Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

Οι προαγωγοί,οι συντελεστές και οι μάρτυρες του βιασμού της "Αντιγόνης" στην κατεχόμενη Κύπρο

Σε λίγες ώρες από τώρα, το βράδυ της  28ης  Σεπτεμβρίου, μετά από μία προπαγανδιστική εκστρατεία αποδοχής του τουρκικού φασισμού, στο όνομα της "Λύσης και της Επαναπροσέγγισης", εκστρατεία  που θυμίζει Γκέμπελς,ετοιμάζεται η παράσταση της "Αντιγόνης" στο κατεχόμενο αρχαίο θέατρο της Σαλαμίνας! 

Η αντιστασιακή παράδοση του ελληνικού λαού,  η "Αντιγόνη", θα ανέβει στο χώρο που ο Τούρκος φασίστας εισβολέας κατέχει εδώ και 42 χρόνια! Και μάλιστα με παράσταση που έχουν ετοιμάσει τα κρατικά θέατρα της ημικατεχόμενης Κύπρου και της Ελλάδας!
Μάλλον δεν έχει τέλος ο εξευτελισμός του αγώνα του ελληνικού λαού για δικαιοσύνη και  για απελευθέρωση, δεν έχει τέλος  η διαστρέβλωση της ιστορίας, η ισοπέδωση των αξιών και των αρχών, δεν έχει προηγούμενο το έγκλημα της Ύβρεως, το μεγαλύτερο για τους σύγχρονους της "Αντιγόνης".
Τα ερωτήματά μας απευθύνονται στους προαγωγούς, στους συντελεστές και τους μάρτυρες του βιασμού της "Αντιγόνης" στα Κατεχόμενα, στους οργανωτές, στους ηθοποιούς και μουσικούς και  στους θεατές της "Αντιγόνης".
Ως προαγωγοί, ετοιμάσατε μία παράσταση που θα γίνει στην κατεχόμενη Σαλαμίνα, εκεί όπου έχει τελεστεί η  σφαγή των  δικών μας ανθρώπων, εκεί που  όπως  καταγγέλλεται στην ΟΥΝΕΣΚΟ από το Τμήμα Αρχαιοτήτων της Κυπριακής Δημοκρατίας,  έχει συντελεστεί η καταστροφή της Πολιτιστικής μας Κληρονομιάς, των  μοναδικών μας   μνημείων, εκεί που έχουν καταστραφεί με διαστροφικό τρόπο  τα κοιμητήρια και έχει γίνει η εκταφή και καταστροφή των οστών των γονιών μας, εκεί που όπως αναφέρει η  Κρατική Επιτροπή Τοπωνυμιών,  έχει γίνει η  αλλαγή των  ονομάτων ως εσκεμμένη στρέβλωση της Ιστορίας μας.
Ως συντελεστές,  θα λάβετε μέρος ως σε μία παράσταση, σε ένα έργο που έχει γίνει γνωστό σε όλον τον κόσμο για το γεγονός ότι προβάλλει την αντίσταση, το σεβασμό στη ζωή και την αλήθεια και αποτελεί πρωταγωνιστικό θέμα για όσους θέλουν να γίνουν ή να λέγονται Ηθοποιοί.
Ως μάρτυρες, ως θεατές, θα παρακολουθήσετε μία παράσταση μαζί με τους εισβολείς- κατακτητές, ελπίζοντας σε τι; Να κατανοήσουν την "Αντιγόνη" και τα νοήματά της;
Να παραδειγματιστούν από τη στάση της; 

Και εσείς, τι περιμένετε να νιώσετε όταν στο χώρο που θα συντελείται ο βιασμός  της "Αντιγόνης", έχει γίνει και εξακολουθεί να γίνεται ένα μεγάλο  έγκλημα;  Oι γονείς και τα παιδιά των νεκρών και των αγνοουμένων μας, σας θυμίζουν την "Αντιγόνη";
Την έσχατη αλλά όχι την τελευταία στιγμή, απευθύνω και απευθύνουμε ένα μήνυμα προς τους  προαγωγούς, συντελεστές και μάρτυρες του βιασμού της "Αντιγόνης" στην κατεχόμενη Ελληνική Κύπρο. Να μην αφήσουν να γίνει, να μην λάβουν μέρος ως φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί, να μην παρακολουθήσουν το έγκλημα. Το ποίημα του  Σεφέρη για τη Σαλαμίνα που γράφει ότι "η γης δεν έχει κρικέλια για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν", μπορεί να τους παραδειγματίσει.
Και κυρίως να τους παραδειγματίσει η στάση του λαού μας  που έχει "Αντιγόνη", Αυξεντίου, Παλληκαρίδη, Μάτση,  Ισαάκ και Σολωμό και χιλιάδες άλλους.
Να τους εμπνεύσει η στάση των  ηθοποιών οι οποίοι   δεν ανέβαζαν "Αντιγόνη" κατά τη διάρκεια της φασιστικής Ναζιστικής  κατοχής, ή στη σύγχρονη περίοδο όταν οι  μουσικοί  της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών,  όταν στάλθηκαν να παίξουν το 1997 στην Άγκυρα προς τιμή του δασκάλου του Χίτλερ, Μουσταφά Κεμάλ, αρνήθηκαν αφού αυτό θα γινόταν την 19η Μαΐου, ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας! 



Θεοφάνης Μαλκίδης




Γιώργος Σεφέρης
Σαλαμίνα της Κύπρος, Νοέμβριος 1953

…Σαλαμῖνα τε
τᾶς νῦν ματρόπολις τῶνδ’
αἰτία στεναγμῶν.
ΠΕΡΣΑΙ
Κάποτε ο ήλιος του μεσημεριού, κάποτε φούχτες η ψιλή βροχή
και τ’ ακρογιάλι γεμάτο θρύψαλα παλιά πιθάρια.
Ασήμαντες οι κολόνες· μονάχα ο Άγιος Επιφάνιος
δείχνοντας μουντά, χωνεμένη τη δύναμη της πολύχρυσης αυτοκρατορίας.

Τα νέα κορμιά περάσαν απ’ εδώ, τα ερωτεμένα·
παλμοί στους κόλπους, ρόδινα κοχύλια και τα σφυρά
τρέχοντας άφοβα πάνω στο νερό
κι αγκάλες ανοιχτές για το ζευγάρωμα του πόθου.
Κύριος επί υδάτων πολλών,

πάνω σ’ αυτό το πέρασμα.
Τότες άκουσα βήματα στα χαλίκια.
Δεν είδα πρόσωπα· σα γύρισα είχαν φύγει.
Όμως βαριά η φωνή σαν το περπάτημα καματερού,
έμεινε εκεί στις φλέβες τ’ ουρανού στο κύλισμα της θάλασσας

μέσα στα βότσαλα πάλι και πάλι:
«Η γης δεν έχει κρικέλια
για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν
μήτε μπορούν, όσο κι αν είναι διψασμένοι
να γλυκάνουν το πέλαγο με νερό μισό δράμι.

Και τούτα τα κορμιά
πλασμένα από ένα χώμα που δεν ξέρουν,
έχουν ψυχές.
Μαζεύουν σύνεργα για να τις αλλάξουν,
δε θα μπορέσουν· μόνο θα τις ξεκάμουν

αν ξεγίνουνται οι ψυχές.
Δεν αργεί να καρπίσει τ’ αστάχυ
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
για να φουσκώσει της πίκρας το προζύμι,
δε χρειάζεται μακρύ καιρό

το κακό για να σηκώσει το κεφάλι,
κι ο άρρωστος νους που αδειάζει
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
για να γεμίσει με την τρέλα,
νῆσός τις ἔστι …».

Φίλοι του άλλου πολέμου,
σ’ αυτή την έρημη συννεφιασμένη ακρογιαλιά
σας συλλογίζομαι καθώς γυρίζει η μέρα—
Εκείνοι που έπεσαν πολεμώντας κι εκείνοι που έπεσαν χρόνια μετά τη μάχη·
εκείνοι που είδαν την αυγή μέσ’ απ’ την πάχνη του θανάτου
ή, μες στην άγρια μοναξιά κάτω από τ’ άστρα,
νιώσανε πάνω τους μαβιά μεγάλα
τα μάτια της ολόκληρης καταστροφής·
κι ακόμη εκείνοι που προσεύχουνταν
όταν το φλογισμένο ατσάλι πριόνιζε τα καράβια:

«Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε
πώς έγινε τούτο το φονικό·
την αρπαγή το δόλο την ιδιοτέλεια,
το στέγνωμα της αγάπης·
Κύριε, βόηθα να τα ξεριζώσουμε…». *

—Τώρα καλύτερα να λησμονήσουμε πάνω σε τούτα τα χαλίκια·
δε φελά να μιλάμε·
τη γνώμη των δυνατών ποιός θα μπορέσει να τη γυρίσει;
ποιός θα μπορέσει ν’ ακουστεί;
Καθένας χωριστά ονειρεύεται και δεν ακούει το βραχνά των άλλων.

—Ναι· όμως ο μαντατοφόρος τρέχει
κι όσο μακρύς κι αν είναι ο δρόμος του, θα φέρει
σ’ αυτούς που γύρευαν ν’ αλυσοδέσουν τον Ελλήσποντο
το φοβερό μήνυμα της Σαλαμίνας.
Φωνή Κυρίου επί των υδάτων.

Νῆσός τις ἔστι.

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

ΔΙΣΤΙΧΑ ΣΑΤΙΡΙΚΑ

Το σεβταλούκ ντο λες εσύ, πασκίμ τρανόν δουλείαν,
 εφτάς κάτας πορπάτεμαν και πεντικού λαλίαν.

Τρία κορτσόπα έμορφα χλωρόν χορτάρ’ θερίζνε, 
εκάτσαν κι αναπάουνταν, για τον άντραν νουνίζνε.

Οι πεκιάρ’ ντο αρρωσταίνε, ας λέγω σας για ποίον, 
ντο κείνταν ολομόναχοι χειμωγκονί’ σον κρύον.

Θεία μ’ πε το κορτσόπο σου, πολλά μη τυριαννίζ’ με, 
σίτια κοιμούμαι νόστιμα, χαντιλιάζ’ κι εγνεφίζ’ με.

Χρωστώ καί ’κι χρωστούνε με, αν θέλω παίρω κι άλλα,
 εμέν η κόρ’ που εγάπεσεν, ζαέρ’ έτονε λάλα.

Ντ’ εβγάλω όλια τρώγ’ άτα, πασκίμ ντο έχω χρέος,
έπαρ’ με, κόρη, έπαρ’με, πασκίμ ντο είμαι γέρος.

Ερρίγασα, επάγωσα, κρύον  επαίρα, βέχω,
 για τ’ έναν ξερόν φίλεμαν νύχταν-ημέραν τρέχω.

Εναν κορτσόπον είπε με, ν’ ευρίκ’ σα σο Θεός -ι,
 πάντα φίλεμαν ψαλαφάς και ν’ άμον γυρευός -ι.

Ας  έμνε είνας διάβολος με τρία κωδωνόπα,
 ν’  ελάσκουμνε μεσανυχτί κι εγνέφιζα κορτσόπα.

’Πήγα νσ ξαβουρεύκουμαι και είπα τ’ αμαρτίας,
 είπε με, άλλο μ’ εφτάς άτο, θα κόφτω εγώ τ’ ωτία σ’.

Είπ’ άτον τσουρμουλήματα, είπ’ άτον σεβταλούκια,
 είπε με, συχωρώ άτα, ατά είν’ τσαχαλούκια.

Έπήγα σον πνεματικόν, είπεν, ’ξημολογώ σε, 
έμορφον αν εφίλεσες, είπε με, συγχωρώ σε.

Εξέρετεν ντο είπε με είνας καλός ποπάς -ι, 
έμορφον ηύρες, φίλει άτεν, το κρίμαν μ’ ερωτάς -ι.

Έμορφος εμπαίν’ σο χορόν, θαρρείς χαραδοξία 
κι άσκεμος εμπαίν’ σο χορόν, άμον χολοσπασία.

Ο κύρης σ’ ετον παλαλός κι η μάνα σ’ ετον λάλα, 
πως εγροίξαν κι εποίκανε άμον εσέν φραντάλαν.

Οσήμερον πα ντο ετον και εξες το γιλβάνι σ’, 
εσύ αν είσαι διάβολος, εγώ πα είμαι τ’ ουράδι σ’.

Να λελεύω σε, μάνιτσα μ’, ντ’ εποίνες με αοίκον,
 εποίνες με αγράσκεμον και πολλά ατσιαΐπκον.

Ο κύρη μ’ εκοπίαζεν, γράμματα να μαθίζ’ με, 
σο σεβταλούκ απαγκεκά, δέσκαλον να καθίζ’ με.

Εγώ γράμματα ’κ’ έξερα και δέσκαλος εκάτσα
 και τ’ έμορφα τα κόρτσοπα το σεβταλούκ εμάτσα.

Θειΐτσα μ’, ποδεδίζω σε, φιλώ τα ποδαρόπα σ’,
 έπαρ’ με είναν πετεινόν απέσ’ σα νοσακόπα σ’.

Και ντο τυλίεις κι αποτυλίεις τη λετσεκί’ σ’ τα τέκια,
 σ’ εμέν τσιαλίμια μη πουλείς, εγώ ντ’ εποίνε, εφέκα.

Έγώ ποπάς ’κι γίνουμαι, σο ιερόν ’κ’ εμπαίνω, 
σίτια θα ψάλλω, τραγωδώ, σασεύω κι απομένω.

Άς όλια τα πετούμενα ο ψύλλον έχ’ τη χάρην, 
πάει, κείται με τα κορτσόπα και ν’ άμον παλληκάρι.

Βούτουρον, εθαρρείς, έλλειψες, απαγκές σο ψωμίν άτ’ς, 
ντ’ εκάτσες και ν’ εκούρφιξες το τρανόν το μυτίν άτ’ς.

Έμέν η μάνα μ’ είπε με, μεγάλον διαρμενείαν,
 η έμορφος όνταν διαβαίν’, την στράταν άτ’ς ορία.

Εξέρ’τς, ’κι ξερ’τς, μη καλατζεύ’ς, ντ λες τα λόγια,
 νούντσον κι ατά τα τσιαζουλούκια σου, αλλού κες δέβα πούλτσον.

Εξέρ’τς όνταν  εφίλνα σε αφκακές σα καφούλια, 
εσύ εφτάς τα παλαλά κι εμέν μαθίεις αχούλια.

Η μάνα θε ’κι αντρίζ’ άτο, το κορίτσ’ λέει, θ’ αντρίζω,
 αοίκον αχουλίν κορίτσ’, εγώ να ποδεδίζω.

Θεέ μ’ ποίσον κατακλυσμόν, να χάνταν οι γραιάδες, 
να κείνταν και κοιμούντανε ραχάτια οι νυφάδες.

Ψάλτες και ποπάς ’κ’ έξεραν, να ψάλν’ σην εγκλεσίαν 
κι η λειτουργία, εγέντονε με τ’ έναν τραγωδίαν.

Παιδία όντες έμνε πεκιάρ’τς, ας λέγω σας ντ’ εποίνα, 
τ’ άσκεμα επαργόρευα και τ’ έμορφα ν’ εφίλ’να.

Ο κόσμον όλεν καμ’ και ζεί και πορπατεί ληγάρια 
κι  εγώ άμον τον παλαλόν μετρώ τ’ εγάπ’ς τ’ ιχνάρια.

Ενέσπαλα κι εδέβα κα και τ’ άλογα μ’ ’κ’ ετάισα 
κι  ατώρα καταράται με η πεθερά μ’, η μάισσα.

Εσύ τον άντρα σ’ ν’ αγαπάς και μ’ εφτάς άτον γέλως
 και με τ’ ατόν θα τρως ψωμίν, εγώ πάλ’ είμαι ξένος.

Ο πετεινόν πα εχπάστεν να πάει, σερεύ’ τσατσία,
 εσύ, είπεν, την κοσάραν, σκάλα και σελεκία.

Το Μοθόπωρον

 Άρ έρθεν το Μοθόπωρον, τ’  Αε-Σερή  εδέβεν,
Σταυρίτα φαίνεται γραού και δείσα σα ραχία
 και αρχινούν τα φυσετούς, σκαλώνε τα κρυάδας.
Τα φύλλα εκιτρίντζανε, τα χορτάρια ’ξεράθαν,
 τα δέντρα ’πεγυμνώθανε, τα κλάδια ’πεστολίγαν,
 πολλά πεγάδια στείρεψαν, πολλά νερά εκόπαν
 και σα παρχάρια τ’ έρημα χλοϊάδα ξάι ’κ’ επέμνεν 
κι όλεν τη γης  ο πρόσωπον άγρεν θωρέαν έγκεν.
Φεύνε τα ζα  ασά ψηλά, τα πρόγατ’ άσ’ ομάλια
 και κατηβαίνε χαμελά, πάγνε σο χειμαδίον, 
τα χελιδόνια κι  αϊριανοί πάν’ σα ζεστά τα μέρια,
 πουλόπα άλλο’κι λαλούν, άλλο ’κι κελαηδούνε 
κι άν κάποια πα κελαηδούν, θαρρείς, μοιρολογούνε.
Τα κέτζια  εκατήβανε, οι ξενιτιάρ’ επήγαν, 
τα στράτας είναι έρημα, τα δέβας  αγροτόπια.
Τρυγομηνά το λάμσιμον και η σπορά τελείνταν
 και  Αεργίτα  οξικέσ’ δουλεία ’κί πλερούται.
Τα πόρτας ασπαλίουνταν, τα παραθύρια  αρμούνταν,
 κατάβρεχος, χιονόβρεχος, πάντα κακοκαιρία.
Μοθοπωρί, που ’κ’ έσπειρεν, καλοκαίρι ’κ’ έθέρ’τσεν.

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

Μοθόπωρον =  Φθινόπωρο
Αε-Σερή = γιορτή  Αγίου Σωρού (μαζί με τη γιορτή της Παναγίας το Δεκαπενταύγουστο),
Σταυρίτα = Σεπτέμβρη,
γραού = πάχνη, υγρασία,
αϊριανοί = γερανοί, είδος πουλιών,
κέτζια = παραθεριστές, πρόσωπα μετακινούμενα,
Τρυγομηνά= Οκτωβριο
λαμσιμον=όργωμα
Αεργίτα= τον Νοέμβρη


Το Φθινόπωρο

Τ’ Αι-Σωρού  επέρασε, Φθινόπωρο μας ήρθε,
Σεπτέμβρη πάχνη φαίνεται κι ομίχλη στις ραχούλες
 κι οι άνεμοι αρχίζουνε, τα κρύα ξεμυτίζουν.
Τα φύλλα κιτρινίζουνε, ξεραίνονται τα χόρτα, 
τα δέντρα ξεγυμνώνονται και πέφτουν φύλλα κι άνθη, 
πολλές βρυσούλες στέρεψαν, πολλά νερά κοπήκαν
 και στα παρχάρια τ’ έρημα δεν έμεινε χορτάρι 
κι όλο το πρόσωπο της γης αγριεμένο στέκει.
Απ’ τα ψηλά και τις πλαγιές φεύγουν όλα τα ζώα
 και κατεβαίνουν χαμηλά, στο χειμαδιό πηγαίνουν,
 χελιδόνια κι οι γερανοί πάν’ στα ζεστά τα μέρη,
 πουλάκια πια δεν κελαηδούν, κόπηκε η φωνή τους
 και μερικά, που κελαηδούν, θαρρείς μοιρολογούνε.
Γυρίσαν απ’ την εξοχή κι άλλοι στα ξένα φεύγουν 
κι οι στράτες ερημόστρατες κι άγριες οι διαβάσεις.
Και τ’ όργωμα με τη σπορά τελειώνουν τον Οκτώβρη,
 καμιά δουλειά στην ύπαιθρο, Νοέμβρη δεν τελειώνει.
Οι πόρτες διπλοκλείνουνε, σφαλούν τα παραθύρια,
κατάβρεχος, χιονόβρεχος, κακοκαιρία πάντα.
Φθινόπωρο αν δεν έσπειρες, μην περιμένεις θέρος.

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Η κόρ’ επήεν σο παρχάρ’







Η κόρη, που βγαίνει στον παρχάρ’, για να γίνει τσοπανοπούλα «ρομάνα», προκαλεί φλογερό έρωτα στην ψυχή του παλληκαριού, που γίνεται κυνηγός στα βουνά, για να την συναντήσει.


Η κόρ’ επήεν σο παρχάρ’ να 'ίνεται ρομάνα
 και για τ’ ατέν θα 'ίνουμαι και κυνηγός σ’ ορμάνια.

Παρχάρ’, παρχάρ’τς

Για τον όρο «παρχάρ’, παρχάρ’τς» διατυπώνονται διάφορες απόψεις. 
Παρχάρ'  σην Σαντά
Προκύπτει από τη λέξη «παρχώριον», λένε μερικοί. Παρχώριον... παρ’ χώριον... παρχάριον... παρχάρ’. Δηλαδή, τόπος παρά το χωρίον, κοντά στο χωριό. Πιο ρομαντικοί είναι εκείνοι, που υποστηρίζουν, ότι η λέξη «παρχάρ’» προέρχεται από τις λέξεις «παρά χαράν», δηλαδή, παρά χαράν, παρ’ χαράν, παρχάρ’. Και όλα αυτά, γιατί σον παρχάρ’ υπάρχει χαρά, χαρούμενη ζωή.
Στην οροσειρά του Παρυάδρη υπάρχουν τα πιό πολλά και ξακουστά παρχάρια του Πόντου. Ο ίδιος ο Παρυάδρης ονομάζεται και «Παρχάρ’» και στα τουρκικά, «Μπαλχάρ’» ή «Μπαρχάλ’ Ντάγ». Οι λέξεις αυτές δεν υπάρχουν στην τουρκική γλώσσα, εκτός από τη λέξη «Ντάγ», που σημαίνει βουνό. Έχουμε όμως την τουρκική λέξη «Μπαχάρ’», που σημαίνει «άνοιξη» αλλά και «ανθισμένο τόπο, βοσκοτόπια κλπ.». 
Θα έδινε ασφαλώς την εντύπωση επιστημονικού σχολαστικισμού ή ακόμη και έπιστημονικής φλυαρίας ο τυχόν ισχυρισμός, ότι η λέξη «παρχάρ’» προέρχεται από το όνομα «Παρυάδρης», ήτοι από το Παρυάδρης... Παρυάδρ’... Παράδρ’ και παρχάρ’!
Σο Καρακαπάν

Ο «Παρχάρ’τς» είναι οπωσδήποτε τόπος ανθισμένος, λιβάδι καταπράσινο, βοσκότοπος. Νομίζουμε, ότι οι παραπάνω απόψεις και σκέψεις καταπιέζουν τις έννοιες και απομακρύνονται από την πραγματικότητα. Εμφανίζεται και εδώ η προσπάθεια της ωραιο-ποίησης των γεγονότων. Κατά τη γνώμη μας, η τουρκική λέξη «Μπαχάρ’» λύνει το πρόβλημα. Οι πόντιοι τα δυό σύμφωνα «μπ» τα προφέρουν συνήθως με το σύμφωνο «π». Επομένως, αντί μπαχάρ’, προφέρουν «παχάρ’» και με κάποιο αναγραμματισμό, «παρχάρ’». Από εδώ προκύπτουν και οι τουρκικές λέξεις «Μπαλχάρ» και «Μπαρχάλ Ντάγ» (δανεισμός και αντιδανεισμός).
Το όνομα «παρχαρομάνα» υποδηλώνει τη μάνα του παρχαριού. Είναι η γενναία τσοπάνισσα, που διαμένει πάνω στα ψηλά βουνά μήνες ολόκληρους μοχθώντας σκληρά. Έτσι, έχουμε και το «παρχαρόπουλο, παρχαρέτσαν, παρχαροκέφαλον, παρχαρομύτ’, παρχαροπέγαδον, παρχαρόνερον, παρχαρεύω κλπ.». Βρίσκεται ολότελα εξω από την πραγματικότητα η άποψη, ότι η λέξη «ρομάνα» προέρχεται από τη σύνθετη λέξη «ορομάνα», γιατί έτσι, ανάμεσα στην «ρομάνα» και «παρχαρομάνα» θα βάζαμε σινικά τείχη.
Στον παρχάρ’ πηγαίνει ολος ο κόσμος για παραθέριση και διασκέδαση. Η επίσκεψη όμως αυτή δεν κρατάει παρά μόνο δυο-τρεις μέρες. Στον παρχάρ’ παραμένει μήνες ολόκληρους η παρχαρομάνα με τις αγελάδες της. Επίσης και ο τσοπάνος με τα πρόβατα. Άλλη είναι η περίπτωση παραθερισμού πλούσιων σε διάφορους ωραίους εξοχικούς τόπους.
Η παρχαρομάνα είναι ανδρογυναίκα με ενάρετη ψυχή. Ασκεί πάνω στα ψηλά βουνά δύσκολο επάγγελμα. Εχει εκεί εργαστήρι κτηνοτροφικό. Δεν εχει μόνο τις δικές της αγελάδες. Εχει και αγελάδες γειτόνων, που τις φυλάγει με ορισμένους όρους και συμφωνίες, που γίνονται ανάμεσα σ ’ αυτήν και τους ιδιοκτήτες των αγελάδων.
Η ζωή της παρχαρομάνας είναι σκληρή. Παλεύει με τα στοιχεία της φύσης. Διατ
ρέχει και ηθικούς κινδύνους με την απρόοπτη εμφάνιση τούρκων, τους οποιους αντιμετωπίζει σθεναρά.  Υπάρχουν περιπτώσεις, που, σύμφωνα με την παράδοση, παρχαρομάνα σκότωσε τούρκο με το ραβδί της «στουράκ’», ματαιώνοντας τα ανήθικα σχέδιά του.
Εκδρομή γνωστών Τραπεζούντιων στο Κρυονέρι (Σοούκ Σου ) στις αρχές του 20ου αιώνα

Το ξεκίνημα της παρχαρομάνας από το χωριό προς τα ψηλά βουνά γίνεται με τρόπο πανηγυρικό. Την ξεπροβοδίζουν οι κάτοικοι με καλές ευχές, «να πάει καλά η χρονία, να εφτάει πολλά βούτορον κλπ.». Είναι η παρχαρομάνα ο κυρίαρχος παράγοντας μέσα στη φύση. Ξεκινάει πολλές φορές τον Φλεβάρη και γυρίζει τον Οκτώβρη. Και η επιστροφή της έχει πανηγυρικό χαρακτήρα. Την υποδέχονται  εγκάρδια. Είναι πρόσωπο θρυλικό και αποτελεί μεγάλη τιμή για τους απογόνους της, να κληρονομήσουν την ιδιότητά της σαν παρχαρομάνας.

Στάθης Ι. Ευσταθιάδης





Τή δρουβανί’ η τραγωδία

-Ντο θέλ’τς, δρουβάν’, να γίνεσαι, ντο θέλ’τς να κατενίζεις;
-Θέλω τη Ταύρη μ’ το νερόν, τη Κασκαμπά το χιόνι,
 θέλω τη Δράκ’ τη δύναμην και τη ’γουρίτζ’ τ’ ωμία, 
θέλω ωμία δυνατά, καρδίαν χαρεμένον.




ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
δρουβάν’ = ξύλινο αγγείο για την παραγωγή βουτυρου, 
κατενίζεις = ξεθολώσεις, κατασταλάξεις,
Ταύρη = του Ταύρου (ορεινή περιοχή),
Κασκαμπά = ονομασία ορεινής περιοχής,
’γουρίτζ’ = του άνδρα.



 Το τραγούδι του δρουβανιού

-Τί θες δρουβάνι να γενείς και να κατασταλάξεις;
-Θέλω του Ταύρου το νερό, του Κασκαμπά το χιόνι
θέλω και δράκου δύναμη, θέλω αντρίκιους ώμους,
 θέλω καρδιά χαρούμενη, γερούς τους ώμους θέλω.


Στο τραγούδι του «Δρουβανί’» περιγράφεται ο τρόπος, με τον οποίο γίνεται το βούτυρο. Φλέγεται το εσωτερικό του δρουβανιού από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα και ζητάει κρύο νερό, για να κατασταλάξει.
Είναι τόσο νόστιμα τα κτηνοτροφικά προϊόντα του παρχαριού, το βούτυρο και ιδίως το ανθόγαλο «θόγαλαν». Ο λαϊκός ποιητής, νοσταλγώντας το, τραγουδά προς τις ρομάνες:
Ρομάνες πάτε σον παρχάρ’, καλά δουλείας ποίστεν,
 όντες τρώτεν το θόγαλαν, τον μερτικό μ’ αφήστε.


Στάθης Ι. Ευσταθιάδης



Θέλουν να μας κανουν να ξεχασουμε την ιστορια μας...!!!!!!!!


Συνέντευξη στο δημοσιογράφο Λευτέρη Θεοδωρακόπουλο 
(εφημερίδα Press Time Σάββατο 24-Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου )

Τι σημαίνει ο όρος Γενοκτονία;

Η έννοια «γενοκτονία», από τις ελληνικές λέξεις γένος και κτείνω (φονεύω) εκφράζεται για πρώτη φορά το 1944 από τον διασωθέντα του Ολοκαυτώματος Ραφαήλ Λέμκιν , ο οποίος για να στηρίξει τα επιχειρήματά του αναφέρθηκε και στη μαζική εξόντωση των Ελλήνων και των Αρμενίων. Η Γενοκτονία αποτέλεσε και το κύριο όρο στο κατηγορητήριο για τη Δίκη της Νυρεμβέργης, όπου καταδικάστηκαν οι Ναζί.
Μετά την απόφαση του Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ασχολείται το 1946, με το ζήτημα της « πρόληψης και της καταστολής του εγκλήματος της Γενοκτονίας» επιφορτίζοντας το Οικονομικό και το Κοινωνικό συμβούλιο, την επιτροπή ανθρωπίνων δικαιωμάτων και μία επιτροπή από ειδικούς, στους οποίους ανήκε και ο Λέμκιν να αναλάβει την εκπόνηση μελέτης εν όψει της προετοιμασίας ενός σχεδίου σύμβασης για τη γενοκτονία. Το σχέδιο σύμβασης ψηφίστηκε από τα μέλη του ΟΗΕ το 1948 ως Συνθήκη για την πρόληψη και την καταστολή του εγκλήματος της γενοκτονίας.
Σύμφωνα με τη συνθήκη (άρθρο 2 ), «Γενοκτονία σημαίνει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες πράξεις οι οποίες διαπράττονται με την πρόθεση καταστροφής, εν όλω ή εν μέρει, μίας εθνικής, εθνοτικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας ως τέτοιας
α) ανθρωποκτονία μελών της ομάδας,
β) πρόκληση βαρείας σωματικής ή διανοητικής βλάβης σε μέλη της ομάδας
γ) με πρόθεση επιβολή επί της ομάδας συνθηκών ζωής υπολογισμένων να επιφέρουν τη φυσική καταστροφή της εν όλω ή εν μέρει,
δ) επιβολή μέτρων που σκοπεύουν στην παρεμπόδιση των γεννήσεων εντός της ομάδας
ε) δια της βίας μεταφορά παιδιών της ομάδας σε άλλη ομάδα».
Η Γενοκτονία σύμφωνα με τη Συνθήκη αφορά ένα έγκλημα που αποβλέπει στη συστηματική, με βίαια ως επί το πλείστον μέσα, επιδιωκόμενη εξόντωση ολόκληρης φυλής ή τμήματος αυτής σε ορισμένο τόπο και πρόκειται για ένα έγκλημα, το οποίο δεν έχει συνάρτηση με πολεμικές συγκρούσεις. Είναι η καταστροφή ενός έθνους ή μιας εθνικής ομάδας, ένα συντονισμένο σχέδιο που τείνει να καταστρέψει τα θεμέλια της ζωής των εθνικών ομάδων, με στόχο να εξοντωθούν. Το ελληνικό έθνος έχει πλέον του ενός εκατομμυρίου θύματα από τη Γενοκτονία που υπέστη από τους ρατσιστές, εθνικιστές και φασίστες Νεότουρκους και Κεμαλικούς. Το δυστύχημα είναι ότι επειδή το έγκλημα δεν τιμωρήθηκε, επαναλήφθηκε λίγα χρόνια αργότερα από τους μαθητές των παραπάνω, τον Χίτλερ και τους Ναζί. 

Από την Τραπεζούντα και τη Σμύρνη δηλαδή, φτάσαμε στα Καλάβρυτα και στο Δίστομο!
Ο Ελληνισμός του Πόντου έχει υποστεί Γενοκτονία, αλλά γιατί αυτό το ιστορικό γεγονός δεν βρίσκεται στην διδακτική ύλη των βιβλίων;
Την ερώτηση αυτή, θα ήταν σκόπιμο βεβαίως να γίνει και στους καθ΄ύλην αρμοδίους...... Όπως θα ήταν πολύ ενδιαφέρον γιατί να ερωτηθούν γιατί όταν υπάρχουν “σχετικές” αναφορές για το ζήτημα του Πόντου, της Θράκης, της Μικράς Ασίας και της Σμύρνης, της Γενοκτονίας, αυτές αποτελούν Ύβρη; 

Ύβρη προς τα θύματα, Ύβρη προς τους διασωθέντες απογόνους τους, Ύβρη προς τους νέους ανθρώπους, μαθητές και μαθήτριες;
Τώρα που λαοί, όπως ο Αρμενικός, μας δείχνουν το δρόμο της αξιοπρέπειας και της αλήθειας,  στη χρεοκοπημένη Ελλάδα πολλοί υβρίζουν και συνεχίζουν να απουσιάζουν από τον αγώνα παιδείας και αναγνώρισης. Τώρα που έχουν καταλυθεί ρατσιστικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα, τώρα που έχουν καταρρεύσει όλα τα φασιστικά σύμβολα, την ίδια στιγμή στην Ελλάδα υπάρχουν φωνές από όλα τα τα μήκη και τα πλάτη της αποκαλούμενης πολιτικής και πνευματικής ζωής, που θαυμάζουν τα επιτεύγματα  και τα πρόσωπα του μίσους, που μιλούν για τον Κεμαλισμό και το Ναζισμό. Τις “ιδεολογίες” δηλαδή του θανάτου. Ταυτόχρονα  ο Κεμαλισμός και ο Φασισμός στη μήτρα Τουρκία που τους γέννησε καταρρέει και αποκαθηλώνεται, σας θυμίζω το συνέδριο που έγινε στην
 Άγκυρα (!) τον Απρίλιο του 2016 για τη Γενοκτονία όπου κλήθηκα να μιλήσω,στην Ελλάδα των εκατομμυρίων θυμάτων οι Κεμαλικές- φασιστικές οπισθοφυλακές δίνουν μάχη για την επιβίωσή του! 
Το πρόγραμμα του, ιστορικής σημασίας, Συνεδρίου για τη Γενοκτονία (Απρίλιος 2016) που έγινε στην Άγκυρα!


 Ωστόσο η δυναμική του ζητήματος της Γενοκτονίας δεν μπορεί να εμποδισθεί από ιδιοτελείς και μικρούς ανθρώπους, από στρατευμένους απολογητές και θαυμαστές του Κεμαλισμού, του πρόδρομου του Ναζισμού. 
Το ζήτημα της Γενοκτονίας είναι τόσο ψηλά που κανείς δεν μπορεί να το σβήσει, όσο και εάν προσπαθήσει, όσα στεφάνια καταθέσει, όσα κείμενα και εάν γράψει, ό,τι και εάν κάνει και ειδικά στην παιδεία.

Ποντάρουν στην ιστορική λήθη οι εχθροί της χώρας μας;

Προφανώς, η λήθη, η αλήθεια δηλαδή χωρίς το στερητικό άλφα, είναι ένα σημαντικό όπλο και μέσο στα χέρια, στα λόγια, στα γραπτά και στις πράξεις εχθρών αλλά και ημέτερων. Το έχουν πει και γράψει από τον Μίλαν Κούντερα- "η πάλη του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία είναι η πάλη της μνήμης κατά της λήθης”- μέχρι τον Τζόρτζ Όργουελ- “σε μια εποχή παγκόσμιου ψεύδους, το να λες την αλήθεια είναι μια πράξη επαναστατική”.

Ζείτε και δραστηριοποιήστε στην Ανατολική Μακεδονία και την Θράκη… Πως είναι η κατάσταση αυτή την στιγμή στην περιοχή; Θεωρείται πως η Πολιτεία θα μπορούσε να έχει πιο ενεργό ρόλο στην περιοχή;

Αν αναφερθούμε στα οικονομικά δεδομένα, η κατάσταση είναι η ίδια και ενδεχομένως, λόγω θέσης, χειρότερη σε σχέση με την υπόλοιπη Ελλάδα. Αν καταγράψουμε τα κοινωνικά και τα δημογραφικά, η εγκατάλειψη της περιοχής συνεχίζεται με αμείωτο ρυθμό, ειδικότερα στο νομό Έβρου. Σε ότι αφορά τα πολιτικά- εθνικά η Τουρκία μέσω των τοπικών της μηχανισμών, πιέζει, προκαλεί και πολλές φορές εγκαλεί την Ελλάδα.

«Από την Αδριανούπολη μέχρι την Τραπεζούντα και τη Σμύρνη, ο Ελληνισμός για σχεδόν δύο δεκαετίες αντιμετώπισε το οργανωμένο σχέδιο εξόντωσης από το φασιστικό καθεστώς των Νεότουρκων και των Κεμαλικών  που κατέληξε σε Γενοκτονία.   Εξόντωση την οποία αρνείται πεισματικά το κράτος- θύτης και αδιαφορεί για αυτήν υπονομεύοντάς την, το κράτος – θύμα», λέτε στο βιβλίο σας. Θα μας το αναλύσετε λίγο το παραπάνω;

Η Τουρκία αποτελεί παράδειγμα προς αποφυγή σε ότι αφορά ένα κράτος που αρνείται ότι πραγματοποίησε τη Γενοκτονία. Τιμά τους πρωτεργάτες του εγκλήματος εναντίον των Ελλήνων, τους Νεότουρκους και τον Μουσταφά Κεμάλ, δεν αποδέχεται τη Γενοκτονία και εγκαλεί τους Έλληνες για τον αγώνα αναγνώρισης. Επιπλέον προσπαθεί να αλλοιώσει την πραγματικότητα και να εκφοβίσει ή ακόμη και να δολοφονήσει τους ανθρώπους που ενεργούν για την αποκάλυψη της Γενοκτονίας και της τουρκικής ευθύνης. Το παράδειγμα της Γερμανίας που αναγνώρισε το Ολοκαύτωμα θα μπορούσε να της δώσει μία άλλη πολιτική στάση, αυτό όμως δυστυχώς δεν πρόκεται να γίνει.
Από την άλλη πλευρά, το ελλαδικό κράτος, αν δούμε το παράδειγμα της Αρμενίας, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με ό,τι θα περιμέναμε από ένα θεσμικό δημιούργημα που σεβόταν το μαζικό έγκλημα και θα αγωνιζόταν για την αναγνώρισή του. Στο ελλαδικό κράτος μετά την ψήφιση του σχετικού νομοσχεδίου για την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου το Φεβρουάριο του 1994 και η θέσπιση της 19ης Μαίου ως ημέρα Εθνικής μνήμης( λίγα χρόνια αργότερα ακολούθησε η ψήφιση του νομοσχεδίου για τη Γενοκτονία στη Μικρά Ασία και η ανακήρυξη της 14ης Σεπτεμβρίου ως ημέρα μνήμης το 1996), ακολούθησαν μία σειρά από ενέργειες οι οποίες πραγματικά μας εξέπληξαν. 
Την 19η Μαΐου 1996 προσγειώνονται τουρκικά αεροσκάφη στην προσφυγική Νέα Αγχίαλο Μαγνησίας και το ίδιο έτος και την ίδια ημερομηνία γίνεται η συναυλία Ρουβά – Κούτ στην ημικατεχόμενη Κύπρο. Την 19η Μαΐου 1998 γίνεται απόπειρα να σταλεί η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στις εορτές μνήμης του Κεμάλ στην Άγκυρα (!), ενώ ακολουθούν οι καταθέσεις στεφάνων του Έλληνα πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή και πρωθυπουργού και υπουργού εξωτερικών Γ . Παπανδρέου στον βασικό υπεύθυνο της Γενοκτονίας, το Μουσταφά Κεμάλ! 
Πως μπορεί να δικαιολογηθεί η οργανωμένη προσπάθεια αλλοίωσης και ουσιαστικής κατάργησης της ημέρας Μνήμης της Γενοκτονίας, καθώς και η απουσία, η αδιαφορία και η ολιγωρία του επονομαζόμενου πολιτικού προσωπικού για το ζήτημα ανάδειξης της Γενοκτονίας εντός και εκτός Ελλάδας; Πως μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι υπάρχουν “πολιτικοί και πνευματικοί” άνθρωποι στην Ελλάδα, που αποδέχονται και θαυμάζουν τον Κεμάλ;Τον εξολοθρευτή δηλαδή των Ελλήνων και άλλων εθνοτήτων;
Γιατί απουσιάζει η Ελλάδα όταν γίνεται αναφορά για το ζήτημα της Γενοκτονίας σε διεθνείς οργανισμούς και συναντήσεις και κρύβεται φοβούμενη, ενώ την ίδια στιγμή  υβρίζει τους νεκρούς μας προγόνους και παρίσταται σε εγκαίνια του ψεύτικου σπιτιού του Κεμάλ στη Θεσσαλονίκη; 
Γιατί η Ελλάδα ως Υπουργείο Εσωτερικών, Δήμος, Νομαρχία, Περιφέρεια, Περιφερειακή Ενότητα, κλπ, καλεί τον ελληνικό λαό να εορτάσει (!!!) την ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας και μεταθέτει την ημέρα αυτή σε άλλη ημερομηνία, κάνοντάς την “λάστιχο” με τελετουργικό που φωνάζει «να βγούμε από την υποχρέωση»;

Γιατί, εν τέλει η Ελλάδα, δια των θεσμικών της εκπροσώπων, αρνείται τη Γενοκτονία;


Εκδώσατε το βιβλίο σας στην αγγλική γλώσσα. Θεωρείτε ότι με αυτό τον τρόπο θα μάθουν περισσότεροι άνθρωποι για το τι συνέβη στα αλήθεια στον Ποντιακό ελληνισμό;

Αυτό πιστεύουμε και για αυτό αγωνιζόμαστε. Η Γενοκτονία των Ελλήνων είναι άγνωστη στο ευρύ κοινό, σε σχέση για παράδειγμα με το Ολοκαύτωμα και με τη Γενοκτονία των Αρμενίων και ελπίζουμε ότι με τη συγκεκριμένη προσπάθεια και άλλες παρόμοιες, θα γνωστοποιηθεί σε μεγαλύτερο βαθμό. 
Εξάλλου, χωρίς υπερβολή, ό,τι έχουμε πετύχει σε διεθνές επίπεδο, έχει γίνει με τις δικές προσπάθειες, έχοντας απέναντι την Τουρκία, αλλά και την παράλληλη απουσία, αδιαφορία και μερικές φορές και την εχθρότητα του ελλαδικού κράτους.



Ποια η γνώμη σας για την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας;

“H παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Kράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Eλλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες”. (Άρθρο 16, παράγραφος 2 του Συντάγματος των Ελλήνων). Ειδικότερα για την υπόθεση της Γενοκτονίας δε χρειάζεται κάποιο σχόλιο, παρά μόνο να αναφέρω ότι στα σχολικά βιβλία όπου υπάρχει αναφορά στο μαζικό έγκλημα, αυτή βγαίνει εκτός ύλης μονίμως (....), ενώ ο βασικός υπεύθυνος της Γενοκτονίας, ο Μουσταφά Κεμάλ, ο δάσκαλος του Χίτλερ, θεωρείται ως ο δημιουργός της σύγχρονης Τουρκίας!

Οι αλλαγές και κυρίως αυτές στα Θρησκευτικά είναι ορθές ή αλλοιώνουν το DNA της εκπαίδευσης;

Να επαναλάβω ένα ακόμη άρθρο από το Σύνταγμά μας, το άρθρο 3, το οποίο απαντά αμέσως και εμμέσως στην ερώτησή σας: “Eπικρατούσα θρησκεία στην Eλλάδα είναι η θρησκεία της Aνατολικής Oρθόδοξης Eκκλησίας του Xριστού. H Oρθόδοξη Eκκλησία της Eλλάδας, που γνωρίζει κεφαλή της τον Kύριο ημών Iησού Xριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Mεγάλη Eκκλησία της Kωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη Eκκλησία του Xριστού  τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις”.

Τέλος, αν είχατε την ευκαιρία να απευθυνθείτε στον Πρωθυπουργό τι θα του λέγατε και γιατί;

Να εισάγει το ζήτημα της Γενοκτονίας στις διμερείς συζητήσεις με την Τουρκία και στην ατζέντα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, έτσι ώστε να προχωρήσει και από το ελλαδικό κράτος η διεθνοποίηση και η αναγνώριση. 
Να πράξει δηλαδή το αυτονόητο, τιμώντας τη μνήμη των θυμάτων και σεβόμενος την ελληνική παράδοση της αντίστασης, έτσι ώστε να μην ξανασυμβεί ανάλογο έγκλημα-το οποίο αρνείται η Τουρκία- από κανένα άλλο παρόμοιο φασιστικό καθεστώς.  


Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

Κεμάλ ίσον Χίτλερ,Κεμαλισμός ίσον Ναζισμός

Από το βιβλίο του Θ. Μαλκίδη για τον Κεμαλισμό και τον Ναζισμό που κυκλοφόρησε πριν λίγες ημέρες. 

Τον Σεπτέμβριο του 1922 ο «Λαϊκός Παρατηρητής», επίσημη εφημερίδα των Ναζί,  έγραφε ότι  «σε αυτές τις μέρες της ατίμωσης και της ατιμίας ένα όνομα αποδεικνύει τι μπορεί να πετύχει ένας αληθινός άνδρας. [...] Η νίκη του Μουσταφά Κεμάλ Πασά θα μας δώσει νέα δύναμη και θα δυναμώσει την πίστη μας στο ανίκητο του πνεύματος του ηρωισμού» 
Η Τουρκία του Κεμάλ  προσφερόταν ως υπόδειγμα κράτους που είχε εκκαθαρίσει τον πληθυσμό της από τα "επικίνδυνα"  στοιχεία. Οι Έλληνες και οι  Αρμένιοι παραλληλίζονταν με τους Εβραίους, ενώ λίγο αργότερα ο Χίτλερ σχεδιάζοντας τη δική του "Τελική Λύση", έλεγε το "ποιος θυμάται σήμερα τους Αρμένιους"!
Ο Δάσκαλος και ο Μαθητής, ο Μουσταφά Κεμάλ και ο Αδόλφος Χίτλερ, συνιστούν την έκφραση του ολοκληρωτισμού, ο Κεμαλισμός και ο Ναζισμός, αποτελούν την ίδια έκφανση του Φασισμού, που από τις Γενοκτονίες πέρασε στα Ολοκαυτώματα. Η ανάδειξη του ομοιοτήτων του Κεμαλισμού και του Ναζισμού, συνιστά ανθρώπινο, πολιτικό, ερευνητικό και κυρίως ηθικό καθήκον και χρέος, για να καταδικαστούν  και να αποκαθηλωθούν  τα πιο ολοκληρωτικά  καθεστώτα και ιδεολογίες που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα. 
Ο Κεμαλισμός αποτελεί συνώνυμο του Ναζισμού και συνιστά μία Φασιστική, εθνικιστική και ρατσιστική ιδεολογία η οποία εκφρασμένη με την πιο ακραία διαστροφική βαρβαρότητα, στέρησε τη ζωή σε εκατομμύρια ανθρώπους. Το δυστύχημα είναι ότι οι Ναζί δολοφόνησαν δέκα χρόνια και η νίκη των αντιφασιστικών δυνάμεων τους σταμάτησε, οι Κεμαλικοί συνεχίζουν να δολοφονούν, χωρίς καμία αντίδραση, εκατό χρόνια! 
Η πρόταση του Μιχ. Χαραλαμπίδη που συνδέεται με την ανάδειξη της αλήθειας σε ό,τι αφορά τη σχέση και τις ομοιότητες Κεμαλισμού και Ναζισμού,είναι η ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως παγκόσμιας και Ευρωπαϊκής ημέρας μνήμης των θυμάτων του Κεμαλισμού, κατ΄ αντιστοιχία της διεθνούς ημέρας μνήμης του θυμάτων του Ναζισμού (27 Ιανουαρίου). 
Είναι μία συμβολική αλλά και ουσιαστική πράξη, καταδίκης του φασισμού και Νίκης της Δημοκρατίας, της Ελευθερίας, του Δικαίου και της Ιστορίας, είναι η Νίκη των λαών που δολοφονήθηκαν. Είναι η Νίκη της Ζωής έναντι των ιδεολογιών του Θανάτου.



Θεοφάνης Μαλκίδης

Τρία επικίνδυνα ταξίδια μου στη ρημαγμένη Σάντα. Ταξίδι Α'

Τον Φλεβάρη ταυ 1922 βρισκόταν ο Μητροπολίτης Ροδοπόλεως Κύριλλος σε μεγάλη αγωνία. Οι στρατιωτικές αρχές Τραπεζούντας μαίνονταν εναντίον των ανταρτών  της Σάντας και τους κατηγορούσαν  πως ληστεύουνε και σκοτώνουν πολλούς Τούρκους άδικα. Οι αρχές πιέσανε τον Μητροπολίτη να ασκήσει όλη του την επιρροή στους αντάρτες για να πάψει το κακό. Πολλές μέρες ο Μητροπολίτης γύρευε να βρει κάποιον που να έχει γνωριμία με τους αντάρτες, μα δεν εύρισκε κανένα. Τελευταία εγώ, που μ' έκαιγε ο πόθος να προσφέρω κάποιο καλό στην πατρίδα μου, παρουσιάστηκα μόνος μου στον Μητροπολίτη και του δήλωσα πως είμαι  πρόθυμος ν' αναλάβω κάθε υπηρεσία που αφορά την πατρίδα μου τη Σάντα. Ο Μητροπολίτης μου έδωσε το γράμμα που είχε  έτοιμο και μ' έστειλε με δύο Τούρκους χωροφύλακες στη Σάντα, αφού μου ευχήθηκε καλό κατευόδιο.
Το ταξίδι μου αυτό έγινε σε πολύ  ακατάλληλη στιγμή από δύο απόψεις. Πρώτον είχαμε χειμώνα και ένα ταξίδι στη Σάντα  τον χειμώνα μπορούσε να σου αλλάξει τον  αδόξαστο. Δεύτερον, σ' όλη τη διαδρομή  απο την Τραπεζούντα ως τη Σάντα είχαμε φανατικά τουρκοχώρια, που γυρεύανε να πιούνε το αίμα κάθε Σανταίου που συναντούσανε. 
Στο δρόμο  έτυχα πολλούς Τούρκους χωριάτες με φυσιογνωμία  κακούργων να τραβούν παράμερα τους χωροφύλακες και να τους κρυφομιλάνε. Εγώ σαν αφελής που ήμουν δεν μπορούσα να υποψιαστώ το παραμικρό, μα όταν γυρίσαμε μετά τρεις μέρες από την Σάντα μου αποκαλύψανε οι χωροφύλακες το μυστικό. 
Τους λέγανε οι χωριάτες: «Αυτός μήπως είναι Σανταίος; Αχ, αν δεν ήσασταν εσείς μαζι του!» Πάντως ήξερα κι  εγώ πως θα διατρέξω κινδύνους, μα η ιδέα του να προσφέρω κάποια εκδούλεψη στα δοξασμένα μας παληκάρια με παρακίνησε να κλείσω τα μάτια μου και να πάρω τον ανήφορο της Σάντας.
Την 26 του Φλεβάρη οι συνοδοί μου χωροφύλακες ζητήσανε να επισκεφτούν σ' ενα χωριό της Δρόνας κάποιον Τούρκο Χότσα φίλο τους, που δίδασκε σ' ένα ιδιωτικό γραμματοδιδασκαλείο. Από περιέργεια τους ακολούθησα κι εγώ και βρέθηκα μπροστά σε κωμικοτραγικό θέαμα, το εξης: Ο Χότσας με την παχιά γενειάδα του καθόταν σταυροπόδι πάνω σε ψάθα μέσα σε μια μικρή σχολική αίθουσα με εμβαδόν 16 τ. μέτρων, και δίδασκε 50 περίπου τουρκόπαιδα, αγόρια και κορίτσια διαβάζοντάς τα ρητά του Κορανίου και απαιτώντας να τα επαναλαμβάνουν και αυτά. Τα παιδιά κάθονταν κι αυτά πάνω σε ψάθες σταυροποδητί και σειάμενα κουνάμενα επαναλάμβαναν με στριγκλιές φωνές τα λεγόμενα του Χότσα. 
Εξαφνα είδα να πέφτει αλύπητα το μαστίγιο του βοηθού του Χότσα  πάνω στα κεφάλια μερικών τουρκοπαιδων που τάχα παρεκτρέπονταν την ώρα του μαθήματος, ενώ τα καημένα τα παιδιά εκτός της απαγγελίας των ρητών του Κορανίου τίποτε άλλο κακό δεν κάνανε. Ο βοηθός αυτός ήταν αμόρφωτος με φυσιογνωμία και με εμφάνιση άξεστου χωριάτη και η δουλειά του ήταν το μαστίγωμα και μόνο το μαστίγωμα, για το οποίο πληρωνόταν αδρά  από τον ίδιο τον Χότσα.
 Παρακολούθησα ως 2 ώρες την διδασκαλία του Χότσα, και τίποτε επί πλέον του Κορανίου δεν είδα και δεν άκουσα. Όλα μου προξένησαν αηδία, μου ζωντάνεψαν στα μάτια μου τα δικά μας παλαιά γραμματοδιδασκαλεία και με υπεχρέωσαν να οικτίρω τους Τούρκους χωριάτες για την κατάντια των σχολείων τους.

Την ίδια μέρα φθάσαμε στήν Ουζη και από κει με συνοδεία 4 γέρων κατοίκων της Ουζης ανεβήκαμε στη Σάντα στις 28 του Φλεβάρη. Οι χωροφύλακες δεν τολμήσανε ν' ανέβουν στη Σάντα και παρέμειναν στο τουρκοχώρι Αγρίδ. Στην άνοδο μας συναντήσαμε πολλούς δρόμους χαλασμένους και γεφύρια γκρεμισμένα, και καταλάβαμε τι χαλασμός κόσμου έγινε στη Σάντα πριν λίγους μήνες. 
Φτάσαμε στην ενορία Τερζάντων και ούτε ίχνος ανταρτών φάνηκε. Είδαμε τα πυρπολημένα σπίτια των Τερζάντων, και τα γεροντάκια μου κλαίγανε για την τόση δυστυχία της Σάντας! Σα μπήκαμε στη εκκλησία των Αγ. Θεοδώρων Τερζάντων μοιρολόγια σπαραχτικά αντήχησαν. Ήσαν πάλι τα γεροντάκια μου, που μόλις είδαν την εκκλησία ερειπωμένη ξέσπασαν σε λυγμούς, εκτόξευαν κατάρες και αναθέματα εναντίον των Τούρκων, μοιρολογούσαν, αναστέναζαν, βογγούσαν! Πρώτη φορά στη ζωή μου άκουσα τόσο απέλπιδες και σπαραξικάρδιες κραυγές! Και είχανε τα γεροντάκια μου δίκαιο. Αυτά μεν έκλαιγαν και βογγούσαν, εγώ δε έτριζα τα δόντια μου από εθνικό μίσος εναντίον των βαρβάρων Τούρκων  και δεν ξέρω τι θα έκανα αν τη στιγμή  εκείνη συναντούσα Τούρκο.
 Τα ερείπια των σπιτιών των Τερζάντων βαμμένα από τους μαύρους καπνούς της πυρκαγιάς έμοιαζαν με τον περίβολο της κόλασης του Δάντη και η αφάνταστη ερημιά που βασίλευε και έξω και μέσα στο άλλοτε πολυθόρυβο χωριό μας έφερε ανατριχίλα. Ξαφνικά φύτρωσε μπροστά μας ένας αντάρτης  οπλισμένος απ' την κορφή ως τα νύχια και η συγκίνησή μας με τη συνάντηση αυτή ήταν απερίγραπτη. Με συγκλόνισε η σκέψη πως σ' εκείνη την μαύρη εποχή βρεθήκανε τίμια παληκάρια να διεκδικήσουν την τιμή της Σάντας και να την φυλάξουν αμόλυντη από την τούρκικη λέπρα.
Ισχανάντων

 Η φωνή μου πνιγόταν στο λαρύγγι μου και με δυσκολία μπόρεσα να χαιρετήσω το παλικάρι και να μάθω απ' αυτό τα καθέκαστα για την πικρή ζωή των ανταρτών. Ετσι κουβεντιάζοντας ανεβήκαμε στο Πινατάντων και ύστερα στο Ισχανάντων. Τα γεροντάκια μου παντού αναστέναζαν βλέποντας τα χαλάσματα χιλίων σπιτιών, σχολείων και εκκλησιών. Σαν ανεβήκαμε στο Ισχανάντων απομακρύνθηκα λίγο από τα γεροντάκια και πήγα να επισκεφτώ το έρημο σπιτάκι μου. 
Το είδα το σπιτάκι μου γκρεμισμένο, πυρπολημένο και δεν πίστευα στα μάτια μου. Νόμιζα πως ονειρευόμουνα, νόμιζα πως θα φθάσουν στο σπίτι τα μικρά μου αδελφάκια τιτιβίζοντας, πως θα ακουστεί  η διαπεραστική φωνή της μάνας μου, πως θα φανεί η αυστηρή και σοβαρή μορφή του πατέρα μου, πως θα έρθουν σε λίγο σ' επίσκεψη οι γείτονες και θα συγχαρούν τη μάνα μου για τον ερχομό του ταξιδιάρη του γιού της  και... τι να πώ; Αφηρημένος, τσακισμένος έκλαιγα  πάνω στα χαλάσματα του σπιτιού μου. Και σκεπτόμουν; Ευλογημένο σπιτάκι! Πόσες αναμνήσεις περικλείεις! Ήσουν για μένα μέγαρο, παλάτι, αυτός ούτος ο οίκος του Θεου! Και τώρα ήρθαν οι Ζουλού της Μικρασίας και σε γκρέμισαν! Ανάθεμα στους κακούργους αυτούς της Ανατολής που δεν σεβαστήκανε κανένα Ιερό και  όσιο του Ελληνισμού!
 Μερικοί αντάρτες μόλις με είδαν υποψιάστηκαν μήπως έρχομαι να μάθω τα μυστικά της ζωής τους  και σαν κατάσκοπος της τουρκικής κυβερνήσεως να της προδώσω τα μυστικά αυτά. Δεν σκέφτηκαν οι ευλογημένοι πως ο Νυμφόπουλος που ήταν δάσκαλός τους θα εξακολουθούσε να είναι μέχρι τέλους της ζωής του ο καλύτερος φίλος και προστάτης τους, πως ο Νυμφόπουλος που μισούσε τους Τούρκους μέχρι θανάτου θα ήταν αδύνατο να προδώσει τους μαθητές του σ' αυτούς και πως η τούρκικη κυβέρνηση δεν είχε την ανάγκη να μάθει τα της ζωής τους, αφού της ήσαν όλα γνωστά.
 Οι αντάρτες μας αν και αργότερα η εκτίμηση τους στο πρόσωπό μας για τις μεγάλες προς αυτούς εκδουλεύσεις μας δεν είχε όρια, μολαταύτα την  ημέρα εκείνη της 28 του Φλεβάρη 1922 τέσσερις απ' αυτούς παρασυρθήκαν από τον Κώστα Κουρτίδη και το πήρανε απόφαση ναι και καλά να με σκοτώσουνε. Ο Κώστας Κουρτίδης σαν μαθητής μου που ήταν γνώριζε τον χαρακτήρα μου και ήταν υπερβέβαιος ότι δεν ήταν δυνατόν να προβώ σε προδοσίες, μα το ζήτημά της αδελφής μου Ελένης, την οποία χωρίσανε οι Κουρτιδαίοι από τον άντρα της, με ανάγκασε να τους επιπλήξω πριν  ένα χρόνο και τότε ο Κώστας με την ιδέα του βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία να με εκδικηθεί.
 Όταν έφθασα στο Πιστοφάντων όπου ήταν το  αρχηγείο των ανταρτών, διέκρινα τους ως άνω τέσσερεις αντάρτες να με κοιτάζουν με βλοσυρό βλέμμα, μα δεν μπόρεσα να καταλάβω πως με πήραν για κατάσκοπο. Ο Κώστας Κουρτίδης με ρώτησε ξαφνικά: "Μιλτιάδη αν δεν μας εύρισκες εδώ τι θα έκανες;" του απάντησα :" Εφόσον είχα ανώτερη διαταγή θα δρασκέλιζα όλα τα βουνά, τα δάση τις χαράδρες και τις σπηλιές της Σάντας για να σας βρω , να σας επιδώσω το γράμμα και να συννενοηθώ μαζί σας". 
Μου λέει κι αυτός: "Με αυτά που λες κατάντησες πράγματι κατάσκοπος". Εγώ γνωρίζοντας ποιο σκουλήκι τον τρώει του απάντησα. "Παρακαλώ, δεν είναι λόγια αυτά, είχα αυστηρές διαταγές να σας βρω και σας βρήκα".
Κατά τις φοβερές εκείνες στιγμές ένας μόνον από τους αντάρτες, ο μαθητής μου Χριστόφορος  Αγγελίδης, μου έκανε μεγάλες περιποιήσεις. Ενα τέτοιο πράγμα μέσα στη φωλιά των ανταρτών ήταν αρκετό να με κάνει ν' αντιληφτώ ότι ο μαθητής μου αυτός πήρε την απόφαση ν' αντιταχθεί σε κάθε δολοφονική απόπειρα των τεσσάρων εναντίον μου, μα εγώ τότε δεν αντιλήφθηκα ούτε τους σκοπούς των τεσσάρων ούτε και την σκέψη του Αγγελίδη. 
Εκεί που τρώγαμε με τον  Αγγελίδη πατάτες ξεροψημένες στη φωτιά του τζακιού, έξαφνα  έκατσε κοντά μου ο λυράρης Συμεών Τοπαλίδης και μου λέει: "Μιλτιάδη είναι αλήθεια που λένε ότι είσαι κατάσκοπος;" Πριν προφτάσω να του απαντήσω του είπε ένας από τους τέσσερις, ο Ιωάννης Κουρτίδης :"Πράκ ονί σέν τσάλ κεμεντσεή, ονούν ισί πιτμίσ τιρ" (Αφς τον, εσύ παίξε την λύρα σου, η δική του δουλειά είναι τελειωμένη». Με αυτά εννοούσε ότι θα με εκτελέσουν.
Οι ζοφερές αυτές φράσεις μούδωσαν να καταλάβω σε πόσο δεινή θέση βρίσκομαι, αυτές ήσαν άρκετές για να παγώσουν το αίμα στις φλέβες και του πλέον ψύχραιμου, κι εγώ συγκρατήθηκα και σήμερα ακόμη απορώ πως δεν έπαθα συγκοπή, Με έσωσε τότε από βέβαιο θάνατο η απεραντη ψυχραιμία μου. Δυο από τους τέσσερεις, με πολιόρκησαν και σαν άλλοι ανακριτές άρχισαν να μου ζητούν πληροφορίες για διάφορους  συγγενείς τους που ζούσαν στη Χότση και στην Τραπεζούντα. Εκεί πού ζητούσαν πληροφορίες ψιθύριζαν μεταξύ τους τα παρακάτω: «Βρέ παιδιά ό,τι είναι να μάθωμε απ’ αυτόν ας το μάθουμε τώρα, αύριον θα είναι αργά.» Εγώ τότε απαντούσα πρόθυμα στις ερωτήσεις τους και... έχει ο θεός! Μέσα σε τέτοια παγερή ατμόσφαιρα έζησα ενα 24ωρο και την επαύριο 1 του Μάρτη το απόγευμα φάνηκαν να έρχονται απ’ την Γαλίανα οι αρχηγοί των ανταρτών, ο Ευκλείδης Κουρτίδης και ο Γιάννης Κουφατζής.
Είσοδος σον Πιστοφάντων

 Αμέσως τότε άλλαξαν τα πράγματα. Οι αρχηγοί επέπληξαν τους τέσσερις για τη στάση τους απέναντί μου και ήρθαν να μου ζητήσουν πληροφορίες. Ο Ευκλείδης μάλιστα ήθελε να μάθει  γιατί δεν με συνόδευαν οι χωροφύλακες ως την Σάντα, και όταν του είπα πως δεν τολμήσανε να πατήσουνε οι χωροφύλακες το έδαφος της Σάντας, λυπήθηκε υπερβολικά για την παρεξήγηση που έγινε και δήλωσε ξάστερα πως οι αντάρτες της Σάντας δεν τρέφουν σκοπούς επαναστατικούς, αν δε έφεραν αντίσταση στις διαταγές της Κυβερνήσεως για την στρατολογία τους, το έκαναν για να περισώσουν την ατομική τους ύπαρξη και την τιμή των οικογενειών τους. Πήρανε τότε οι Αρχηγοί από τα χέρια μου το γράμμα του Δεσπότη και το διαβάσανε. Το  γράμμα έλεγε:

Προς τους εν Σάντα και τη περιφερεία  αυτής ευρισκομένους Σανταίους φυγοστράτους και φυγοδίκους:
Φέρομεν εις γνώσιν σας ότι η Σεβαστή ημών Κυβέρνησις εξέδωκε νόμον ύπ' Αριθμ. 183 και ημερομηνίαν 21 Ιανουαρίου τρέχοντος έτους, δια του οποίου δηλούται ότι οι μετερχόμενοι την ληστείαν προσερχόμενοι δε και παραδιδόμενοι οικειοθελώς εις τας κατά τόπους πολιτικάς Αρχάς δεν φυλακίζονται, αλλ' απλώς υπάγονται εις στρατιωτικήν θητείαν, επειδή δε προς κατάπαυσιν των ληστρικών συμμοριών απεφάσισεν η Κυβέρνησις αυστηρώς να καταδιώξη τας εκασταχού τοιαύτας συμμορίας δια τακτικού στρατού και επειδή αυτό τούτο το αληθές συμφέρον σας απαιτεί να παύση ο μέχρι σήμερον ληστρικός και εναντίον του νόμου βίος σας, δια ταύτα πατρικώς σας συμβουλεύομεν να κατέλθητε αμέσως και χωρίς άλλο εις Τσεβιζλήκ και να παραδοθήτε  εις τας εκεί πολιτικάς Αρχας, όντες βέβαιοι ότι αυταί θα σας δώσωσι την αμνηστείαν σας και ασφαλώς και ακινδύνως θα σας αποστείλωσιν εκεί, όπου ευρίσκονται και οι λοιποί συμπατριώται σας.
Την απόφασιν ταύτην διεκοίνωσεν εις ημάς ο Φιρκά Κομαντανή της Τραπεζούντος, όστις μας εδήλωσε συγχρόνους ότι απηνώς θα καταδιώξη πάντας  ανεξαρτήτως και την τελείαν καταστροφήν σας θα επιφέρη εν περιπτώσει καθ' ήν δεν ηθέλετε προσέλθει εγκαίρως. Επιθυμούμενη να επωφεληθήτε από την ευκαιρίαν αυτήν  και να σπεύσητε να σώσητε την κινδυνεύουσάν ζωήν σας. Θεωρούντες δε καλόν να στείλητε προς ημάς εις Λιβεράν δύο ή τρία άτομα ίνα λάβητε περισσοτέρας λεπτομερείας του νόμου και διαβεβαιώσεις περι των αγαθών διαθέσεων της Κυβερνήσεως, και ευχόμενοι τω Παναγάθω θεώ να διαφωτίση τον τε νουν και την καρδίαν σας διατελούμεν. 
Εν Τραπεζούντι τη 15 Φεβρουαρίου 1922
 Διάπυρος προς θεόν ευχέτης   
  Ο Ροδοπόλεως Κύριλλος 

Στο γράμμα αυτό απάντησεν ο Αρχηγός:

Σεβασμιώτατε,

Ασπαζόμενοι την δεξιάν σας δηλοποιούμεν ότι ενεχερίσθημεν παρά του κ. Μιλτιάδου Κ. Νυμφοπούλου το πατρικόν γράμμα υμών. Δεν μας φαίνονται παράξενοι αι πατρικαί υμών συμβουλαί  και γνωρίζομεν καλώς ότι πάντοτε πρέπει ν' ακολουθήση  τις την ευθείαν οδόν μετά ευθυκρισίας και ευσυνειδησίας. Το γνωρίζομεν καλύτερον παντός άλλου και τούτο δεν χρήζει συζητήσεως. Ημείς οι Σανταίοι πάντοτε εδείξαμεν πίστιν και αφοσίωσιν εις την Σεβ. Κυβέρνησιν και υποταγήν εις τους νόμους, δεν υπήρχεν ούτε παρουσιασθή αφορμή να απειθήσωμεν, αλλά μόνον όταν παρουσιάζοντο κακοποιά τινα στοιχεία να προσβάλλωσι την τιμήν, την περιουσίαν και την ύπαρξίν μας, τότε μόνον εδεικνύομεν μίαν τάσιν απλούστατα να υπερασπιζώμεθα ημάς αυτούς, χωρίς να κακοποιήσωμεν ουδένα άλλον. Το τοιούτον νομίζομεν δικαίως  εγίνετο  και δεν έπρεπε να κακοφανή την Σεβ. Κυβέρνησιν ούτε να δώση αύτη προσοχήν εις διαβολάς μερικών καλοθελητών και να  προβή εις μίαν καταστροφήν τοιαύτην η οποία  αν ήτο γεγραμμένη εις την ιστορίαν χωρίς να την βλέπη τις ιδίοις οφθαλμοίς θα εθεωρείτο μυθώδης και αδύνατος.
Οσάκις ηθέλησεν η Σεβαστή Κυβέρνησις να παρουσιασθώμεν, άνευ ουδεμίας αντιρρήσεως παρουσιάσθημεν και εδώσαμεν εξηγήσεις δια παν το οποίον εγίνετο εις βάρος μας υπ' άλλου τινός και κατά την τελευταίαν πρόσκλησιν της Σεβ. κυβερνήσεως  παρουσιάσθημεν πάλιν προ δυο κυβερνητικών υπαλλήλων, εις τους οποίους εδείξαμεν όλην την καλήν μας διάθεσιν περί παραδόσεως, όπερ και θα εγίνετο εάν οι επί τούτω σταλέντες επολιτεύοντο δικαίως. 
Δεν ήλθον να μας στρατολογήσωσιν αλλά να λεηλατήσωσιν, ν’ ατιμάσωσι γυναίκας, ν' απαγάγωσι παιδία 10 καί 12 ετων και άλλα παρόμοια, τα οποία έδωσαν δικαίως υποψίας εις τον λαόν να σχηματίση την ιδέαν ότι πρόκειται  περί σφαγής και ούχί περί στρατολογίας και ούτω γυναίκες και παιδία διεσπάρησαν ανά τα δάση εν απογνώσει και απελπισία. Λοιπόν ποίον είναι άραγε το σφάλμα μας; 
 Και αν υποθέσωμεν ότι έσφαλλον πέντε και δέκα άτομα,  ήτο μήπως δίκαιον τόσα αθώα πλάσματα, τόσα μικρά να υποστώσι μαρτυρικότατον θάνατον υπό το άγριον φάσμα της πείνης; Περίεργος λογική! Η σημερινή ακόμη συμπεριφορά μας δεικνύει ότι ουδένα κακόν σκοπόν έχομεν, αφού δεν προέβημεν μέχρι σήμερον εις ουδέν αντικυβερνητικόν. Απλούστατα υπερασπιζόμεθα την ύπαρξίν μας, την οποίαν ο Θεός είναι δίκαιον να  αφαιρέση. Το να παραδοθώμεν δε ύστερον από  μίαν τοιαυτην καταστροφήν μας φαίνεται πολύ αλλόκοτον και ανόητον, διότι έπαυσε πλέον ο επί γης προορισμός μας. Αφού απωλέσαμεν τας οικογενείας μας, την τιμήν και την  περιουσίαν μας δεν  πρέπει πλέον να ζήσωμεν και επομένως ουδέν μας πτοεί . Εγίνετο το τοιούτον εάν επέστρεφον αι οικογένειαι και αποκαθίσταντο εις την πατρίδα των. Αυτά τα ολίγα δηλώσατε εις την Σεβ. Κυβέρνησιν, ής την ευμένειαν εξαιτούμεθα.

Ασπαζόμεθα την δεξιάν σας  
 Ευκλείδης Κουρτίδης

Εν Σάντα τη 1 Μαρτίου 1922
Ευκλείδης & Κώστας Κουρτίδης

Τα πράγματα άλλαξαν όπως είπαμε. Πολλοί  αντάρτες και μάλιστα αυτοί που με πήραν για κατάσκοπο, μου εμπιστεύτηκαν  επιστολές και λίρες χρυσές για να τις εμβάσω ταχυδρομικώς στις οικογένειες τους που βρίσκονταν εξόριστες στο Ερζερούμ  στο Χουνούζ κι αλλού. Τους πρόσφερα τις εκδουλεύσεις μου μ' όλην μου την ψυχή. 
Το πρωί της 2 του Μάρτη πιήρα τα γράμματα των ανταρτών και ετοιμάστηκα να φύγω με τα καλά μου γεροντάκια. Ήρθαν να μας ξεπροβοδίσουν όλοι οι αντάρτες, 50—60 παλικάρια διαλεκτά, ατσαλένια. Στο πρόσωπο των παληκαριών αυτών διέβλεπα την Εθνική Νέμεση να κυνηγάει τους απαίσιους Τούρκους για τα κακουργήματα τους απέναντι του Εθνους μας, διέβλεπα την ίδια μας την Ελλάδα  ολοζώντανη να ορθώνεται  απειλητική μπροστά στον βάρβαρο Τούρκο και να του ζητήσει να σεβαστεί τα απαράγραπτα δίκαια του Ελληνισμού. Οι σκέψεις αυτές μου προκαλούσαν συγκίνηση ανείπωτη. Πολλά παλικάρια είχαν  εκδηλώσει τη λύπη τους για τον  αποχωρισμό μας και με παρακινούσαν να μείνω μαζί τους. Εγώ αφού τους ευχαρίστησα από βάθους καρδίας τους υπενθύμισα πως αυτό θα ήταν μία παρασπονδία εκ μέρους  μου και πως θα είχε κακές συνέπειες και για την δική μου και για τις δικές τους οικογένειες που διέμεναν στην Τραπεζούντα. Στο μεταξύ σκέφτηκα πως ήταν ανάγκη να πω κάτι στα παλικάρια  εφόσον ήμουν και δάσκαλός τους, μα απ' την πρώτη στιγμή που τα αντίκρισα μαζεμένα και  επί ποδός, η συγκίνηση μου έπνιξε τη φωνή στο λαρύγγι.
 Συγκρατήθηκα επιτέλους και τους είπα τα παρακάτω λίγα: «Καλά μου παιδιά ολόκληρος ο πληθυσμός της Τραπεζούντας και των περιχώρων παρακολουθεί και  συμπαθεί τον αγώνα σας. Κάψτε, ρημάξτε τους Τούρκους που θα τολμήσουν να πατήσουν το έδαφος της Σάντας και να μολύνουν τα άγια χώματα της πατρίδος μας. Αυτό δεν μπορεί να έχει κακές συνήθειες για τον ελληνικό πληθυσμό της περιφέρειας Τραπεζούντας. Θεωρώ όμως καθήκον μου να σας συμβουλεύσω να αποφύγετε την λεηλασία τούρκικων χωριών και τον σκοτωμό Τούρκων έξω από το έδαφος της  Σάντας, γιατί οι βάρβαροι καταχτητές μας θα προβούν σε αντίποινα που θα  μας  αφανίσονν. Σας  αφήνω γειά»..
Την ίδια μέρα μας ξεπροβόδισαν οι αντάρτες με τις καλύτερες ευχές. Βρήκαμε τους 2 χωροφύλακες στο τουρκοχώρι Αγρίδ, και την άλλη μέρα κατεβήκαμε μαζί τους στο χωριό Μέσωνα, όπου πλαγιάσαμε στο σπίτι του χωροφύλακα Ισείν.
 Εκεί γνωριστήκαμε με τον πατέρα του Ισείν, γεροντάκι διάχυτο με φυσιογνωμία επιβλητική. Αφού ανταλλάξαμε μαζί του μερικά  αστεία, μου λέει το γεροντάκι: "Χότζα εφέντη, νάσιλ τσικτούν Σάνταγια; Πέν τεγίμ σανά, γιά τσόκ στεσαρετλή σουν, γιά τσόκ τελή σουν", (Δάσκαλε, πως βγήκες στή Σάντα;  Νά σου πω, ή πολύ τολμηρός είσαι, ή πολύ τρελός). 
Γέλασα και του είπα: "Τι να σου πω γέρο, έγινα και είμαι και το ένα και το άλλο".
Το πρωί της άλλης μέρας φτάσαμε στην Τραπεζούντα και διαβιβάσαμε την απάντηση των ανταρτών στον Μητροπολίτη.

Μιλτιάδης Κ. Νυμφόπουλος