότι τώρα είμαι
«πολύ γνωστός»;

Μαρία,
βλέπεις
πως καμπουριάζω;
Οι άνθρωποι στους δρόμους:
Το λίπος εισδύει
από τις τετραώροφες βρογχοκήλες,
καρφώνουν πάνω μου
τα μικρά μάτια του κοπαδιού,
φθονούν τα αρώματα-βαρβατίλες,
ας είναι
και μπαγιάτικο μπουρέκι
του χθεσινού χαδιού.

Ο δρόλαπας χύνει πάνω στην πόλη,
είναι ο επιβήτορας της Γης και ο γόης,
και η γονιμοποίηση
οργιάζει
στο περιβόλι,
και στάζει το υγρό
απ’ τα χαμηλωμένα μάτια
της υδρορροής.

Μαρία!
Πως στα λιπαρά αφτιά τους να χώνεις ένα αθόρυβο λόγο;
Το πουλί
διακονεύει με το κελάηδημα,
τραγουδάει
πεινασμένο, όμως ηχηρά,
αλλά εγώ,
άνθρωπος απλός που ζω
δίπλα στης πόλης βρώμικης τον λόφο-οίδημα.
Μαρία, θέλεις να σφίξω
με της γροθιάς τη σύσπαση
το λαρύγγι μου σκληρά;

Μαρία!
Αγριεύουν των οδών οι πάροδοι
και συχνάζουν εκεί οι πομπές με κασέλα.
Άνοιξε!
Πονάω!
Βλέπεις καρφωμένες στα μάτια καρφίτσες
απ’ τα γυναικεία καπέλα.

Μου άνοιξες! Ευχαριστώ!
Κορίτσι μου!
Μη φοβάσαι
της πάνω στον σβέρκο μου καλλονές,
είναι γυναίκες της επιβίωσης και όχι του μύθους,
εδώ μες στη ζωή μου σέρνω
αγάπες χίλιες μεγάλες και αγνές
κι εκατομμύρια μικρούς και βρώμικους πόθους.

Μη φοβάσαι,
πως ξανά,
στης αγάπης την κακοκαιρία
θα φιλάω χίλια χείλη γυναικών
«που αγαπάνε τον Μαγιακόφσκι»,
μα αυτές είναι δυναστεία,
(στην καρδιά του ερωτόληπτου), ανεβασμένων βασιλισσών.

Μαρία, έλα κοντά μου!
Μέσα στη γύμνια της αδιαντροπιάς
και του φόβου την τρεμούλα,
δώσε μου των χειλιών σου την ανθηρή γοητεία.
Με χάδια να αντικαταστήσεις τη φωνούλα,
και να γευτούμε
ακόμη και την ασιτία.

Μαρία!
Ο ποιητής με σονέτα υμνεί την Τιανή12,
ενώ εγώ είμαι
φτιαγμένος απ’ το κρέας,
και είναι φυσικό το δικό μου το ενδιαφέρον,
απλά το κορμί σου ζητάω,
όπως ζητάνε οι χριστιανοί:
«…τον επιούσιον
δος ημίν σήμερον».

Μαρία, έλα!
Μαρία!
Φοβάμαι ότι το όνομά σου θα ξεχάσω,
όπως ο ποιητής φοβάται να ξεχάσει
κάποια,
μέσα στα βάσανα της νύχτας, γεννημένη λέξη
με την μεγαλοσύνη της ισάξια με τον Θεό.
Το κορμάκι σου
θα το φυλάω και θα το αγαπάω,
όπως απ’ τον πόλεμο ακρωτηριασμένος στρατιώτης,
άχρηστος,
κανενός,
φυλάει το πόδι του μοναδικό.

Μαρία,
δεν θέλεις;
Δεν θέλεις!
Αυτό σημαίνει πως ξανά,
σκοτεινιά
και με το κεφάλι σκυμμένο
την καρδιά μου
μέσα στα δάκρυα βουτάω.
Σαν σκυλί, το πόδι απ’ το τρένο πατημένο
στο σπιτάκι μου
κουβαλάω.

Με τις καρδιάς μου το αίμα
λουλούδια ποτίζω.
Ευωδιάζουν, αλλά γεμάτα αγκάθια.
Αναρωτιέμαι,
γιατί ζω;
Γιατί εκπέμπω ηδυπάθεια;
Και όταν σύμφωνα με της ζωής τον νόμο
θα πλησιάζει η κακή ημέρα,
εκατομμύρια τριχοειδών αγγείων θα στρώσουν τον δρόμο
προς το σπίτι του Πατέρα.

Θα βγαίνω
βρώμικος από κάποιο υπόγειο,
μαζί με κάποια εταίρα
και θα του πω:
Πατέρα, είσαι της αδιαφορίας
το τέρας.

Δεν βαρέθηκες
εκεί στων σύννεφων το κισέλι
να βουτάς τα πρησμένα σου μάτια
στο ζελέ του Καλού;
Έλα να κάνουμε καρουσέλι
πάνω στο δέντρο του Κακού!

Εσύ ο Πανταχού Παρών, θα είσαι μέσα σε κάθε ντουλάπα,
με τα καλύτερα κρασιά θα ξεχάσουμε
…αυτό… του μέτρου,
για να αλλάξουμε την μάπα
του σκυθρωπού απόστολου Πέτρου.

Ενώ μες στο παράδεισο ξανά θα φέρουμε τις Εύες.
Διέταξε!
και σήμερα το βράδυ,
απ’ τις πλατείες, τις ομορφότερες… κόβω τις φλέβες!
θα φέρνω για χάδι.

Θέλεις;
Δεν θέλεις;!
Παραμένεις κορδωτός,
σκέψου καλύτερα, άφησε το ινάτι.
Νομίζεις,
αυτός που είναι πίσω σου, ο φτερωτός
για την αγάπη γνωρίζει κάτι;

Κι εγώ κάποτε ήμουν άγγελος-άγιος,
σαν γλυκούλη αρνάκι έριχνα τις ματιές,
και ήμουν μέχρι την αφέλεια πάγιος
έως που γνώρισα του έρωτα τις λαβωματιές.

Παντοδύναμε!
επινόησες δυο χέρια δραστήρια,
έκανες ο καθένας να έχει κεφάλι,
γιατί δεν σκέφτηκες
να γίνονται όλα χωρίς μαρτύριο:
φιλιά, αγκαλιά και … σκανδάλη;!

Νόμιζα είσαι σοφό και υπέρτατο όν,
αλλά είσαι ένα ημιμαθή «αστέρι».
Βλέπεις σκύβω,
κι απ’ το λαιμό της μπότας
βγάζω το δίκοπο μαχαίρι.

Φτερωτοί αλήτες!
Βολευτήκατε κατ’ απ’ του παραδείσου τον γείσο,
σας άφησαν λάσκα!
Εγώ εσάς που αναδίδετε λιβάνι, θα σχίσω
απ’ εδώ μέχρι την Αλάσκα!

Αφήστε με!
Αδύνατον να με σταματήσετε.
Έχω ικανότητες να εκτιμήσω
της Δημιουργίας το ποιόν,
και δε μπορώ να κρύψω τν οργή.
Κοιτάξτε!
Αποκεφάλισαν το φως των αστεριών
και τον ουρανό μάτωσαν με σφαγή!

Εσείς!
Του ουρανού,
που κρύβεστε μέσα στης ευτυχίας τη θαλάμη.
Έρχομαι εκεί,
βαθμηδόν.
Ενώ ο γαλαξίας κοιμάται,
θέτοντας πάνω στην παλάμη
το τεράστιο αφτί των αστερισμών.
1914 – 1915

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι







Υποσημειώσεις


1.Μαρία Αλεξάντροβνα Ντενίσοβα – Το πρότυπο της ηρωίδας του «Σύννεφου με παντελόνι».
2.Δεκάμβριος – Ο μεταφραστής και άλλες φορές ακολουθεί την τεχνοτροπία του Μαγιακόφσκι ο οποίος πολύ συχνά μετατρέπει ουσιαστικά, ονόματα, επίθετα σε ρήματα. Εδώ κάνει το ουσιαστικό επίθετο, δηλαδή «κρύος», και το κάνει ρίμα με τη λέξη «μακάβριος».

3.Λουζιτάνια – Στις 7 Μάιου 1915, γερμανικό υποβρύχιο τορπίλισε το υπερωκεάνιο «Λουζιτάνια», που κάηκε στην ανοιχτή θάλασσα με όλους τους επιβάτες του. Ήταν μια από τις αφορμές για τη συμμετοχή των Η.Π.Α στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
4.nichil – τίποτα (λατ.)
5.ουχ ήττων – εν τούτοις, όμως

6.Μπουρλιούκ Νταβίντ Νταβίντοβιτς (1882-1967) – Ζωγράφος, ποιητής, εκπρόσωπος του «αριστερού» μοντερνισμού, από τους ηγέτες του ρωσικού φουτουρισμού. Λέει γι' αυτόν ο Μαγιακόφσκι: «Με παντοτινή αγάπη σκέφτομαι τον Νταβίντ. Θαυμάσιος φίλος. Ο μοναδικός μου δάσκαλος. Ο Μπουρλιούκ μ' έκανε ποιητή. Μου διάβαζε Γάλλους και Γερμανούς. Με γέμιζε βιβλία. Περπατούσε και μιλούσε δίχως τελειωμό. Δε μ' άφηνε ούτε βήμα. Μου έδινε κάθε μέρα 50 καπίκια. Για να γράφω χωρίς να πεινώ».

7.Πίνετε κακάο Βαν-Γκούτεν! – Γεγονός, από τις εφημερίδες της εποχής: Ένας μελλοθάνατος συμφώνησε να φωνάξει πριν τον εκτελέσουν αυτά τα λόγια, επειδή η φίρμα αυτή είχε υποσχεθεί μεγάλη αμοιβή στην οικογένεια του.

8.Σεβεριάνιν Ίγκορ – Ρώσος ποιητής (1887-1941) ιδρυτής του Εγώ-φουτουρισμού το 1911 με την έκδοση ενός μικρού φυλλαδίου με τίτλο «Πρόλογος» (Εγώ-φουτουρισμός).

9.Γκαλιφέ – Ο γάλλος στρατηγός που έπνιξε στο αίμα τους επαναστάτες της Κομμούνας του Παρισιού.

10.Σαν τον Μαμάϊ έβαλε το πισινό – Στρατιωτικός αρχηγός της Χρυσής Ορδής των Ταταρο-Μογγόλων, που έκαναν καταστρεπτικές επιδρομές στη Ρωσία. Στην πραγματικότητα, κάθοντας στα σανίδια τοποθετημένα πάνω στα σόματα των νικημένων γλεντούσαν όχι ο Μαμάϊ, αλλά οι στρατηλάτες του Τσενγκίς Χαν μετά από τη μάχη στην πόλη Κάλκα το 1223.

11.Άζεφ (1869-1918) – Προβοκάτορας από τους καθοδηγητές του κόμματος των Εσέρων (Σοσιαλεπαναστατών). Το 1908 ξεσκεπάστηκε το πραγματικό του πρόσωπο σαν μυστικός πράκτορας της Οχράνας (μυστική αστυνομία της Ρωσικής Αυτοκρατορίας) και καταδικάστηκε σε θάνατο από την Κ.Ε του κόμματος αυτού, αλλά διέφυγε τότε το θάνατο. Πρόλαβε να παραδώσει στο θάνατο και στα κάτεργα εκατοντάδες αγωνιστές. Το όνομά του έγινε συνώνυμο της προδοσίας και του χαφιεδισμού.

12.Τιανή – γυναικείο όνομα από το ποίημα του Ίγκορ Σεβεριάνιν

Ο Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι είναι μόλις 22 ετών και γράφει το αριστούργημά του το «Σύννεφο με παντελόνι». Το επαναστατικό του πνεύμα δημιουργεί κάτι πολύ πρωτότυπο, ριζοσπαστικό και δύσκολο: στην γλώσσα, στην κατανόηση, στην οξύτητα… 
Μόνο αν διαβάζεις πολύ ποίηση θα καταφέρνεις να συγκρίνεις και θα καταλάβεις ότι πράγματι ξεχωρίζει.


Απόδοση 
Γ. Σοϊλεμεζίδης
Share
 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah