Φωνές
κραυγές, αντήχησαν στον αέρα. Ελάχιστοι γλύτωσαν, βαριά τραυματισμένοι -τους
νόμισαν για νεκρούς, ή πρόλαβαν και έφυγαν στα γύρω βουνά. Ερείπια
ανθρώπινα,
μετά από μήνες περιπλάνησης,
διασχίζοντας όλη την Τουρκία, έφτασαν στα νότια
παράλια της Τουρκίας, την Μερσίνα και από εκεί στην
Ελλάδα, μάρτυρες του εγκλήματος.
Τα χωριά Καβάκ και Χάβζα, έξω από την Σαμψούντα, κάηκαν ολοσχερώς. Κάηκαν σπίτια και άνθρωποι και τα δύο χωριά αφανίστηκαν. Συνολικά και από διάφορες αιτίες, έχασαν την ζωή τους πρόωρα, μέχρι την ανταλλαγή, περίπου 350.00 άνθρωποι. Δηλαδή το ήμισυ των Ελλήνων κατοίκων της περιοχής.
Ο δρόμος, που πήραν
-τι τραγική ειρωνεία;- ήταν ο δρόμος
που πήγαιναν για τα παρχάρια, κάθε
Ιούνιο. Ο δρόμος της χαράς και της αγαλλίασης, έμελλε να γίνει ο δρόμος του
μαρτυρίου. Σκυφτοί όλοι από τα βάρη, που ο καθένας κουβάλαγε, γέροι, άρρωστοι,
παιδιά όλοι μαζί και από δίπλα υποζύγια και χωροφύλακες.
Τα χωριά Καβάκ και Χάβζα, έξω από την Σαμψούντα, κάηκαν ολοσχερώς. Κάηκαν σπίτια και άνθρωποι και τα δύο χωριά αφανίστηκαν. Συνολικά και από διάφορες αιτίες, έχασαν την ζωή τους πρόωρα, μέχρι την ανταλλαγή, περίπου 350.00 άνθρωποι. Δηλαδή το ήμισυ των Ελλήνων κατοίκων της περιοχής.
Στην Έσπιε, το
μαντάτο έφτασε Κυριακή 16 Νοεμβρίου 1916 το πρωί. Ο Ντελάλης γυρνούσε ανάμεσα
στα ελληνικά σπίτια και καλούσε όλους τους ρωμιούς να μαζευτούν μπροστά στην
εκκλησία, μέσα σε λίγη ώρα, κουβαλώντας μαζί τους, τα υπάρχοντά τους, ό,τι μπορούσαν.
Τούρκοι αγωγιάτες, με υποζύγια, θα αναλάμβαναν την μεταφοράν περισσότερων πραγμάτων, για όσους μπορούσαν να πληρώσουν. Σε λίγο μαζεύτηκαν οι Χριστιανοί. Ο Παπαγιάννης ήρθε τελευταίος, γιατί ο αδελφός του ο Κώστας ήταν άρρωστος με πυρετό εδώ και δύο μέρες, και ήθελε την δική του βοήθεια.
Στην εκκλησία, στα σκαλιά του Αγίου Γεωργίου, έστεκαν βλοσυροί άγνωστοι Τούρκοι ζαπτιέδες, που θα συνόδευαν την αποστολή σε απόσταση 50 χιλιομέτρων από την Έσπιε προς τα Νότια, όπως έλεγε το σχέδιο.
Οι Τούρκοι αγωγιάτες, έκαμαν τα παζάρια τους για αγώγι, με όσους είχαν χρήματα να πληρώσουν τις απαιτήσεις τους. Ο Παπαγιάννης πήγε κατευθείαν σε έναν έφιππο αξιωματικό, που έμοιαζε να είναι υπεύθυνος για όλη την υπόθεση. Του είπε, ότι ο Κωστής ο αδελφός του, είναι με πυρετό άρρωστος και εάν μπορούσε να μείνει σπίτι του, με την γυναίκα του την Ελένη.
Ο αξιωματικός ούτε κοίταξε στα μάτια τον Παπαγιάννη, αλλά άγρια του είπε να γκρεμοτσακιστεί ο Κωστής να έλθει ώστε να ξεκινήσουν προτού μεσημεριάσει, για να προλάβουν, προτού νυκτώσει, να φτάσουν στο πρώτο μέρος, που προέβλεπαν να διανυκτερεύσουν. Ήδη οι ημέρες είχαν μικρύνει και γρήγορα βράδιαζε.
Τούρκοι αγωγιάτες, με υποζύγια, θα αναλάμβαναν την μεταφοράν περισσότερων πραγμάτων, για όσους μπορούσαν να πληρώσουν. Σε λίγο μαζεύτηκαν οι Χριστιανοί. Ο Παπαγιάννης ήρθε τελευταίος, γιατί ο αδελφός του ο Κώστας ήταν άρρωστος με πυρετό εδώ και δύο μέρες, και ήθελε την δική του βοήθεια.
Στην εκκλησία, στα σκαλιά του Αγίου Γεωργίου, έστεκαν βλοσυροί άγνωστοι Τούρκοι ζαπτιέδες, που θα συνόδευαν την αποστολή σε απόσταση 50 χιλιομέτρων από την Έσπιε προς τα Νότια, όπως έλεγε το σχέδιο.
Οι Τούρκοι αγωγιάτες, έκαμαν τα παζάρια τους για αγώγι, με όσους είχαν χρήματα να πληρώσουν τις απαιτήσεις τους. Ο Παπαγιάννης πήγε κατευθείαν σε έναν έφιππο αξιωματικό, που έμοιαζε να είναι υπεύθυνος για όλη την υπόθεση. Του είπε, ότι ο Κωστής ο αδελφός του, είναι με πυρετό άρρωστος και εάν μπορούσε να μείνει σπίτι του, με την γυναίκα του την Ελένη.
Ο αξιωματικός ούτε κοίταξε στα μάτια τον Παπαγιάννη, αλλά άγρια του είπε να γκρεμοτσακιστεί ο Κωστής να έλθει ώστε να ξεκινήσουν προτού μεσημεριάσει, για να προλάβουν, προτού νυκτώσει, να φτάσουν στο πρώτο μέρος, που προέβλεπαν να διανυκτερεύσουν. Ήδη οι ημέρες είχαν μικρύνει και γρήγορα βράδιαζε.
Με κατεβασμένο το
κεφάλι ο Παπαγιάννης, πήγε στο σπίτι του αδελφού του, σήκωσε τον άρρωστο αδελφό
του από το κρεβάτι και μαζί με την νύφη του την Ελένη, ήρθαν
μέσα στην αυλή της εκκλησίας. Εκεί ήταν όλη η
χριστιανική Έσπιε. 480 ψυχές, που ξεκίνησαν Κυριακή ώρα 11 στις 16 Νοεμβρίου
1916, τον Δρόμο του Γολγοθά.
![]() |
| Pontic Panorama |
Οι τελευταίοι ήρθαν
για την τάξη, μήπως περνούσαν από μουσουλμανικά χωριά και αγανακτισμένοι οι
μουσουλμάνοι, για το κακό, που
προξένησαν οι Χριστιανοί στην Τουρκία, προέβαιναν
σε πράξεις εκδίκησης. Όλα τραγικά, και αθώα φτιαγμένα. Φεύγοντας από την Έσπιε,
ο Παπαγιάννης δάκρυσε. Δεν ήξερε, που
τους πάνε και όλοι περίμεναν από αυτόν ενημέρωση. Ανηφορίζοντας τις πλαγιές
του Νότου, κανείς δεν γύρισε πίσω να κοιτάξει την Έσπιε και την θάλασσα.
Δεν πέρασε μισή
ώρα, που είχαν απομακρυνθεί από την Έσπιε και ακούστηκε ο αντίλαλος από έναν
πυροβολισμό, μέσα από το χωριό. Μετά ησυχία. Κοντοστάθηκαν λίγο και μετά
συνέχισαν την πορεία τους.
Ήταν η ώρα 4 το
απόγευμα. Είχαν ήδη περπατήσει πάνω από 20 χιλιόμετρα. Έκαμαν στάση εκεί σε μια
ωραία πηγή. Πάντοτε έκαμαν στάση στην πηγή αυτή, όταν πήγαιναν στα Παρχάρια. Με
χαρές και κεμεντζέδες έπιναν νερό, έπλεναν το πρόσωπό τους και συνέχιζαν. Τώρα,
ούτε χαρές, ούτε κεμεντζέδες. Κρύο και καμμία διάθεση. Από το σημείο αυτό
έβλεπε κανείς την Έσπιε για τελευταία φορά.
Μετά το βουνό έγερνε και διαδεχόταν το ένα το άλλο, χωρίς πια να μπορείς να αντικρίσεις την θάλασσα. Ασυναίσθητα γύρισαν όλοι το βλέμμα τους προς την Έσπιε. Κάποιος φόβος τους διακατείχε, ότι ίσως να μη την ξανάβλεπαν. Για μερικούς άρρωστους και γερασμένους, ο φόβος αυτός ήταν βέβαιος. Ο ήλιος είχε ήδη πέσει μέσα στην Μαύρη Θάλασσα για να δύσει. Τι να δουν; Όλος ο μαχαλάς τους ήταν γεμάτος σε καπνούς. Ο Παπαγιάννης δάκρυσε, γύρισε το κεφάλι προς τα εμπρός και άλλο δεν ξανακοίταξε πίσω του.
Μετά το βουνό έγερνε και διαδεχόταν το ένα το άλλο, χωρίς πια να μπορείς να αντικρίσεις την θάλασσα. Ασυναίσθητα γύρισαν όλοι το βλέμμα τους προς την Έσπιε. Κάποιος φόβος τους διακατείχε, ότι ίσως να μη την ξανάβλεπαν. Για μερικούς άρρωστους και γερασμένους, ο φόβος αυτός ήταν βέβαιος. Ο ήλιος είχε ήδη πέσει μέσα στην Μαύρη Θάλασσα για να δύσει. Τι να δουν; Όλος ο μαχαλάς τους ήταν γεμάτος σε καπνούς. Ο Παπαγιάννης δάκρυσε, γύρισε το κεφάλι προς τα εμπρός και άλλο δεν ξανακοίταξε πίσω του.
Τί είχε γίνει; Οι
Χριστιανοί είχαν πάρει ό,τι μπορούσαν
μαζί τους και διπλαμπάρωσαν τις πόρτες
και τα παράθυρά τους. Ο αξιωματικός τους είχε διαβεβαιώσει, ότι δεν υπήρχε
λόγος να ανησυχούν για τις περιουσίες τους. Να έπαιρναν μαζί τους μόνο τα όσα
είχαν ανάγκη. Το κράτος θα φύλαγε τα σπίτια και τις περιουσίες τους. Εξάλλου
δεν θα πήγαιναν και πολύ μακριά.
Μόνον 50 χιλιόμετρα
και για σύντομο διάστημα, μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος με τους μεθύστακες τους
Ρώσσους. Το ότι θα πήγαιναν πάνω από 200 χλμ. νότια, πάνω από Βουνά, μέχρι την
Σεβάστεια, το ότι θα τους έκλεβαν τα υπάρχοντα τους και ότι θα έκαιγαν και τα
σπίτια τους, αυτό δεν τους το είπε και ένας Θεός γνωρίζει, εάν ο ίδιος το
ήξερε. Πάντως συνέχεια τους καθησύχαζε για όλα και έτσι είχαν ξεκινήσει από την
Έσπιε.
Πράγματι, μόλις
πέρασε μισή ώρα από την στιγμή που και οι τελευταίοι Χριστιανοί έβγαιναν από το
χωριό προς τα βουνά, μέσα στην Έσπιε έμπαιναν ζιπκαλήδες τσετέδες, του Τοπάλ
Οσμάν. Γύρω τους έτρεξαν και μερικοί νεαροί της Έσπιε, οι περισσότεροι από τις
οικογένειες των προσφύγων. Ήσαν όλοι νεοφώτιστοι Νεότουρκοι, που ήθελαν την
Τουρκία τουρκική, απηλλαγμένη από τα φίδια τους Χριστιανούς.
Φανατισμένοι όλοι, μαζεύτηκαν κοντά στο τζαμί. Ο Χότζας τους φανάτισε ακόμη περισσότερο και με τις ευλογίες του ξεκίνησαν προς τον έρημο ρωμαίικο μαχαλά. Εκεί διασκορπίστηκαν και ο καθένας ανέλαβε την λεία του. Τρεις από αυτούς έφτασαν στην αυλή του Παπαγιάννη.
Από απέναντι και μέσα από το παράθυρο, πίσω από τον μπερντέ, ο γείτονας Ιμπραχήμ, παρακολουθούσε με αγωνία να δει τι σκοπεύουν να κάμουν. Σε λίγο η πόρτα του Παπαγιάννη είχε σπάσει και βλέπει ο Ιμπραχήμ να πετούν έξω, τα υπάρχοντα του Παπαγιάννη στην αυλή, όπου άρχισε η πρόχειρη διαλογή. Το ίδιο άρχισε και στα άλλα σπίτια. Ότι ενδιέφερε το στοίβαζαν, ότι δεν ενδιέφερε το πετούσαν.
Η ψυχή του Ιμπραχήμ δεν άντεξε για το κακό που γινόταν στους γείτονες του και ιδιαίτερα στον φίλο του τον Παπαγιάννη. Παρόλες τις κραυγές της γυναίκας του, άνοιξε την πόρτα και προχώρησε προς την αυλή του Παπαγιάννη. Από την αυλή της, η γυναίκα του απεγνωσμένα τον καλούσε και τον παρακαλούσε να γυρίσει σπίτι.
Για μια στιγμή οι τσετέδες ακούγοντας τις κραυγές της γυναίκας του Ιμπραχήμ, σταμάτησαν την διαλογή και τότε αντιλήφθηκαν τον Ιμπραχήμ, που ερχόταν προς αυτούς. Τον ρώτησαν, από απόσταση, τι ήθελε και το μόνο που πρόλαβε να πει ο Ιμπραχήμ ήταν "Αλλαχτάν μπουλ" (από τον Θεό να το 'βρείτε).
Η κατάρα του έσβηνε μαζί μ' έναν πυροβολισμό, που ακούστηκε. Το βόλι βρήκε τον Ιμπραχήμ στο μέτωπο και τον έριξε κάτω νεκρό. Ήταν ο πυροβολισμός, που είχαν ακούσει οι Χριστιανοί, καθώς είχαν βγει από το χωριό. Μόλις έπεσε νεκρός ο Ιμπραχήμ, η γυναίκα του στην αυλή της, κάθισε κάτω, χτυπιόταν και τραβούσε τα μαλλιά της, για το κακό που την βρήκε. Έβριζε τα φίδια τους Χριστιανούς, που εξ αιτίας τους έχασε την ζωή του, ο άνδρας της. Πόσο διαφορετικοί -είναι οι άνθρωποι και πόσο διαφορετικά βλέπει ο καθένας τα όσα γύρω μας συμβαίνουν;
Φανατισμένοι όλοι, μαζεύτηκαν κοντά στο τζαμί. Ο Χότζας τους φανάτισε ακόμη περισσότερο και με τις ευλογίες του ξεκίνησαν προς τον έρημο ρωμαίικο μαχαλά. Εκεί διασκορπίστηκαν και ο καθένας ανέλαβε την λεία του. Τρεις από αυτούς έφτασαν στην αυλή του Παπαγιάννη.
Από απέναντι και μέσα από το παράθυρο, πίσω από τον μπερντέ, ο γείτονας Ιμπραχήμ, παρακολουθούσε με αγωνία να δει τι σκοπεύουν να κάμουν. Σε λίγο η πόρτα του Παπαγιάννη είχε σπάσει και βλέπει ο Ιμπραχήμ να πετούν έξω, τα υπάρχοντα του Παπαγιάννη στην αυλή, όπου άρχισε η πρόχειρη διαλογή. Το ίδιο άρχισε και στα άλλα σπίτια. Ότι ενδιέφερε το στοίβαζαν, ότι δεν ενδιέφερε το πετούσαν.
Η ψυχή του Ιμπραχήμ δεν άντεξε για το κακό που γινόταν στους γείτονες του και ιδιαίτερα στον φίλο του τον Παπαγιάννη. Παρόλες τις κραυγές της γυναίκας του, άνοιξε την πόρτα και προχώρησε προς την αυλή του Παπαγιάννη. Από την αυλή της, η γυναίκα του απεγνωσμένα τον καλούσε και τον παρακαλούσε να γυρίσει σπίτι.
Για μια στιγμή οι τσετέδες ακούγοντας τις κραυγές της γυναίκας του Ιμπραχήμ, σταμάτησαν την διαλογή και τότε αντιλήφθηκαν τον Ιμπραχήμ, που ερχόταν προς αυτούς. Τον ρώτησαν, από απόσταση, τι ήθελε και το μόνο που πρόλαβε να πει ο Ιμπραχήμ ήταν "Αλλαχτάν μπουλ" (από τον Θεό να το 'βρείτε).
Η κατάρα του έσβηνε μαζί μ' έναν πυροβολισμό, που ακούστηκε. Το βόλι βρήκε τον Ιμπραχήμ στο μέτωπο και τον έριξε κάτω νεκρό. Ήταν ο πυροβολισμός, που είχαν ακούσει οι Χριστιανοί, καθώς είχαν βγει από το χωριό. Μόλις έπεσε νεκρός ο Ιμπραχήμ, η γυναίκα του στην αυλή της, κάθισε κάτω, χτυπιόταν και τραβούσε τα μαλλιά της, για το κακό που την βρήκε. Έβριζε τα φίδια τους Χριστιανούς, που εξ αιτίας τους έχασε την ζωή του, ο άνδρας της. Πόσο διαφορετικοί -είναι οι άνθρωποι και πόσο διαφορετικά βλέπει ο καθένας τα όσα γύρω μας συμβαίνουν;












Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου