ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΝΤΑΡΤΩΝ ΤΗΣ ΣΑΝΤΑΣ ( Μάιος 1922 )

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014


3 - Ήλθαν έξι παιδιά από εκείνους που πήγαν μαζί με τον Ευκλείδη και είπαν ότι, ξεκινώντας από εδώ εφθάσαμε εις το σπήλαιον Αρπαλή και γύρω και ζητήσαμε τους Γαλιανίτας, αλλά δεν βρήκαμε κανένα. 
Πήγαμε εις το Αγρουζενόν όπου το χωρίον το βρήκαμε έρημον μόνον συναντήσαμε τρεις γυναίκες και μας είπαν ότι εδώ ο στρατός εμάζευσε όλον το χωριό εις τρία τέσσαρα σπίτια και τους έχει περιωρισμένους.
 Εφθάσαμε εις την Φάλαιναν της Λιβεράς· τα ίδια και εκεί καθώς και εις Λιβεράν· όλα τα ακρινά σπίτια είναι έρημα και λεηλατημένα και κανείς δεν φαίνεται, διότι όλοι είναι υπό περιορισμόν. Και ως εκ τούτου εμείναμε νηστικοί επί τέσσαρες ημέρες, τρώγοντας φύλλα οξυάς και διάφορα χόρτα. Ήλθαμε εις την Γαλίαναν και μόνον στρατιώτας βλέπαμε να περιφέρωνται μέσα στα χωριά.
 Ο Ευκλείδης πήγε με τους άλλους εις του Κουταλά, διότι από την πείναν δεν ήτο δυνατόν να έλθουν. Παντού ερήμωσις, παντού στρατός και τρομοκρατία. Επίσης και εμείς εδώ που μείναμε μόνον την ημέραν περνούσαμε με λίγες πατάτες και εξαντληθήκαμε πολύ.
Γιαμπολης 

6 - Το πρωί ήλθεν ο Ευκλείδης με τα παιδιά και είπαν ότι, μόλις χωρίσαμε με τα παιδιά, εμείς φθάσαμε εις του Κουταλά και εκείθεν εις το κονάκι του Οσμάν αγά, όστις μας έδωσε ψωμί και καπνόν και πήγαμε προς την Όλασσαν, όπου εμείναμεν άνωθεν του χωρίου εντός μικρού δασυλλίου. Και το πρωί φθάσαμε εις Μέζιρεν Κίρεζ, όπου ήσαν καλύβες τουρκικές εκ Τσικανόης και μας ετοίμασαν φαγί να φάμε.
 Εν τω μεταξύ όμως, φοβηθέντες ειδοποίησαν και στα χωριά τους ,και μόλις εφάγαμε και ξεκινήσαμε είδαμε όλους τους Τσικανοϊλήδες να τρέχουν πυροβολούντες. Αλλά εμείς πλέον ήμασταν ασφαλείς και χορτάτοι. 
Εφθάσαμε εις το παρχάρι της Ούζης, οπόθεν πήραμε τριάκοντα δύο αγελάδες και μετά μικρήν αψιμαχίαν εφθάσαμεν, φέροντες και τα ζώα μαζί. Αμέσως λοιπόν εσφάξαμε τα δώδεκα ζώα και πήραν τα δέρματα και το κρέας όσοι θα έφευγαν διά το Βατούμ, διότι ήσαν πολλοί. Εν τω μεταξύ τα φυλάκια μας ειδοποίησαν ότι στρατός φαίνεται εις το Ουζούν σιρτ και Τσιαρτακλή, οπότε αμέσως ανέβημεν εις το Μερτσιάν Λιθάρ’ και περιμέναμε, αλλά δεν ήλθαν και όλην την νύκτα ετοιμάσθημεν όλοι.

7 - Μίαν ώραν προς τα ξημερώματα κατέβημεν όλοι εις το Φτελέν, οπόθεν οι σαράντα εχωρίσθησαν διά τον δρόμον Κιλκιανλούκ, οίτινες έφευγαν διά το Βατούμ και τους οποίους συμβουλεύσαμε να μείνουν, διότι η εποχή δεν ήτο κατάλληλος διά τέτοιο μεγάλο ταξίδι, τονίζοντες ότι κατά τον Αύγουστον ή Σεπτέμβριον όλοι μαζί φεύγομε, οπότε και ο καιρός είναι ζεστός και στα χωράφια καθώς και στα δάση βρίσκεται κάτι να τρώγεται.
 Αλλ’ αυτοί μη ακούσαντες τας συμβουλάς μας και δειλιάσαντες από την κατάστασιν έφυγαν. Εμείναμε πίσω είκοσι τέσσαρες, πήραμε τα υπόλοιπα ζώα και φθάσαμε εις Καρά κοτύλ, όπου εκόψαμε τρεις αγελάδες και φάγαμε. Τότε είδαμε εις το Φτελέν μερικούς στρατιώτας, οι οποίοι διέκριναν τα ίχνη μας και τα παρακολουθούσαν, ενώ ήρχοντο προς εμάς.
 Μόλις πυροβολήσαμε κατ’ αυτών, ετράπησαν εις φυγήν. Το βράδυ ο Ευκλείδης με δέκα παιδιά πήρε τις αγελάδες και πήγε διά την Κάτραν εις τους Αρμενίους να τις αφήση εκεί. Και οι άλλοι πήραμε το κρέας των σφαγέντων ζώων και πήγαμε λίγο μακριά, άνωθεν από το σπίτι του Χαπέρ μέσα στο δάσος και εμείναμε και όπου θα μας συναντούσαν και οι άλλοι οι πηγαίνοντες εις Κάτραν. Όλην την νύκτα καβουρδίζαμε το κρέας να είναι έτοιμον και να το κρύψωμεν.

8 - Το πρωί, μόλις ξημέρωσε, βλέπομε στρατόν εις το Φτελέν να κυκλώνουν τα δάση και να ερευνούν πυροβολούντες, ενώ άλλοι κατέβαιναν από τα χωριά και έβαλλον στα δάση με πολυβόλα. Αφού έγινε επιθεώρησις εις το Βαϊβαΐ Τερέν, όπου ήμαστε και δεν βρήκαν κανένα, εγύρισαν τώρα προς το Καρά κοτύλ, όπου μας είδαν χθες οι στρατιώται, ενώ συγχρόνως από το βουνό κατέβαιναν και άλλοι και επέρασαν κάτω από δίπλα μας, κάπου διακόσια μέτρα μακριά και επυροβολούσαν συνεχώς.
 Ημείς απεσύρθημεν λίγο πέρα και καθίσαμε μέσα σε πυκνόν δάσος από κούμαρα και πυξόν να μη μας βλέπουν. Και ευτυχώς γλιτώσαμε όλοι μας. Θα είμαστε χαμένοι, αν μας αντελαμβάνοντο εκεί, διότι ήσαν πολλοί και δύσκολα θα διεφεύγαμε· και κυρίως εγώ, που δεν μπορούσα από τα πόδια μου να περπατώ, διότι πονούσαν φοβερά. Μόλις συνηντήθησαν όλοι εις το Φτελέν, κάθισαν και ανεπαύθησαν μισή ώρα. Κατόπιν εβάρεσε η σάλπιγγα και διελύθησαν, πηγαίνοντες κατά τμήματα άλλοι μεν εις Σάντα άλλοι δε κατά τα τούρκικα χωριά.

9 - Ήλθαμε πάλιν εις τας θέσεις μας και εμείναμε, αφού τακτοποιήσαμε όλον το κρέας και το κρύψαμε.
Πηλειδης Γεωργιος του Θεοδωρου  (1891-1972) .Απο την ενορια Ζουρνατσαντων

Εδώ θα παραθέσωμεν τα ονόματα όλων, όσοι έφυγαν διά το Βατούμ.

1. Κων/τίνος Τσιλιγγερίδης
2. Χριστόφορος Τσιλιγγερίδης
3. Γεώργιος Τσιλιγγερίδης
4. Χαράλαμπος Τσιλιγγερίδης
5. Αλέξιος Ματομενίδης
6. Αβραάμ Χιονίδης
7. Χριστόφορος Καϊταλίδης
8. Χριστόφορος Ευστ. Καϊταλίδης
9. Μιχαήλ Κοπαλίδης
10. Χαράλαμπος Κοπαλίδης
11. Συμεών Κοπαλίδης
12 Θεόδωρος Κοπαλίδης
13. υιός του Θεοδώρου Κοπαλίδης
14. Γεώργιος Κοπαλίδης
15. Αθανάσιος Πουμπουρίδης
16. Κοσμάς Πιστοφίδης
17. Κων/τίνος Σοϊλεμεζίδης
18. Ιωάννης Ξανθόπουλος
19. Ιωάννης Χρ. Χαριάδης
20. Ιωάννης Γ. Μελίδης
21. Ιωάννης Σωτηρόπουλος
22. Κων/τίνος Σωτηρόπουλος
23. Νικόλαος Σωτηρόπουλος
24. Κων/τίνος Ξανθόπουλος
25. Κων/τίνος Πιστοφίδης
26. Χρήστος Αγγελίδης
27. Ιωάννης Σοφιανός
28. Κων/τίνος Μερτσανίδης
29. Φωκίων Χαριάδης
30. Δημήτριος Καγγελίδης
31. Αριστείδης Γαρατσιάλ
32. Κων/τίνος Εφραιμίδης
33. Κων/τίνος Χειμωνίδης
34. Ιωάννης Η. Μελίδης
35. Χαράλαμπος Ιορδανίδης
36. Αβραάμ Πηλείδης
37. Ματθαίος Εφραιμίδης
38. Σταύρος Σπυριδόπουλος
39. Σταύρος Αδάκτυλος
40. Σοφία Γεωργ.Σισμανίδου.

Οι μείναντες

1. Ευκλείδης Κουρτίδης
2. Κων/τίνος Κουρτίδης
3. Ευστάθιος Κουρτίδης
4. Θεόδωρος Κουρτίδης
5. Φίλιππος Κουρτίδης
6. Ιωάννης Κουρτίδης
7. Χαράλαμπος Αρταγανίδης
8. Χαράλαμπος Αγγελίδης
9. Χριστόφορος Αγγελίδης
10. Χαράλαμπος Λαζαρίδης
11. Πολυχρόνιος Σπυριδόπουλος
12. Αλέξανδρος Σπυριδόπουλος
13. Γεώργιος Πηλείδης
14. Γεώργιος Σισμανίδης
15. Ευστάθιος Σισμανίδης
16. Σταύρος Σισμανίδης
17. Νικόλαος Κοπαλίδης
18. Γεώργιος Εφραιμίδης
19. Αναστάσιος Αφεντουλίδης
20. Ευστάθιος Νεανίδης
21. Παναγιώτης Παπαδόπουλος
22. Νικόλαος Παπαδόπουλος
23. Χρήστος Εφραιμίδης
24. Ιωάννης Παπαχαραλάμπου.

12 - Το πρωί ήλθαν εκ της Κάτρας και είπαν ότι την 8ην του μηνός έφθασαν εις την Κάτραν με τα ζώα μαζί, ειδοποιήσαντες τους Αρμενίους εκ των προτέρων με τον Γεώργιον Σισμανίδην και Θεόδωρον Κουρτίδην, οίτινες έφαγαν και εκοιμήθησαν μέχρι που να φθάσουν και οι άλλοι. Αυτοί, βρεγμένοι όντες, άναψαν φωτιά στο σπίτι του Καπρέλ και εστέγνωναν τα ρούχα τους και αργά εκοιμήθησαν και αυτοί, ενώ εφύλαγαν καραούλι οι Αρμένιοι, διά να τους ξυπνήσουν κατά τα ξημερώματα και διά να φύγουν στο δάσος.

19 - Πολύ πρωί όμως, πριν ξημερώση καλά, στρατός είχε κυκλώσει όλα τα σπίτια των Αρμενίων και με το χάραγμα της ημέρας εδόθη το σύνθημα της εφόδου διά σάλπιγγος. Αμέσως ετοιμάσθησαν αυτοί και πρώτος βγήκε από το σπίτι ο Ευκλείδης και δύο τρεις άλλοι, διά να πιάσουν επίκαιρα σημεία, ωσότου έβγουν και οι άλλοι. Φεύγων ο Ευκλείδης παρεκάλεσε τους Αρμενίους να ξυπνήσουν και τον Θεόδωρον και Γεώργιον, οίτινες ήσαν σε άλλο δωμάτιον και εκοιμούντο.
 Οι Αρμένιοι όμως εν τη απελπισία και τη ζάλη τους το εξέχασαν και έμειναν τα παιδιά εντός της οικίας.
Μόλις βγήκε ο Ευκλείδης, επυροβόλησαν κατ’ αυτού διά πολυβόλων και όπλων, αλλά ανεπιτυχώς και εσώθησαν, καθόσον επυροβόλησαν και αυτοί και έφυγαν και οι λοιποί· μόνον οι δύο έμειναν μέσα κοιμώμενοι. Και ο Καπρέλ έφυγε μαζί.
 Εν τω μεταξύ από άλλο σπίτι διαφυγών εις Αρμένιος ονόματι Κουρκέν ήλθε δήθεν να ειδοποιήση τα παιδιά και έμεινε και αυτός μαζί με τους δύο δικούς μας. Πλησιάσας ο στρατός έστησε τέσσαρα πολυβόλα τα οποία πανταχόθεν έβαλαν στο σπίτι και επετίθεντο, ενώ οι τρεις αμύνοντο από μέσα. Οκτώ ώρας επολεμούσαν συνεχώς, φωνάζοντες αυτούς να παραδοθούν, αλλά του κάκου.
Και όταν είδαν πλέον οι αξιωματικοί ότι δεν παραδίδονται, διέταξαν και έβαλαν φωτιά στο σπίτι να τους κάψουν μέσα, ενώ αυτοί πάλιν απεγνωσμένος ανθίσταντο. Επεχείρησαν δύο φοράς έξοδον, αλλά εστάθη αδύνατον, διότι πανταχόθεν ήσαν κυκλωμένοι.
 Οι δε διαφυγόντες εστάθη αδύνατον να τους βοηθήσουν κατόπιν, διότι αρχικώς ο Καπρέλ έλεγε ότι διέταξε τις γυναίκες και τους εξύπνησαν και ως εκ τούτου ενόμιζαν ότι και εκείνοι διέφυγαν στο δάσος. Αργότερα όμως μακρόθεν διέκριναν την έφοδον, κατά της οποίας ήτο πλέον αργά να βάλουν, διότι δύο συντάγματα στρατού είχαν μαζευθή εκεί και ήτο αδύνατον να πλησιάσουν.
 Το σπίτι κάηκε το μισό και αυτοί κατέβησαν διά καταπακτής εις τον σταύλον, όπου ο Αρμένιος Κουρκέν, ιδών ότι είναι αδύνατος η σωτηρία, ηυτοκτόνησε διά του όπλου του. Οι δικοί μας μισή ώρα ακόμη επολέμησαν, ότε ετελείωσαν και τα φυσίγγιά τους και, ιδόντες ότι θα καούν ζωντανοί, παρεδόθησαν και τους πήγαν μαζί με τις οικογένειες των Αρμενίων εις την Τραπεζούντα, όπου εφυλακίσθησαν. Και έτσι σχεδόν την ιδίαν ημέραν επρόκειτο να καταστραφούμε όλοι, καθώς και οι άλλοι που φύγαν διά το Βατούμ, όπως θα δούμε παρακάτω.
Σαντα του Ποντου

13 - Το βράδυ πάλιν πήγαμε εις τα αμπριά μας εις το Βαϊβαϊ Τερέν.

15 - Εστάλησαν τρεις άνδρες εις Άσιαν και τρεις εις Αγρίδ’ διά τρόφιμα.

16 - Ήλθαν από την Άσιαν και μας είπαν ότι βρήκαν εκεί τον Ιω. Ξανθόπουλον, όστις πήγε με τους άλλους διά το Βατούμ, αλλά κακοπαθόντες εγύρισαν πίσω. Εκεί αυτός έχασε τους συντρόφους του και σε κακά χάλια έφθασε εις την Άσιαν. Προς το βράδυ έφθασε πρώτος ο Συμεών Κοπαλίδης
και ο Αθανάσιος Πουμπουρίδης, οίτινες μας διηγήθησαν την ιστορία τους, λέγοντες τα εξής:

«Φεύγοντες από εδώ, καλώς εφθάσαμε μέχρι τα σύνορα του Βαϊβούρτ κατά το Ισπίρ, όπου θα περνούσαμε τον ποταμόν Τσιορόχ και εξακολουθούντες τον ρουν του ποταμού θα φθάναμε κοντά στο Βατούμ.
Άνωθεν του Ισπίρ και πριν περάσωμεν τον ποταμόν, κοντά σ’ ένα χωριό είδαμε ένα Τούρκον στο χωράφι του να οργώνη. Και επειδή δεν εφαινόμεθα από το χωριό, πήγαμε μερικοί κοντά του και του μιλήσαμε και εμείναμε σύμφωνοι να μας δείξη την γέφυραν και να έλθη μαζί μας σχεδόν μέχρι τα σύνορα τα ρωσικά και εις ανταμοιβήν θα του δίναμε ένα όπλον και ένα πιστόλι μάουζερ και διάφορα άλλα δώρα.
 Καθώς δε μας είπε ήτο και ο μικτάρης του χωριού και μας υπέδειξε και το σπίτι του, το οποίον ευρίσκετο στην άκραν του χωριού. Προς το βράδυ αυτός έφυγε να ετοιμασθή και εμείς νύκτα κατέβημεν στην άκραν του χωριού και περιμέναμε».
Τότε ο Κων/τίνος Τσιλιγγερίδης και ο Ιωάννης Ξανθόπουλος πήραν μαζί τους πέντε παιδιά δικούς των και κατέβησαν στο σπίτι του μικτάρη να τον φέρουν και να φάνε και φαγί εκεί. Ως φαίνεται όμως αυτός νωρίτερα είχε ειδοποιήσει το χωριό και τους δύο αγροφύλακας και παραφύλαγαν και μόλις έφθασαν στο σπίτι του και καθίσανε, ενώ τους ετοίμαζε και φαγητόν, ήλθαν τρεις Τούρκοι, άοπλοι βέβαια, μέσα και καθίσανε και αυτοί εκ των οποίων εις ήτο ο Ιμάμης του χωριού, ο οποίος μετά τον τυπικόν χαιρετισμόν τους είπε:
 “Παιδιά να ξέρετε ότι είσθε κυκλωμένοι πανταχόθεν και αν αντισταθήτε θα σκοτωθήτε όλοι· αν όμως παραδίδεσθε, μην φοβάσθε εμείς σας γλιτώνομε”. Ήθελαν διά του πανικού να τους φοβίσουν και να τους αφοπλίσουν, όπως και το πέτυχαν, διότι, μόλις άκουσαν ότι είναι το σπίτι κυκλωμένο ο μεν Κων/τίνος Τσιλιγγερίδης, ο δήθεν αρχηγός των, έχασε την ψυχραιμία του και δεν εκουνήθη της θέσεως του, οι δε άλλοι, νεαροί όντες, εκοίταγαν αυτόν να δώση το σύνθημα τι να κάνουν.
 Μόνον ο Ιωάννης Ξανθόπουλος σηκώθηκε απάνω και ώρμησε στην πόρτα και βγήκε έξω. Εν τω μεταξύ όμως οι δύο αγροφύλακες επυροβόλησαν εναντίον του ανεπιτυχώς, ενώ αυτός πεσών σε ένα λάκκον επυροβολούσε και φώναζε τους άλλους να έβγουν έξω, διότι είναι λίγοι (οπλισμένοι- αλλά εκείνοι εν τω μεταξύ δεν άκουγαν και έτσι παρέδωσαν τα όπλα τους και συνελήφθησαν υπό ολίγων αόπλων Τούρκων.
Οι άλλοι έξωθεν του χωριού, ακούσαντες τους πυροβολισμούς κοντά στο σπίτι του μικτάρη, επί ημίσειαν ώραν εφώναζαν και πυροβολούσαν, διά να τους δώσουν θάρρος να έβγουν, αλλά του κάκου.
 Και μη ιδόντες κανένα, αναγκάσθηκαν να γυρίσουν πίσω, διότι ήσαν και λίγοι ωπλισμένοι. Σημειω-τέον ότι εκ των σαράντα μόνον δέκα τρεις έφεραν όπλα, ενώ οι άλλοι ακολουθούσαν άοπλοι και διά του ιδίου δρόμου έφθασαν πάλιν σ’ εμάς.
 Μόνον ο I. Ξανθόπουλος περιεπλανήθη λίγο και έφθασε μόνος εις Άσιαν, όπου τον βρήκαν οι δικοί μας και τον έφεραν. Ο δε Ματθαίος Εφραιμίδης και Φωκίων Χαριάδης, μη θέλοντες να γυρίσουν πίσω, εξακολούθησαν την πορείαν τους προς τα εμπρός μόνοι και εις το άγνωστον. Εταλαιπωρήθησαν, επείνασαν, συνελήφθησαν και αργότερα διαφυγών μόνος ο Ματθαίος έφθασε εις το Βατούμ, διότι εχωρίσθησαν καθ’ οδόν, οπότε ο Φωκίων συνελήφθη πάλιν και ως έχομε μάθει αργότερα εφονεύθη εις Ρίζαιον παρά των Τούρκων.
 Οι συλληφθέντες εις το χωριό ήσαν ο Κων/τίνος Τσιλιγγερίδης με τον αδελφόν του Χριστόφορον, ο Αβρ. Χιονίδης, ο Χαράλ. Κοπαλίδης και ο Ιωάννης Μελίδης, οίτινες παρεδόθησαν εις την κυβέρνησιν και ωδηγήθησαν εις τας φυλακάς του Βαϊβούρτ, όπου κατόπιν τους εκρέμασαν.

18 - Εστείλαμε επτά παιδιά εις Κερασέαν να μάθουν ειδήσεις και από τας οικογενείας μας. Ο στρατός προ πέντε ημερών έφυγε από την Σάντα. Ο Ευκλείδης και πέντε ακόμη πήγαν εις το Ισχάν διά τρόφιμα, και την επομένη γύρισαν, διότι υπήρχε στρατός εις του Αλή το σπίτι.

19 - Πήγαμε εις το λημέρι Τσιακούλας σπήλαιον, όπου ανταμώσαμεν τον Ιω. Στυλίδην και Γεώργιον και Αλέξιον Εφραιμίδην.

20 - Ήλθε και ο Δαμ. Τσιρίπ με την ομάδα του από το Κουστουλάντων.

21 - Μανθάνομεν ότι ο Ισαάκ Ηλιόπουλος, του οποίου τον υιόν Λαμπριανόν είχαμε εκτελέσει διά τας προδοσίας του, κατέδωσε ότι η οικογένειά μας βρίσκεται εις Τραπεζούντα και η αστυνομία τους γυρεύει. Ειδοποιηθέντες έφυγαν εις τα γύρω χωριά. Πήγαμε εις τα Τσιφίνια και εις το Σταμόπον, στεγάσαμε δύο τρεις καλύβας και εμείναμε εκεί, διότι το μέρος ήτο κατάλληλον.

22 - Ήλθαν ειδήσεις εκ Κερασέας και μανθάνομεν ότι τον Σισμανίδην και τον Θεόδωρον τους έχουν εις την φυλακήν, αλλά δεν τους επείραξαν διόλου.
23 - Μερικοί ανέβημεν εις το Κιμισλή διά τον δρόμον, μήπως και περάση κανείς και πάρωμε τρόφιμα. Κατά το μεσημέρι βλέπομεν από το Καζουκλή ότι έρχονται μερικοί εξ ων οι δύο ένοπλοι και οι άλλοι δίχως όπλα.
 Μόλις ήλθαν μέσα στην ενέδραν, τους φωνάξαμε να μας δώσουν λίγο ψωμί και ό,τι άλλα τρόφιμα είχαν και να φύγουν, λέγοντες ότι δεν θα τους πειράξωμεν, αλλ’ αυτοί ηρνήθησαν λέγοντες, διατί να δώσωμεν; και εις απάντησιν ότι είμεθα νηστικοί και εν ανάγκη θα πάρωμεν και διά της βίας, αυτοί αμέσως άρχισαν να πυροβολούν εναντίον μας.
 Δεν χάνομεν καιρόν και σκοπεύοντες σκοτώσαμε τον αρχηγόν τους Ισείν Χατζή ογλού, οπότε αμέσως οι άλλοι παρεδόθησαν. Εν τω μεταξύ όμως εθύμωσαν τα παιδιά, εσκότωσαν και τρία άλογα και τους αφήσαμε τους άλλους.

24 - Κατά το βράδυ μερικοί έφυγαν διά την Μέζιρεν του Ισχάν όπου κατά συμφωνίαν μας θα ήρχοντο και οι Αρμένιοι της Κάτρας να τους παραλάβωμεν. Εις Χαντσάρι ορμίν πηγαίνοντες συνηντήσαμε δύο αρκούδες και τις σκοτώσαμε.

26 - Από το βουνό Καρά κοτύλ πήραν από διαβάτας Τούρκους αρκετά τρόφιμα και νύχτα μας ειδοποίησαν και πήγαν δώδεκα άοπλοι να τα φέρουν και την επομένην ήλθαν όλοι.

29 - Ανέβημεν εις το Κιμισλή και πήραμε αρκετά τρόφιμα από διαβάτας. Ήλθαν μερικοί Τούρκοι από το Σκορδέν και μας ζήτησαν να τους πωλήσωμε μερικά χαρτώματα (πίτουρα) και τους δώσαμε από το Τσιαρτακλή με είκοσι παγκανότες.

30 - Ανέβημεν εις το Κιμισλή και στείλαμε τα παιδιά εις το ποτάμι της μονής Σουμελά και πέντε φύγαμε διά τα Κούταλα, όπου εμείναμε τρεις τέσσαρες ημέρες.



ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΝΤΑΡΤΩΝ ΤΗΣ ΣΑΝΤΑΣ (1916-1924)
  
Κωνσταντίνος Κουρτίδης
 (Αδελφός του μετέπειτα γενικού αρχηγού των ανταρτών Ευκλείδη Κουρτίδη)


Σημείωση Σύνταξης : Οφείλουμε να επισημάνουμε ορισμένες  γλωσσικές ατέλειες,γιατί παρουσιάζει μια σύνταξη ιδιότυπη,    σύμφωνη με τη γλωσσική του κατάρτιση.
 Προσπαθήσαμε να μην κάνουμε επεμβάσεις στο αρχικό κείμενο , αφού πρόκειται για ένα είδος απομνημονευμάτων, τα οποία δεν μεταβάλλονται "επ' ουδενί λόγω"εντούτοις για την ομαλοποίηση του κειμένου , προβήκαμε στις απαραίτητες διορθώσεις, εκείνες που θεωρήσαμε αναγκαίες.

Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah