ΤΑΜΑΜΑ Μέρος 12ο

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Αφού άδειασαν όλα τα σπίτια και έκαμαν τις επιλογές τους, φόρτωσαν την λεία τους σε κάρα Σε τρεις ώρες όλα είχαν τελειώσει. Αμέσως μετά φωτιές σάρωσαν όλα τα έρημα σπίτια των Ρωμιών και ο καπνός ανέβηκε ψηλά στον ουρανό, σαν επίλογος του τέλους μιας ιστορίας ενός λαού, που έζησε και μόχθησε στα χώματα εκείνα πάνω από 2.700 χρόνια.
 Ήσαν οι καπνοί, που αντίκρυσαν οι Ρωμιοί, όταν έστρεψαν το βλέμμα τους στο αγαπητό τους χωριό, για να το αποχαιρετήσουν για τελευταία φορά, από την πηγή, πριν από τα παρχάρια, όπου είχαν κάνει στάση. Κάτι γκρέμισε μέσα τους. 
Ο Παπαγιάννης κατάλαβε, ότι όλα τα λόγια του Τούρκου αξιωματικού ήσαν ψέμα. Ο δρόμος που πήραν, ήταν δρόμος χωρίς γυρισμό. Οι μεγάλοι πολλά κατάλαβαν, τα παιδιά τίποτε. Αμέριμνα ακολουθούσαν το μπουλούκι. Ο δρόμος που ήρθαν τους ήταν γνωστός σαν δρόμος για τα παρχάρια, σαν δρόμος χαράς και γλεντιού κάθε καλοκαίρι. 
Γιατί τώρα κανείς δεν γλεντάει, γιατί τώρα οι μεγάλοι κλαίνε και με δάκρυα στα μάτια, από την πηγή, ατενίζουν την Έσπιε; αυτά για τους μικρούς είναι ανεξήγητα. Αλλά ο φόβος μπήκε και στις δικές τους ψυχές, γιατί αυτή τη φορά κάτι το ασυνήθιστο συνέβαινε. 
Οι συνοδοί χωροφύλακες έγιναν βλοσυροί και σκουντούσαν τους χωρικούς με τα όπλα τους, να βιαστούν να ξεκινήσουν, ώστε να φτάσουν έγκαιρα στον προορισμό της ημέρας εκείνης. Ο προορισμός τους ήταν ένα χάνι, λίγο πιο πέρα από τον δρόμο των παρχαριών, σε απόσταση 7 ώρες από την Έσπιε.
Όταν έφτασαν στο Χάνι, ήσαν όλοι τους εξαντλημένοι, πεινασμένοι και παγωμένοι. Άναψαν πρόχειρες φωτιές για να ζεσταθούν λίγο, ενώ έξω συνέχιζε να πέφτει χιονόνερο. Άπλωσαν τα βρεγμένα ρούχα τους γύρω στις φωτιές, έφαγαν ξεροκόμματα και ότι άλλο πρόχειρο είχαν και κουλουριασμένοι έπεσαν να κοιμηθούν στρωματσάδα στο πάτωμα, μέσα στο χάνι. 
Τακτοποίησαν πρώτα τον θείο Κωστή, που εξαντλημένος από τον πυρετό, μόνον νερό ζήτησε να πιεί. Αμέσως χάθηκαν μέσα σε βαθύ ύπνο από την μεγάλη κούραση. Δεν πέρασαν δύο ώρες και θόρυβος μεγάλος τους ξύπνησε. Τα παιδιά ούτε με τον θόρυβο δεν ξύπνησαν. Οι μεγαλύτεροι βγήκαν έξω από το χάνι για να δουν, τι ήταν αυτός ο θόρυβος. Μαζί τους βγήκε και ο Παπαγιάννης. Ο Κωστής από την εξάντληση, ούτε τα μάτια δεν άνοιξε. Η γυναίκα του έβρεξε με λίγο νερό τα χείλη του.
 Έξω από το χάνι γινόταν χαμός. Χριστιανοί εξόριστοι από τα γύρω χωριά της Τρίπολης έφτασαν και αυτοί συνοδεία για την εξορία. Που να μπει τόσος κόσμος και έξω το κρύο και το χιονόνερο συνέχιζε να πέφτει.

Ευτυχώς η κούραση δεν επέτρεπε να συνεχιστεί ούτε ο θόρυβος, ούτε ο καυγάς. Έπεσαν, όπου μπόρεσε ο καθένας και σε λίγο νεκρική σιγή κάλυψε τον χώρο.
Το πρωί της 17 Νοεμβρίου 1916 ξημέρωσε με καθαρό ουρανό και λαμπρό ήλιο. Όλοι ήξεραν ότι η εξορία τους ήταν για 50 χιλιόμετρα. Με θάρρος αντίκρυσαν τον ήλιο, που θα βοήθαγε πολύ για τα υπόλοιπα χιλιόμετρα της εξορίας τους. Οι ζαπτιέδες φώναζαν για να ξυπνήσουν και τα μωρά, ώστε να αρχίσει πάλι η πορεία των εξορίστων. Ξαφνικά κραυγές ακούστηκαν μέσα στο χάνι. Ήταν η θεία Ελένη, η γυναίκα του Κωστή. Όταν πήγε να ξυπνήσει τον άνδρα της, ήταν πια αργά. Ο Κωστής δεν υπήρχε πια, την ίδια νύκτα έσβησε για πάντα, αφήνοντας την πνοή του μέσα στο Χάνι. 
Ήταν το πρώτο θύμα από την Έσπιε, στον γολγοθά της εξορίας. Ο Παπαγιάννης έκλαψε τον αδελφό του, αυτόν μόνον είχε. Οι ζαπτιέδες επέτρεψαν μια μικρή καθυστέρηση, για το θάψιμο του άμοιρου Κωστή. Πενήντα μέτρα μακριά από το χάνι, στην πλαγιά του βουνού, όπου τα χώματα ήσαν πιο μαλακά, άνοιξαν ένα πρόχειρο τάφο. Έψαλλε ο Παπαγιάννης, κλαίγοντας τον αδελφό του και μετά τον σκέπασαν με χώμα. Φεύγοντας από το χάνι, ο Παπαγιάννης έριξε ακόμη μια ματιά, δακρύζοντας, στον τάφο του αγαπημένου αδελφού του.
Τις δύο επόμενες μέρες, ο καιρός ήταν καλός και έκαμε την πορεία των εξορίστων πιο ελαφριά. Οι νύκτες όμως ήσαν τρομερά κρύες. Μετά τρεις μέρες, έφτασαν στο χωριό Ταμ Τερέ, που είναι στα πόδια του βουνού Εριμέζ Ντάγκ. Το χωριό είχε πολλές ερειπωμένες κατοικίες, που γέμισαν όλες από τους χριστιανούς εξορίστους. 
Το βουνό ψηλά ήταν γεμάτο χιόνια και από ότι ήξεραν τα χιόνια έμεναν εκεί, χειμώνα καλοκαίρι, γι' αυτό λέγονταν και Εριμέζ Νταγκ, δηλαδή άλιωτο βουνό. Το βουνό αυτό έπρεπε να το περάσουν για να προχωρήσουν νότια. Ο Παπαγιάννης κοίταζε το βουνό γεμάτο χιόνια και αγωνία τον είχε καταλάβει. Το βουνό συχνά παρουσίαζε χιονοθύελλες απρόβλεπτες. Εκτός απ' αυτόν τον κίνδυνο, η αγωνία του ήταν μεγάλη για τον μικρό Αλέξανδρο, που άρχισε να καίγεται από πυρετό και να έχει διάρροιες. 
Μέσα στα ερειπωμένα σπίτια βολεύτηκαν όλοι, άναψαν φωτιές να ζεσταθούν και με πρόχειρες σούπες, με χονδροαλεσμένο καλαμπόκι, ή κριθάρι, προσπαθούσε ο κόσμος να ξεγελάσει την πείνα του. Η πείνα και η εξαθλίωση των παιδιών ήταν μεγαλύτερη. Ο Παπαγιάννης δεν ακούμπησε τίποτε στο στόμα του.
 Καθόταν στο πλευρό του αγαπητού του Αλέξανδρου, τον χάιδευε και προσπαθούσε να το πείσει να φάει κάτι, από τις σούπες, που η μάνα του και η θεία του είχαν ετοιμάσει. Τα άλλα παιδιά, η Μαρικούλα, η Συμέλα και η Ταμάμα έτρωγαν, με απληστία, την απαίσια σούπα, χωρίς να πολυνοιάζονται για τον άρρωστο αδελφό. 
Η ζεστασιά της σούπας τις ευχαριστούσε. Δούλευε το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, που πολλές φορές κάνει τον άνθρωπο χειρότερο και από ζώο. Όλοι κοιμήθηκαν εκείνο το βράδυ, εκτός από τον Παπαγιάννη. Τα ξημερώματα, από μεγάλη κούραση, έπεσε ο Παπαγιάννης στον ύπνο. Τον ξύπνησαν οι κραυγές της Κερεκής της γυναίκας του. Ο Αλέκος δεν ζούσε πια. Ο αγαπημένος του Αλέξανδρος πέθανε μέσα στο ερειπωμένο σπίτι του χωριού Ταμ Τερέ.
Τέσσερες μέρες πέρασαν σαν αιώνας, από την ημέρα που ξεκίνησαν από την Έσπιε. Μέσα σε τέσσερες μέρες έχασε ο Παπαγιάννης, τον αδελφό του και τώρα τον αγαπητό του γιο, τον γιο, που με τόσες προσευχές και προσδοκίες έφερε στον κόσμο. 
Μαύρα σύννεφα γέμισαν το πρόσωπο του Παπαγιάννη, τίποτε πια δεν τον ενδιέφερε, ούτε που θα πάνε, ούτε εάν θα σωθούν, ή αν θα χαθούν. Αλλά το ξημέρωμα βρήκε και άλλους νεκρούς, ανάμεσα στις άλλες οικογένειες, που έμειναν μέσα στα ερειπωμένα σπίτια του Ταμ Τερέ. Τα περισσότερα θύματα ήσαν μικρά παιδιά. Συνολικά είκοσι άτομα πέθαναν εκείνο το βράδυ.
 Η ταφή έγινε ομαδική και γρήγορα, γιατί οι στρατιωτικές αρχές διέταξαν αυστηρή απομόνωση, και έκαμαν στρατιωτικοί γιατροί, που είχαν έρθει, αυστηρό έλεγχο, για όλους. Μεγάλος φόβος έπιασε όλους, ότι κάποιο μεγάλο κακό, κάποια επιδημία έπεσε πάνω στους δύστυχους χριστιανούς. Πέντε μέρες τώρα, οι άνθρωποι ζούσαν μέσα στην ακαθαρ­σία, ρούχα δεν προλάβαιναν να αλλάξουν, διατροφή χάλια. Όλα ήσαν δυνατόν να συμβούν, με αυτούς τους δυστυχι­σμένους. Άρρωστοι μαζί με υγιείς. Ηλικιωμένοι μαζί με παιδιά. Μόνο ο Θεός μπορούσε να τους σώσει.
Σκυθρωποί και βουρκωμένοι οι Εσπιελήδες, σηκώθηκαν σαν μπουλούκι, για την πορεία της εξορίας. Τώρα το καραβάνι μάκραινε, γιατί και άλλα χωριά είχαν προστεθεί στην αράδα. Παρέκαμψαν ένα χωριό, που είχε καταληφθεί από μουσουλμάνους πρόσφυγες, για να αποφύγουν τις επιθέσεις τους.
 Όταν οι Ρώσσοι μπήκαν στον ανατολικό Πόντο, οι μουσουλμάνοι έφευγαν σαν πρόσφυγες, γιατί φήμη είχε διαδοθεί, ότι ο Ρωσσικός στρατός είναι γεμάτος με Αρμένιους αξιωματικούς. Οι άνθρωποι ήξεραν τι είχε συμβεί πριν ένα χρόνο στους Αρμενίους και φοβόντουσαν αντίποινα. 
Εάν ερχόντουσαν εκδικητικοί οι Αρμένιοι, τίποτε δεν έσωζε τους μουσουλμάνους. Ποιός θα έκαμε διάκριση, εάν έφταιξε, ή όχι. Μαχαίρι θα περνούσε από πάνω τους, σαν εκδίκηση. Έτσι ολόκληρα μουσουλμανικά χωριά είχαν αδειάσει και ιδίως οι άνδρες είχαν όλοι έρθει σαν πρόσφυγες στον Δυτικό Πόντο. Οι συνοδοί Τούρκοι φοβόντουσαν τέτοια χωριά προσφύγων, μήπως και κάνουν επίθεση ενά­ντια στους Χριστιανούς, για να εκδικηθούν την δική τους προσφυγιά και μιζέρια. 
Η εντολή ήταν να αποφεύγουν αυτά τα χωριά. Έτσι με παράκαμψη έφτασαν στην Τάμζαρα, όπου όλος ο κόσμος ξεκουράστηκε πραγματικά. Η Τάμζαρα ήταν γνωστή στους Εσπιελήδες. Γνωστή, για το πολύ καλό κλίμα της. Τα παλιά καλά χρόνια όλοι ήξεραν, ότι όσοι πλούσιοι είχαν πρόβλημα υγείας και ειδικά φυματίωση, στην Τάμζαρα παραθέριζαν, για να γίνουν καλά.
 Έβγαζε η περιοχή πολλά φρούτα και γενικά ήταν πλούσιο μέρος.







Γιώργος Ανδρεάδης

Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah