Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Σύντομη ιστορία των Ελλήνων της Ατζαρίας.

Οι πρόγονοι των σημερινών Ελλήνων της Ατζαρίας προέρχονται α­πό την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας και κυρίως από την πόλη Τραπεζούντα και τη γύρω περιοχή της.

Η Τραπεζούντα έγινε πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας το 1204, με­τά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους. Από τότε η μεγάλη Βυζαντινή Αυτοκρατορία για 56 χρόνια έπαψε να υπάρ­χει. Στο βόρειο ανατολικό τμήμα της δημιουργήθηκε μια νέα Ελληνι­κή Αυτοκρατορία, η οποία πήρε το όνομα της πόλης Τραπεζούντας.
Η τακτική στρατιωτική απειλή εχθρικών κρατών και λαών ανά­γκασαν τους ηγεμόνες της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας να βάλουν σε πρώτη θέση την ανέγερση διαφόρων οχυρωματικών εγκαταστάσε­ων σ’ όλη την επικράτειά της και επομένως και στην πρωτεύουσα. Η σχεδίαση και ανέγερση αυτών των έργων απαιτούσε μεγάλο αριθμό μαστόρων, διαφορετικών επαγγελμάτων. Ένα μεγάλο μέρος του πλη­θυσμού της Τραπεζούντας και άλλων πόλεων αποτελούνταν από δρα­στήριους εμπόρους, μάστορες λιθοξόους, μαραγκούς και κατασκευαστές πλοίων. Περίφημοι ήταν οι χρυσοχόοι από την Τραπεζούντα, που η τέ­χνη τους είχε αξία και στην περίοδο της τουρκοκρατίας, όταν οι Έλλη­νες μετέδωσαν στους Οθωμανούς την πείρα της δικής τους τέχνης.
Η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων εγχρώμων μεταλλείων της Αυ­τοκρατορίας ήταν η αγαπημένη των Ελλήνων. Αυτή η δραστηριότητα των Ελλήνων ξεκίνησε από το μεσαίωνα και έφτασε στις μέρες μας. Μεγάλη ιστορία έχουν και τα αργυρά ορυχεία στο Μπαϊμπούρτ και στην Αργυρούπολη. Σύμφωνα με τα ντοκουμέντα των Αρχείων της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, οι Έλληνες της Τραπεζούντας και της Κερασούντας ήταν πλούσιοι ιδιοκτήτες των πολυάριθμων πλοίων και πραγματοποιούσαν ανεξάρτητη ναυσιπλοΐα στα διάφορα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας. Οι Έλληνες επίσης υπηρετούσαν ως ναύτες στα πλοία των Γενοβέζων στη Μαύρη Θάλασσα.
Με την άλωση της Τραπεζούντας οι Έλληνες έμειναν εκεί που ήταν, επειδή τους χρειάζονταν οι σουλτάνοι, όπως και οι πρώην Αυτοκράτο­ρες. Λόγω της δύσκολης γεωγραφικής θέσης, αλλά ιδιαίτερα, λόγω του σκληρού χαρακτήρα του ντόπιου πληθυσμού, οι Οθωμανοί δεν κατάφεραν να τους κατακτήσουν. Γενικά ο Ελληνικός πληθυσμός αυτής της περιοχής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μέχρι το 1821 ζούσε πιο ήρεμα από τους Έλληνες της Ανατολίας. Οι Έλληνες αυτής της πε­ριοχής κατάφεραν να διατηρήσουν την εκκλησία, τα σχολεία και τη μη­τρική τους γλώσσα. Όμως με την αρχή του Εθνικού Απελευθερωτικού Κινήματος στην Ελλάδα οι σχέσεις μεταξύ του Οθωμανικού Μου­σουλμανικού και Ελληνικού πληθυσμού άρχισαν να χειροτερεύουν.
Η εμφάνιση της Οθωμανικής αστικής τάξης στις αρχές του 19ου αι­ώνα και οι στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις του σουλτάνου Σελήμ Β', το 1826, οδήγησε το σώμα των γενιτσάρων στην καταστροφή. Η ανε­ξαρτησία της Ελλάδος το 1829 και η απόστασή της από την Οθωμα­νική Αυτοκρατορία διαμόρφωσαν τις σχέσεις του ντόπιου Μουσουλμα­νικού πληθυσμού και των ιθυνόντων κύκλων της αυτοκρατορίας με τους Έλληνες. Η κυβέρνηση της αυτοκρατορίας άρχισε να ασκεί επιθε­τική ανθελληνική πολιτική κατηγορώντας τους Έλληνες για όλες τις αταξίες που γίνονταν μέσα στη χώρα. Οι εξαγριωμένοι γενίτσαροι, που εξορίστηκαν από την Κωνσταντινούπολη και από τις άλλες μεγάλες πόλεις που ήταν εκατοντάδες και χιλιάδες, σκορπίστηκαν σ’ όλη την Αυτοκρατορία με σκοπό να εκδικηθούν τους Έλληνες και τους άλλους χριστιανούς κατηγορώντας τους για τα προβλήματα, μπροστά στα ο­ποία βρέθηκε η Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Από αριστερά ο Έλληνας Τανιμανίδης και άλλοι ηθοποιοί του ελληνικού θεάτρου Βατούμ
Η γενική κατάσταση στη χώρα ανάγκασε τους Έλληνες να σκεφτούν το μέλλον τους. Ήδη από τότε πολλές Ελληνικές οικογένειες α­πό την Τραπεζούντα και τις περιοχές της, μερικές φορές ομαδικώς, έ­ψαχναν νέα στέγη.
Ιδιαίτερα η μετανάστευση μεγάλου μέρους του Ελληνικού πληθυσμού από την Ανατολία το 1829 ανάγκασε τους Έλληνες της Τραπεζούντας να σκεφτούν τη μοίρα του έθνους τους κι αυτό, επειδή η αναχώρηση του Ελληνικού πληθυσμού της Ανατολίας δημιούργησε μεγάλο πρόβλημα. Από τότε οι Έλληνες αυτής της περιοχής έμειναν μόνοι με το εχθρικό Ισλαμικό περιβάλλον. Οι ιθύνοντες κύκλοι της Οθωμανικής Αυτοκρα­τορίας ασκούσαν εχθρική θρησκευτική πολιτική εναντίον των Ελλήνων. Αυτά τα γεγονότα βοηθούσαν στην αύξηση της ανεργίας στον Ελληνικό πληθυσμό. Αυτό το μέρος του πληθυσμού αναγκαστικά άρχισε να κυ­κλοφορεί στις κοντινές περιοχές, με σκοπό να βρει το έκτακτο έσοδο.
Έτσι, το 1849 στην Ατζαρία εμφανίστηκαν οι πρώτοι Έλληνες α­πό την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αυτά τα γεγονότα επιβεβαιώνονται από τα επίσημα ντοκουμέντα, που υπάρχουν στα αρχεία της Ατζαρίας. Ένα από αυτά τα ντοκουμέντα μας πληροφορεί: «Ο Έλληνας από την Τραπεζούντα Γεώργιος Τρεφτάνωφ είχε έρθει στην πόλη Βατούμ το 1849, όπου έζησε μερικούς μήνες. Αφού έμαθε ότι στην περιοχή έξω α­πό την πόλη υπάρχουν κοιτάσματα πέτρας, πήγε στο χωριό Τζέγκβα. όπου λειτουργούσε το λατομείο. Από αυτή τη δουλειά ο Τρεφτάνωο άρχισε να πληρώνει κάθε μήνα ορισμένα ποσά για την τοπική Εκκλη­σία. Λίγο μετά κάλεσε μερικούς συγγενείς του από την Τραπεζούντα, οι οποίοι ήταν μάστορες λιθοξόοι. Οι Έλληνες νοίκιασαν τα μέσα για τη μεταφορά της πέτρας στην πόλη Τιφλίδα για την οικοδόμηση της γέφυρας στο ποτάμι Κουρά. Επίσης αυτή η ομάδα των Ελλήνων μα­στόρων ασχολήθηκε με την ξύλευση και την επεξεργασία της ξυλείας»-.
Όπως φαίνεται, οι Έλληνες μαστόροι διαφορετικών επαγγελμάτων στην Ατζαρία γρήγορα βρήκαν δουλειές και εργάζονταν εντατικά. Μερικοί απ’ αυτούς εργάζονταν ως ξυλουργοί και αργότερα αυτοί οι μαστόροι έγιναν γνωστοί στους ντόπιους πληθυσμούς ως μάστορες της ξυ­λογλυπτικής σε κόκκινο ξύλο. Οι Έλληνες με τέτοια επαγγέλματα ε­γκαταστάθηκαν στις πόλεις Βατούμ, Πότη και Σοχούμ. Το σκάλισμα του ξύλου έγινε η αγαπημένη δουλειά των Ελλήνων. Τα προϊόντα του άρεσαν στους ντόπιους.
Μιλώντας για την ιστορία της πόλης Βατούμ να σημειώσουμε ότι το κάστρο, που βρίσκεται εδώ, ήταν αρχαίο οχυρό σε όλη την επαρχία της Ιμερετίας. Από ’δω οι Έλληνες έμποροι, οι οποίοι προέρχονταν από τη Μικρά Ασία, έκαναν εμπόριο με την Ελλάδα. Αυτός ο ρόλος του φρου­ρίου έγινε αφορμή για τον τσάρο της Γεωργίας Μπαγκράντ Δ' να ιδρύ­σει την πόλη-λιμάνι Βατούμ στις αρχές του 15ου αιώνα. Δεν άλλαξε ού­τε η θέση ούτε το όνομα της πόλης, που είχε ιδρυθεί από τους αρχαίους Έλληνες. Η πόλη Βατούμ κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς το 1547, αφού έγινε το λιμάνι. Πάντα αυτή η πόλη τραβούσε πολλούς Έλληνες από τη Μικρά Ασία, ιδιαίτερα από την Τραπεζούντα. Οι Έλληνες έ­μποροι, ξέροντας ότι η πόλη Βατούμ βρίσκεται κοντά στα σύνορα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, σκόπευαν να εγκατασταθούν εκεί για πάντα.
Στις αρχές του 19ου αιώνα σ’ αυτήν την πόλη συγκεντρώθηκαν ορι­σμένες ελληνικές οικογένειες, οι οποίες προέρχονταν από την Τραπε­ζούντα και από τις κοντινές περιοχές της. Γι’ αυτό οι Ρώσοι και οι ξέ­νοι οδοιπόροι έλεγαν ότι από το 1861 στην πόλη Βατούμ υπάρχει Ελληνικό σχολείο. Αυτό ήταν ένα κανονικό κοσμικό σχολείο, όπου σπούδαζαν τα παιδιά των Ελλήνων εμπόρων. Όσον αφορά αυτό το ζή­τημα ο Γερμανός γιατρός Ε.Β. Έριξον γράφει: «Στα χρόνια 1841- 1866 εξαντλημένοι και πεινασμένοι Αμπχάζοι από κοντινές περιοχές του Βατούμ δεν τα βρήκαν με τους συμπατριώτες τους, ενώ τα βρήκαν μεταξύ τους οι Έλληνες και οι Αρμένιοι μετανάστες».
Για την κατάσταση του εμπορίου στην πόλη Βατούμ η τοπική Γεωργιανή εφημερίδα «Ιβέρια» το 1878 έγραφε: «Στο νομό, αλλά ιδιαί­τερα στην πόλη Βατούμ, με το εμπόριο ασχολείται ο ντόπιος πληθυ­σμός και μερικοί Έλληνες από το εξωτερικό».
Από την περιοχή Σαντάς της Τραπεζούντας ως το τέλος της δεκαε­τίας του ’70 του 19ου αιώνα έρχονται στο Βατούμ πολλοί καλοί μά­στορες διαφόρων τεχνών. Ο ντόπιος πληθυσμός ενδιαφερόταν περισσό­τερο για τους καλούς οικοδόμους, γιατρούς και ξυλουργούς Έλληνες παρά για τους γείτονές τους, που είχαν τάση για τον οθωμανικό φανα­τισμό και δεν ήξεραν να κάνουν τίποτα.
Οι Έλληνες μάστορες, που έρχονταν στην Ατζαρία, ήταν απασχο­λημένοι με τις δουλειές τους. Στις αρχές της δεκαετίας του ’50 του 19ου αιώνα οι γνωστοί και ικανοί Έλληνες από τα Σούρμενα και Σά­ντα της περιοχής Τραπεζούντας ήλθαν στην αρχή σαν έμποροι, αλλά μετά εγκαταστάθηκαν εκεί για πάντα και άρχισαν να ανοίγουν μαγα­ζιά, φαρμακεία και διάφορες μικρές χειροτεχνίες. Σαν Ορθόδοξοι αυτοί οι Έλληνες, είχαν ως βασικό σκοπό, να χτίσουν την Εκκλησία και το σχολείο, στο οποίο τα μαθήματα θα διδάσκονταν στη μητρική τους γλώσσα. Αυτό το χαρακτηριστικό των Ελλήνων ενδιέφερε τους ιθύνο­ντες κύκλους της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και κάποιους ντόπιους δια­νοούμενους, οι οποίοι φέρθηκαν στους Έλληνες πολύ καλά.
Κοίμηση της Θεοτόκου του χωριού Ντάγκβα
Έτσι, λοιπόν, μέχρι τον Ρωσο-Οθωμανικό πόλεμο (1877-1878) στο Βατούμ εγκαταστάθηκαν άνεργοι μάστορες πετροκόποι, οικοδόμοι, ξυλουργοί, έμποροι και διανοούμενοι.
Το Ανατολικό Ζήτημα ανανεώθηκε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70 του 19ου αιώνα λόγω του εθνικού-απελευθερωτικού κινήματος στα Βαλκάνια. Η κρίση ολοκληρώθηκε με το Ρωσο-Οθωμανικό πόλε­μο. Μετά τον πόλεμο η Ρωσία έκλεισε “Συμφωνία του Αγίου Στεφά­νου” με την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας ενώθηκε η Γεωργία με την Ατζαρία. Λόγω των γεγονότων αυτών η κατάσταση όλων των Ελλή­νων των βορειο-ανατολικών περιοχών Μικράς Ασίας χειροτέρεψε. Οι Έλληνες ήταν έτοιμοι να μεταναστεύσουν από τις περιοχές, που ήταν υπό την εξουσία των ισλαμιστών θεμελιωτών.
Η απόσταση της Ατζαρίας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και η προπαγάνδα των Οθωμανών ανάμεσα στο ντόπιο πληθυσμό να εγκα­ταλείψουν τη χώρα τους και να φύγουν στη Μικρά Ασία έδειχναν ότι οι ιθύνοντες κύκλοι της Ρωσικής Αυτοκρατορίας άρχισαν να σκέφτονται σοβαρά πιά την υποδοχή του χριστιανικού πληθυσμού από την Οθω­μανική Αυτοκρατορία στην περιοχή του Βατούμ. Αυτήν την απόφαση των ιθυνόντων κύκλων της Ρωσίας πολλοί Έλληνες τη δέχτηκαν θετικά. Οι άλλοι, με την ευκαιρία αυτή μετανάστευσαν στην Ελλάδα. Έτσι, λοιπόν, οι πρώτοι Έλληνες πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία άρχισαν να έρ­χονται στην πόλη Βατούμ μετά το Ρωσο-Οθωμανικό πόλεμο 1877-1878. Οι Έλληνες αυτοί στην πόλη Βατούμ άρχισαν να ανοίγουν αρτοποιεία και φαρμακεία. Στα φαρμακεία υπηρετούσαν οι γνωστοί γιατροί από την Τραπεζούντα. Τους χρειάζο­νταν περισσότερο οι ντόπιοι πληθυσμοί της Ατζαρίας. Οι κακές κλιματολογικές συνθήκες και το βαλτώδες έδαφος συχνά προκαλούσαν ελονοσία και άλλες ασθένειες, από τις οποίες πέθαιναν πολ­λοί άνθρωποι.
Οι Έλληνες γιατροί, προσπαθώντας να τους βοηθήσουν, έχτιζαν τα νοσοκομεία, σχολεία και εκκλησίες. Με αυτά οι Έλληνες βοήθησαν τους ντόπιους, οι οποίοι ολόκληρους αιώνες ήταν κάτω από το ζυγό των οθωμανών, οι οποίοι έκαναν τους ντόπιους φτωχούς και αμόρφω­τους.
Από την άλλη μεριά, οι περιοχές του Βατούμ ήταν γνωστές στους Έλληνες της Τραπεζούντας, γιατί οι περισσότεροι μάστορες πετροκό­ποι σ’ αυτήν την περιοχή ήταν μόνιμοι εργάτες, που έρχονταν στο Βα­τούμ για τις προσωρινές εργασίες. Από τότε οι Έλληνες αυτής της πε­ριοχής άρχισαν να χτίζουν τα σπίτια τους από λάσπη και τούβλα. Αυ­τά τα σπίτια ήταν μονώροφες κατοικίες, που είχαν 2 δωμάτια και φούρνο. Τα πατώματα σ’ αυτά ήταν από λάσπη, όμως τα ταβάνια ή­ταν από επεξεργασμένα ξύλινα σανίδια. Οι περισσότεροι μάστορες προ­έρχονταν από την περιοχή των Σουρμένων.
Έτσι στην περιοχή του Βατούμ εγκαταστάθηκαν οι Έλληνες, γενι­κά, από τα χωριά Σαντά και Σούρμενα. Αυτοί ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και ήταν μάστορες πετροκόποι. Επίσης ασχολούνταν και με το εμπόριο. Σχετικά μ’ αυτούς οι μαρτυρίες μας πληροφορούν ότι το 1876 300 Έλληνες αποτελούν ένα μέρος του εμπορικού πληθυσμού της πόλης Βατούμ και της περιφέρειάς της, στην οποία μένουν σαν έ­μποροι. Στην ίδια πόλη μένουν περίπου 36 Ελληνικές οικογένειες, δη­λαδή 210 άτομα: (απ’ αυτές - 5 οικογένειες (30 άτομα) στο Αρχάβι - 10 οικογένειες (60 άτομα) στην Αθένη).
Μετά τον Ρωσο-τουρκικό πόλεμο (1877-1878), στην Οθωμανική Αυτοκρατορία άρχισαν οι πολιτικές, οικονομικές και θρησκευτικές διώ­ξεις εναντίον του Ελληνικού πληθυσμού. Τότε ο Μικρασιατικός Ελλη­νικός πληθυσμός, αναγκαστικά, άρχισε να ψάχνει πώς να σώσει το έ­θνος και την Ορθοδοξία.
Γι’ αυτό το σκοπό απ’ όλες τις περιοχές, όπου έμεναν οι Έλληνες, συγκεντρώνονταν οι πιο σπουδαίοι άνθρωποι για να ’ρθουν σε επαφή με τον πρόξενο της Ρωσίας στην Τραπεζούντα. Αφού τους έδωσε την άδεια ο Ρώσος πρόξενος, οι αντιπρόσωποι των Ελλήνων άρχισαν να συντάσ­σουν τους καταλόγους των ατόμων, που μετανάστευαν στην ομόθρη­σκη Ρωσική Αυτοκρατορία. Για πρώτη φορά ομαδικώς οι Έλληνες της περιοχής Τραπεζούντας άρχισαν να μεταναστεύουν στη Ρωσική Αυτο­κρατορία και συγκεκριμένα στην Ατζαρία το 1880. Μιλώντας λεπτο­μερειακά γι’ αυτήν τη μετανάστευση, να σημειώσουμε ότι, στις 6 Νο­εμβρίου του ίδιου έτους, το καράβι «Ρωστώφ» μετέφερε 190 Ελληνικές οικογένειες από την Τραπεζούντα στην πόλη Βατούμ.
 Ο πρόξενος της Ρωσίας στην Τραπεζούντα, σχετικά μ’ αυτές τις ελληνικές οικογένειες, μας πληροφορεί ότι ο καπετάνιος του καραβιού αρνιόταν να τους πάει στο Βατούμ λόγω έλλειψης διαβατηρίων. Όμως ο πρόξενος επέμενε να τους πάνε στο Βατούμ. Ο υπάλληλος του προξενείου Γκεβόρκ έδωσε για όλους ένα ομαδικό εισιτήριο μέχρι την πόλη Βατούμ. Μολονότι ο καπετάνιος Λιτσκοβότο επέμενε στην άποψή του, οι Έλληνες επιβάτες δήλωσαν ότι κανένας δε θα εγκαταλείψει το καράβι, επειδή ήδη βρι­σκόταν υπό την προστασία της Ρωσίας.

Μετά, στο Βατούμ έφτασε και μια δεύτερη ομάδα, που αποτελούνταν από 36 οικογένειες. Ύστερα ο αριθμός των Ελλήνων στο Βατούμ έφτασε στα 2107 άτομα. Όλες αυ­τές οι οικογένειες ήρθαν από την περιοχή Σαντζάκ Τοκάτ, Βιλαέτι Σιβάς με την άδεια των ιθυνόντων κύκλων της Οθωμανικής αυτοκρατο­ρίας. Σύμφωνα με τις αναφορές τους αυτοί οι Έλληνες δεν ήταν από την κατηγορία εκείνη των Ελλήνων, που θα έπαιρναν γη στην περιοχή του Καρς. Οι έλληνες δήλωναν ότι η Οθωμανική κυβέρνηση δεν τους επέτρεπε να πουλάνε τις περιουσίες τους. Επίσης λόγω της έλλειψης πελατών τα σπίτια τα πήραν οι τούρκοι. Η βιασύνη και η ταραχή που υπήρχε ανάμεσα στους Έλληνες, η έλ­λειψη των προμηθειών και η έλλειψη ιατρικής περίθαλψης ευνόησαν την εξάπλωση διαφόρων ασθενειών. Τις μέρες που διαρκούσε το ταξίδι στο καράβι πέθαναν 7 άτομα.
Όσοι έφτασαν στο Βατούμ τακτοποιήθηκαν σε στρατώνες και σε φυλακές της πόλης. Οι περισσότεροι απ’ αυ­τούς ήταν αγρότες, υπήρχαν όμως και τεχνίτες, όπως σιδηρουργοί, πε­τροκόποι, κλειδαράδες, κασσιτερωτές κ.τ.λ.
Σ’ αυτήν την ομάδα των Ελλήνων κάθε μέρα δίνονταν τρόφιμα 51 πουντ και 22 φουντ αλεύρι. Ο πρώτος άνθρωπος στη ρωσική αυτοκρατορία, που βοήθησε τους Έλληνες, ήταν ο Έλληνας από την Οδησσό Μαράζλι. Η κόρη του ή­ταν παντρεμένη με τον δ/ντή της γραμματείας του τοποτηρητή στον Καύκασο, τον Σάφονο Στέφανο του Βασιλείου.
Ο Έλληνας Μαζραζλί από την Οδησσό έστειλε στους Έλληνες, που ήρθαν από την Οθωμανική αυτοκρατορία στην πόλη Βατούμ, 500 ρού­βλια. Άλλος ένας Έλληνας, ο Ροδοκανάκης, έστειλε 50 τσουβάλια α­λεύρι. Η συνδρομή που άνοιξε στην Οδησσό έδωσε 1200 ρούβλια. Όλοι οι ενήλικες άνδρες άρχισαν να δουλεύουν στο λιμάνι και στο σιδηρο­δρομικό σταθμό. Η οργάνωση του Κόκκινου Σταυρού έστειλε 3 φούντια και 116 ζευγάρια ασπρόρουχα. Λόγω του λοιμού και του κρύου πέθαναν 112 άτομα μέσα σε ενάμισο μήνα. Οι οικονομικές δυσκολίες ανάγκασαν τους Έλληνες του Βα­τούμ να φύγουν από την πόλη και να δημιουργήσουν στις περιφέρειές του τα δικά τους χωριά, που μπόρεσαν σιγά σιγά να λύσουν τα οικονο­μικά προβλήματά τους. Αποφασίστηκε οι Έλληνες να εγκατασταθούν στο Μαράγκι Μουργούλ. Ένα χρόνο μετά το ίδιο καράβι από την Ορδού έφερε στο Βατούμ ακόμη 1000 Έλληνες μετανάστες. Γι’ αυτό το γεγονός από την Τραπεζούντα ο πρόξενος της ρωσικής αυτοκρατο­ρίας στις 5 Δεκεμβρίου 1881 με το τηλεγράφημα 1995 πληροφόρησε.
Συνολικά στα χρόνια 1880-1881 στην πόλη Βατούμ από τα Μι­κρασιατικά χωριά ήρθαν 1995 Έλληνες. Τα αναφερόμενα χωριά είναι τα εξής.
1.   Οσαρντζούκ - 391 άτομα
2.    Σουρχούμ - 617 άτομα
3.   Μεσσέρι - 236
4.   Γιατζούλα - 159
5.   Κελεμίτς - 205
6.   Πολατλί - 61
7.   Μπιρϊούκ - 19
8.   Τοχού - 64
9.   Εσκικαλέ - 54
10.    Βλαδικλή - 146
11.    Συτσέπα - 84
Συνολικά - 1995 άτομα

Οι ντόπιες αρχές δεν μπορούσαν να λύσουν τα οικονομικά, πολιτι­κά, κοινωνικά, εκπαι­δευτικά και θρησκευτι­κά προβλήματα των Ελλήνων του Βατούμ και των περιοχών του, όπου εγκαταστάθηκαν οι Έλληνες. Γι’ αυτό οι Έλληνες αναγκαστικά έγραψαν στις 9 Δεκεμ­βρίου 1881 μια επίση­μη αίτηση στο όνομα του τοπικού Διοικητή, που αναφέρει τα εξής:
«Στο Στρατηγό Γκουμπερνάτορ της πε­ριοχής Βατούμ από τις 250 ελληνικές οικογέ­νειες. Εμείς οι εξουσιο­δοτημένοι: Δημήτρι Χαντζί Παρασκεύωφ, Ιωσήφ Φεοδωρος, Ιερεμίας Παναγιώτης Φωτα    Παπάσ-όγλου, Ιερέας Βασίλειος, Γεώργιος Χαντζί Αναστάς και Καζαντζί- ογλού Νικόλαος δηλώνουμε ότι, οι συμπατριώτες μας ζούνε χωρίς ψωμί και στέγη. Εί­μαστε αναγκασμένοι με θλίψη να ζητάμε το κομμάτι ψωμιού, κατα­λαβαίνουμε το λάθος μας. Αφήνοντας την πατρίδα μας, γίναμε βάρος για τη ρωσική αυτοκρατορία. Όμως δεν μπορούμε να επανορθώσουμε το λάθος αυτό, κανένας από μας δε θέλει να χάσει το ηθικό του. Η α­πόφασή μας είναι η νίκη όλων των δυσκολιών της ζωής μας, παρά τις σκέψεις που είχαν κάνει για μας οι Τούρκοι».
Ανυπόφορες καταστάσεις της ζωής των Ελλήνων της περιοχής Βα­τούμ εντυπώσιασαν το στρατιωτικό διοικητή της περιοχής, που ανα­γκαστικά πληροφόρησε το εξής: «Επειδή τα χρήματα, που δόθηκαν α­πό τα κράτος ως βοήθημα στους Έλληνες, δε φτάνουνε για την τακτο­ποίησή τους, μεσολαβώ για να δοθεί στους Έλληνες παραπάνω 600 πουντ καλαμπόκι στην περιοχή της Καμπουλέτι και 200 πουντ αλεύ­ρι. Σ’ αυτούς που ήρθαν το Νοέμβριο του 1881 να δοθούν 433 πουντ και 10 φουντ σικαλίσιο αλεύρι αξίας 969 ρούμπλια και 41 καπίκ από το κατάστημα του Τσουρούκσουϊσκ. Ο Γκουμπερνάτορ πληροφορεί ό­τι, όσοι ήρθαν την άνοιξη του 1883, πηγαίνουν στην περιοχή του Καρς, στην περιοχή του Τσερνομόρσκ και στήν περιοχή του Κουμπάν. Οι υ­πόλοιποι γύρισαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία.
Η Βραδυκινησία των ιθυνόντων κύκλων να τακτοποιηθούν οι Έλλη­νες στην περιοχή του Βατούμ στο τέλος στενοχώρησε πολλούς αρχη­γούς των ελληνικών ομάδων. Αυτοί οι αρχηγοί των Ελλήνων στις 24 Απριλίου 1882 έγραψαν επίσημη αίτηση, στην οποία αναφέρεται το ε­ξής: «Από τις 30 οικογένειες, που ζούνε προσωρινά στο Βατούμ, οι ε­ξουσιοδοτημένοι Κυριάκος Καϊπα ογλού, X. Παναγιότ ογλού, Ιώρ Σταφάν ογλού, Στάθιος Στεφάν ογλού, Γιάνι Στεφάν ογλού, Γιάννι Ισταμπολού, Σ. Στεφάν ογλού, ζητάμε από σας να μας επιτρέψετε να μεταναστεύσουμε στην περιοχή του Καρς, Αρνταγκάν ή στην περιοχή του Σαυσέτ.

Σ’ αυτήν την αίτηση οι Έλληνες παραπονούνται ότι συ­χνά οι ντόπιοι τους κατηγορούν για τις ληστείες. Για παράδειγμα στις 23 Μαρτίου του 1883 είχε γίνει αγωγή στον Έλληνα Αφουξενίδη που μένει στο Βατούμ. Η ουσία της κατηγορίας είναι ότι αυτός ο Έλληνας κατέστρεψε παλιά γέφυρα και τις πέτρες τις πούλησε στο διοικητή της περιοχής του Βατούμ συνταγματάρχη Στεπάνωφ. Μετά ανακαλύφθη­κε ότι τις πέτρες από το δρόμο του Αχαλτσίχε πουλούσαν στο Στεπά­νωφ ο Αρμένιος Κιλιτσιάν και ο Ντουρσούν Μπιμπίλ ογλού, κάτοικοι του χωριού Εργέ.

Η μετανάστευση των Ελλήνων της Μικράς Ασίας στην Ατζαρία συ­νεχιζόταν ακόμα ως το έτος 1923, δηλαδή μέχρι τη Μικρασιατική κα­ταστροφή.

Σωκράτης Αγγελίδης
Δρ Ιστορίας- Ανατολικολόγος

ΚΑΣΤΡΟ ΣΠΟΥΔΑΙΟ ΚΙ ΑΠΑΡΤΟ ΘΑΝΑΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ Ο ΠΟΝΤΟΣ!



Πόντε μου, άστρο φωτεινό
κι ελληνική Πατρίδα,
τις δόξες και τα κάλη σου 
που εζήλεψεν η χώρα,
η λύρα μου τραγούδησε 
και χάρηκ' η καρδιά μου!

Πολλά τραγούδια μούλεγε, 
για τα αρχαία χρόνια,
Για την Αργώ μου έλεγε,
και για τους Αργοναύτες,
που κίνησαν απ’ την Ιωλκό,
θαλασσοπόροι πρώτοι,
να φτάσουν στον Ελλήσποντο, 
να φτάσουνε στον Πόντο
το Δέρας το Χρυσόμαλλο 
να πάνε εκεί να βρούνε…

Κι αρμένισαν τις θάλασσες
μέσα σε τρικυμίες, 
παλέψανε με τα νερά 
του άξενου του Πόντου
και φτάσανε στην πλούσια, 
την όμορφη τη Γη του
όπου έχτισαν κι ανάστησαν 
Μια νέα ακόμη Ελλάδα…

Έχτισαν πόλεις όμορφες
ελληνικές, σπουδαίες
κι ανέπτυξαν πολιτισμό 
και γράμματα και τέχνες 
και τιθασεύσαν τα νερά 
του Άξενου του Πόντου 
και γρήγορα τον έκαναν 
Εύξεινος να είναι πάντα…

Μού’ λεγε για τον Στράβωνα 
και για τον Ξενοφώντα,
γι άλλους ακόμη αμέτρητους 
σοφούς και φιλοσόφους
που διάδωσαν τα γράμματα 
απ’ την Αρχαία Ελλάδα,
και δόξασαν τις ρίζες τους, 
στη γη την πατρική τους

Αμάσεια, Σάντα όμορφη, 
Σαμψούντα, Κερασούντα,
αρχαία Σινώπη ξακουστή, 
Μπάφρα και Τραπεζούντα
Όλα αυτά τ’ ατίμητα, 
τ’ άξια χρυσοπούλια,
σαν τις κορώνες λάμπανε, 
σαν φεγγαροδιαμάντια
και έκαναν τον Πόντο μας 
το φωτεινό το άστρο, 
που φώτιζε και φώτιζε 
για τρεις χιλιάδες χρόνια…

Κι είπε
και για τον Κομνηνό 
Αλέξιο τον Μέγα,
τον Μανουήλ τον Κομνηνό, 
αλλά και για την Άννα
που ήσαν όλοι βασιλείς, 
βυζαντινοί μεγάλοι,
που έκαναν τον Πόντο μας
Ελλήνων προμαχώνα, 
και με Ακρίτες Διγενείς
εφύλαγαν την χώρα
από επιθέσεις των εχθρών
κι απ' τις καταστροφές τους!...

Είπε και για την Ιερά Μονή
των Κομνηνών το θάμα,
την Παναγιά τη Σουμελά
ψηλά, στην Τραπεζούντα,
πούναι για κάθε Έλληνα
η ζωντανή ελπίδα,
το ιερό το καύχημα
και η Αγία Σκέπη!...

Μούπε και για τη συμφορά
και τη γενοκτονία
που ήλθε στην Πατρίδα μας
εκεί στα ‘22
κι αφάνισε τ' αδέλφια μας
κι ερήμωσε τη χώρα
κι έστειλ' εμάς στην προσφυγιά,
στου κόσμου την ορφάνια...

Η λύρα μου είν' δαμασκηνιά 
μηλιά ειν’ το δοξάρι μ'
και είδε και τα μάτια μου 
που γέμισαν με δάκρυ,
κι ευθύς μ' ανθρώπινη μιλιά,
παρήγορα μου λέει:

"Παιδί μ' τα μάτια σκούπισε,
και πάψε να δακρύζεις,
κι ένα μονάχα να σκεφτείς
και μες στο νου σου βάλε:
Άμα ενωμένοι σαν γροθιά
και δυνατοί σαν βράχος,
όλη την ιστορία μας
αξέχαστη κρατάμε
και με της λύρας τους σκοπούς
πάντοτε τραγουδάμε...

ΚΑΣΤΡΟ ΣΠΟΥΔΑΙΟ ΚΙ ΑΠΑΡΤΟ ΘΑΝΑΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ Ο ΠΟΝΤΟΣ!!!...

Θωμάς Ακριτίδης, Λευκότοπος Σερρών

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Φυσιοκράτης ή Δεισιδαίμων;

Οι Εκδόσεις iWrite παρουσιάζουν τη νέα σειρά βιβλίων Lux Orbis και σας προσκαλούν στην παρουσίαση του νέου βιβλίου του Πέτρου Παπαγεωργίου, "Φυσιοκράτης ή Δεισιδαίμων;".
Λίγα λόγια για το βιβλίο
Φυσιοκράτης ή δεισιδαίμων;
Πρέπει κάποτε να ξεδιαλύνουμε τι είμαστε. Μέτοχοι του ορθού λόγου ή της θρησκευτικής αυταπάτης; Προπάντων, ας μη βολευόμαστε κάπου στη μέση: επιστήμονες μ’ ένα καντηλάκι στα εικονίσματα…
Το βιβλίο αυτό εξιστορεί:
Στο πρώτο μέρος (Ανθρωπολογικό): Το πώς μας συνέβη εξελικτικά και ο υπερφυσικός μύθος εισέβαλε στον ανθρώπινο ψυχισμό και θρονιάστηκε για τα καλά, εμποδίζοντας την ανθρωπότητα να διευθετήσει γνωστικά και λογικά την ύπαρξή της.
Στο δεύτερο μέρος (Ιστορικό): Ποιες υπήρξαν οι σκοτεινές συνέπειες της κυριαρχίας των θρησκειών –ιδιαίτερα των μονοθεϊστικών– για αιώνες και αιώνες, που οδήγησαν στην καταστολή της ανάδυσης του ελεύθερου ανθρώπινου πνεύματος.
Στο τρίτο μέρος (Κριτικό): Και σήμερα πια, με τόση γνώση που διαθέτουμε, τι πρέπει να κάνουμε για να σταθούμε τίμια και χωρίς μεταφυσικές υπεκφυγές απέναντι στη γνώση μας και τους εαυτούς μας, απέναντι στα παιδιά μας.
Οι αιώνες της πίστης σε πνεύματα, δαίμονες, θεούς και Θεό ήταν η παρορμητική, ψυχικά αδύναμη και πολύ χειραγωγημένη αντίδραση του είδους μας στην άγνοιά του.
Μια διευκόλυνση για την αντιστάθμισή της.
Ήταν, όμως, μια επαχθής κληρονομιά από γενιά σε γενιά, που πρέπει, τώρα που ξέρουμε πια, να προχωρήσουμε στην «αποποίησή» της.

Μάθετε περισσότερα για τη σειρά βιβλίων, Lux Orbis, των εκδόσεων iWrite, πατώντας εδώ.

Δείτε εδώ περισσότερες πληροφορίες για το βιβλίο μέσα από την ιστοσελίδα μας.


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα


Ο Πέτρος Παπαγεωργίου γεννήθηκε το 1943 στην Αθήνα.
Σπούδασε Πολιτικός Μηχανικός στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.
Από το 1975 και για πάνω από είκοσι χρόνια έζησε στη Δυτική Αφρική όπου εργάστηκε σε κατασκευές δηµόσιων έργων.
Έχει ταξιδέψει και δει.
Το 2002 εξέδωσε το βιβλίο του «Το δεύτερο µήλο της γνώσης» από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ.
Ζει στη Μήλο, µε τη θάλασσα, το διάβασµα, το γράψιµο και τα καθηµερινά µιας οικογένειας που µεγαλώνει µια κόρη.


Η ταυτότητα της νέας σειράς βιβλίων Lux Orbis
Πορευόμαστε σε εποχές όπου τα σκοτάδια απλώνουν και πάλι απειλητικά τη σκιά τους πάνω από την ανθρωπότητα, σε κάθε πτυχή του βίου μας: πολιτική, κοινωνική, θρησκευτική… Στη χώρα μας τα φαινόμενα αυτά εμφανίζονται μεγεθυμένα, γεγονός που έχει καταφανέστατα επηρεάσει μία σειρά από παράγοντες που επιδρούν αρνητικά στην ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία και κουλτούρα μας.
Η νέα σειρά βιβλίων των εκδόσεων iWrite, με την επωνυμία Lux Orbis (Το φως του κόσμου), αποπειράται να αναδείξει προοδευτικές ιδέες σύγχρονων στοχαστών, μα και λαμπρά, λησμονημένα έργα από την εποχή της νεωτερικότητας (17ος-20ος αιώνας). Απώτερος στόχος των εμπνευστών της φρέσκιας αυτής εκδοτικής προσπάθειας είναι να θέσει στο προσκήνιο της Δημόσιας Σφαίρας την ανάγκη για τον ερχομό ενός Νέου Διαφωτισμού, ο οποίος με τη σειρά του θα μπολιάσει την κοινωνία με πληροφορίες και ριζοσπαστικές θέσεις που θα βοηθήσουν να σηκωθεί και πάλι ο Ήλιος πάνω απ’ την Ελλάδα.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ Εκκλησιών και Σχολείων ΤΗΣ ΑΤΖΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ (Συνοπτικά)

Η ύπαρξη των Ελληνικών ορθοδόξων εκκλησιών στην πρώην περιοχή Βατούμ (σήμερα Ατζαρία) είναι πολύπλοκο και ενδιαφέρον θέμα για την ιστορική επιστήμη. Είναι γνωστό ότι στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα μέχρι σήμερα η επικρατούσα θρησκεία σ’ αυτήν την περιοχή της Γεωργίας είναι το Ισλάμ.
Η οικοδόμηση και η δραστηριότητα των ορθοδόξων εκκλησιών σ’ αυτήν την περιοχή είναι μια έκπληξη όχι μόνο για τον απλό λαό αλλά και για τους επιστήμονες.
Παρόλα αυτά στα εκατό χρόνια της ύπαρξης δεκάδων ορθοδόξων εκκλησιών στην Ατζαρία, ούτε στην περίοδο της Ρωσικής Αυτοκρατορίας ούτε στη Σοβιετική περίοδο δεν έγινε καμία προσπάθεια από την πλευρά των επιστημόνων να κάνουν την επιστημονική έρευνα ή να περιγράψουν όλα αυτά. Τώρα γίνονται οι πρώτες προσπάθειες να γίνουν οι επιστημονικές έρευνες για τις εκκλησίες της Ατζαρίας.
Πρέπει να σημειώσουμε ότι οι ελληνικές εκκλησίες και τα σχολεία της Ατζαρίας πολλές φορές είχαν μεγάλα προβλήματα και δυσκολίες. Την ιστορία των ελληνικών εκκλησιών και σχολείων στην Ατζαρία μπορούμε να διαιρέσουμε σε 3 περιόδους:
1. Περίοδο της οικοδόμησης και της διαμόρφωσης (1881-1922).
2. Σοβιετική περίοδο (1922-1985))
3. Περίοδο της άρσης «Της σιδερένιας αυλαίας» (από 1985 μέχρι σήμερα), επειδή είναι η περίοδος της νέας διαμόρφωσης.
α) Μιλώντας για τα προβλήματα και τις δυσκολίες στην πρώτη περίοδο πρέπει να έχουμε υπόψη μας το φόβο του ελληνικού πληθυσμού, ιδιαίτερα στα χρόνια, που επηρεάζονταν από τον ισλαμικό κόσμο. Στο τέλος αυτής της περιόδου ο φόβος των Ελλήνων δικαιολογείται, επειδή οι μουσουλμάνοι και οι μπολσεβίκοι είχαν τον ίδιο σκοπό, να δώσουν το τελευταίο χτύπημα στην Ορθοδοξία. Τα πολύτιμα βιβλία (κοσμικού και θρησκευτικού περιεχομένου), που μεταφέρθηκαν από τους Έλληνες της Τραπεζούντας, τις πολύτιμες εικόνες, τα πολύτιμα εκκλησιαστικά αντικείμενα, όλα αυτά τα λήστεψαν από τις εκκλησίες της περιοχής.
β) Η δεύτερη περίοδος χαρακτηρίζεται από το κλείσιμο των σχολείων και εκκλησιών. Σιγά-σιγά όλες οι εκκλησίες της περιοχής είχαν γίνει αποθήκες, όπου φυλάγονταν οι γεωργικές συσκευές. Αυτήν την περίοδο γινόταν μυστικός αγώνας μεταξύ του τοπικού ελληνικού πληθυσμού και των τοπικών αρχών, που έλεγχαν τα πνευματικά αισθήματα του λαού.
γ) Αυτή η περίοδος είναι η πιο σύντομη, όμως μπορεί να γίνει η πιό μεγάλη περίοδος. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από την ανακαίνιση των εκκλησιών. Οι Έλληνες σκέφτονται αν θα μείνει ή θα χαθεί η διασπορά και αν θα μείνει το εκκλησίασμα. Τέλος η αισιοδοξία νικά.

Σωκράτης Αγγελίδης
Δρ της Ιστορίας- Ανατολικολόγος

Ποντιακή διάλεκτος. Η «κληρονόμος» του Ομήρου

Τα ομηρικά έπη γράφτηκαν σε μια γλώσσα, η οποία βασίζεται στις δύο αρχαίες ελληνικές διαλέκτους, την ιωνική και την αιολική, τις οποίες ομιλούσαν κυρίως στη Μικρά Ασία.


Η ποντιακή διάλεκτος προέρχεται από την αρχαία ιωνική, λόγω κυρίως της καταγωγής των πρώτων αποίκων του Πόντου από την ιωνική Μίλητο. Με την πάροδο του χρόνου και με την επίδραση γεωγραφικών, κλιματολογικών, ιστορικών, εθνολογικών κτλ. παραγόντων δημιουργήθηκαν εξελικτικά από την ιωνική διάφορες διάλεκτοι, μία των οποίων είναι η ποντιακή. Με την εγκατάσταση και άλλων ελληνικών φύλων, όπως για παράδειγμα των κατοίκων της Τραπεζούντας της Αρκαδίας (4ος αιών π.Χ.), οι οποίοι άλλαξαν και το όνομα Τραπεζούς από Οιζηνίς και ιδιαίτερα των αιολικών φύλων εισήχθησαν και σποραδικοί αιολισμοί.
Ο Όμηρος δεν αναφέρει πουθενά τον όρο Πόντος ή Εύξεινος Πόντος. Αντίθετα, αναφέρονται διάφορες εθνότητες του Πόντου, οι οποίες φυσικά στην αναμέτρηση τάχθηκαν στο πλευρό των Τρώων για ευνόητους λόγους.
Συγκεκριμένα αναφέρονται οι Σόλυμοι (Ιλ. Ζ, 184, 203, 204, Οδ. ε, 282), οι Λύκιοι (Ιλ. Δ, 101, 119, Ρ, 172, Π, 437, Ζ, 194,Π, 673, Ζ, 188, Ζ, 210), οι Κάρες (Ιλ. Β, 867), οι Φρύγιοι (Ιλ. Ω, 545, Γ, 184, Π, 719, Σ, 291), οι Μήονες (Ιλ. Β, 864, Κ, 431) οι Αμαζόνες (Ιλ. Ζ, 186, Γ, 189), οι Αλιζώνες (Ιλ. Β, 856, Ε, 39), οι Παφλαγόνες (Ιλ. Β, 851, Ε, 577) και οι Μυσοί (Ιλ. Β, 858, Κ, 430, Ξ, 512). Από τις πόλεις του Πόντου αναφέρονται η Κύτωρος (Ιλ. Β, 853), μετέπειτα Κωτύωρα και σημερινή Ορντού, η Σήσαμος (Ιλ. Β, 853), η Κρώμνα (Ιλ. Β, 855), μετέπειτα Κρώμνη και η Αιγίαλος (Ιλ. Β, 855).
Η Τροία, όπου διαδραματίστηκαν τα γεγονότα των ομηρικών επών, ήταν ο φρουρός του Ελλησπόντου, και εισέπραττε διόδια από εμπορικά πλοία, τα οποία αναζητούσαν πρόσβαση στον Εύξεινο Πόντο και την Ασία. Ο Πόντος ήταν καθοριστικής σημασίας για την τύχη των Ελλήνων, καθόσον έκρυβε εκτός από ευγενή μέταλλα, πλούσια χλωρίδα και πανίδα. Ακόμη, η πρόσβαση στην Ασία ήταν ευκολότερη από τα λιμάνια του Πόντου παρά από τα παράλια της Μικράς Ασίας. Αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι ο εποικισμός του Πόντου που επακολούθησε έγινε από τους Μιλήσιους, οι οποίοι έτσι έφθαναν ευκολότερα στον πλούτο της Ανατολής. Ο Πόντος απετέλεσε τη γέφυρα μετάβασης φυτών και ζώων από την Ασία στην κλασική Ελλάδα και αργότερα στη Ρώμη και την Ευρώπη.
Στο πέρασμα των 28 αιώνων ζωής, η ποντιακή διάλεκτος δέχτηκε επιδράσεις από την κοινή των αλεξανδρινών χρόνων, και από τη μεσαιωνική κοινή του Βυζαντίου. Ακόμη, επηρεάστηκε από τους Γενουάτες και τους Βενετούς της Τραπεζούντας, τους Πέρσες και τους Γεωργιανούς, καθώς φυσικά και από τους Τούρκους. Η τελική μορφή της ποντιακής διαλέκτου γίνεται στην εποχή των Κομνηνών. Έτσι, η ποντιακή διάλεκτος αντικατοπτρίζει ταυτόχρονα και την ιστορική πορεία αυτού του λαού διά μέσου των αιώνων και των αλλόγλωσσων γειτονικών λαών.
Ως εξαρχής ιωνική διάλεκτος με εξέλιξη εκτός Ελλάδος, η ποντιακή έχει τις ρίζες της μέχρι την ομηρική γλώσσα. Η συμβολή της όμως στην εθνική αυτογνωσία συνίσταται στο γεγονός ότι διέσωσε αρκετά ομηρικά στοιχεία, τα οποία σε άλλες νεοελληνικές διαλέκτους εξέλειπαν. Σε πολλές περιπτώσεις τα ιωνικά στοιχεία, όπως λέξεις, εκφράσεις ή ιδιωματισμοί των ομηρικών επών διατηρήθηκαν αναλλοίωτα, συνεισφέροντας τα μέγιστα στη γλωσσική μας κληρονομιά. Ως κληρονόμος της ιωνικής διατηρεί αναλλοίωτες ή παραφθαρμένες πολλές λέξεις, πολλούς αρχαϊσμούς και γραμματικούς ή συντακτικούς τύπους, οπότε μπορεί να ενταχθεί στις αρχαιότερες και πλουσιότερες ελληνικές διαλέκτους και φυσικά της Ευρώπης.
Περί των ιωνικών καταβολών και της εξελικτικής πορείας της ποντιακής διαλέκτου γράφει ο γλωσσολόγος Δημοσθένης Οικονομίδης, διευθυντής του Μεσαιωνικού αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών: «Η διάλεκτος, η λαλουμένη υπό των Ελλήνων των από αρχαιοτάτων χρόνων ως τα παράλια του Ευξείνου Πόντου εγκατεστημένων εξ αρχής ιωνική ούσα, συν τω χρόνω τοιαύτην έλαβε εξέλιξιν μακράν της Ελλάδος, ώστε διασώσασα ολίγα στοιχεία εκ της ιωνικής, ικανά αρχαιοπινή στοιχεία, προσέλαβεν και πολλάς λέξεις και γραμματικούς τύπους εκ της μεσαιωνικής και βυζαντινής γλώσσης, άτινα διετήρησεν αυτουσίως».
Η ποντιακή μαζί με την καππαδοκική διάλεκτο αποτελούν τα μικρασιατικά ιδιώματα τα οποία ομοιάζουν με τα κυπριακά, τα δωδεκανησιακά και άλλων νήσων (Χίος, Ικαρία). Για τα μικρασιατικά αυτά ιδιώματα αναφέρει ο Μανώλης Τριανταφυλλίδης: «Χωρισμένα από την υπόλοιπη ελληνόγλωσση περιοχή, έμειναν αιώνες χωρίς εύκολη συγκοινωνία και ακολούθησαν διαφορετική εξέλιξη. Διατήρησαν γνωρίσματα της παλιάς ελληνιστικής κοινής και είναι έτσι από τα αρχαϊκότερα νεοελληνικά ιδιώματα». Οι ομηρικές λέξεις από την ποντιακή εντάχθηκαν στο σύστημα άλλων γλωσσών, συμμετέχοντας έτσι στην εξέλιξή τους.
Ενδεικτικά αναφέρονται ορισμένα παραδείγματα αρχαϊσμών, λέξεων ή εκφράσεων ομηρικής (ιωνικής) προέλευσης:

ΑΡΧΑΪΣΜΟΙ
Επώνυμα σε -ιάδης ή ίδης δηλωτικά της καταγωγής ή πατρότητας:
Αιμονίδης (Δ467), ο υιός του Αίμονα,
Αρκεισιάδης (ο υιός του Αρκεισίου = ο Λαέρτης, δ755, ω270),
Ασιάδης (υιός του Ασίου Μ140, Ρ583),
Ατρείδης (ο υιός του Ατρέα = ο Αγαμέμνων και ο Μενέλαος Λ,Α16),
Λαερτιάδης (ο υιός του Λαέρτη = ο Οδυσσεύς Γ200, δ555),
Πηληιάδης ή Πηλείδης (ο υιός του Πηλέως = ο Αχιλλεύς Α1, Α146, θ75).
Η διατήρηση του ιωνικού ε αντί του η:
Ατρύπετος αντί ατρύπητος, νύφε αντί νύφη, άκλερος αντί άκληρος.
«Ατρύγετος πόντος» (Ξ204), «Ατρύγετος αιθήρ» (Ρ425), αντί ατρύγητος.
Η διατήρηση του ω αντί του ου:
Λωρίν αντί λουρί, ζωμίν αντί ζουμί, κώδων αντί κουδούνι,
«Κώνωψ» (βατρ. 202) αντί κουνούπι, «κωφός» (Λ390, Ω54) αντί κουφός
Ο σχηματισμός θηλυκών επιθέτων σε -ος αντί η:
Άλαλος αντί άλαλη, έμμορφος αντί η όμορφη, άσκεμος αντί άσχημη.
«Δήμητρα αγλαόκαρπος» Α415, (Ύμν. Δήμ. 4, 23),
Η διατήρηση της προστακτικής του αορίστου:
Λύσον αντί λύσε, χτίσον αντί χτίσε, γράψον αντί γράψε
«λαόν δέ στήσον παρ’ ερινεόν» (Ιλ. Ζ, 433).
Η χρήση του αρνητικού μορίου ουκ > ουχί > ουκί > κι’:
Κι’ τρώγω αντί δεν τρώγω, κι’ θέλω αντί δεν θέλω, κι’ λέγω αντί δεν λέγω.
«κι’ ενέπρησεν κοίλας νήας»
Κι’ αντί του αρν. μόριου δεν (από το αρχ. ουδέν). Στην ποντιακή υπάρχει το αρν. μόριο τιδέν (άλλο τι ουδέν).
Τιδέν κι τρώγω, τιδέν κι θέλω, τιδέν κι λέγω.
Στο λεξικό του Σουίδα, 10ος αιών μ.Χ. επισημαίνεται αυτή η ιδιαιτερότητα του Ομήρου, στο σχηματισμό της άρνησης: Ουκί το ουχί. Όμηρος διά του κ γράφει, ου διά του χ.
Η διατήρηση του μορίου άρα ή άρ’ με σημασία όχι κατ’ ανάγκην συμπερασματική, αλλά με την έννοια της συνάρτησης γεγονότων, ανακεφαλαίωσης ή επεξήγησης:
«άρ’ έρθεν η λαμπρή», «αρ’ αέτς ας έν», «άρ’ έφαεες, εχόρτασες»
«ως άρ’ έφη» (Οδ. θ, 482), «ως άρα φωνήσας» (Οδ. κ, 302)
Η διατήρηση του ιωνικού σ:
Σεύτλον αντί τεύτλον.
«σεύτλον» (Βάτρ. 162).
«σεύτλοις χλωροίς επιβόσκομαι» (Βατρ. 54).
Σεύτελος (Κοτ., Σάντ., Χαλδ.) = ευτελής, ανόητος
«Σευτλαίος» (Βάτρ. 212) κωμικό όνομα βατράχου στην Βατραχομυομαχία.
«Σευτλαίον δ’ αρ έπεφνε βαλών» (Βατρ. 209).
ΛΕΞΕΙΣ:
Αγρώστ’ = κοινή αγριάδα.
Άγρωστις (Οδ. ζ, 90),
Βατία (Αμ.), = βάτος
Βατίεια (Ιλ. Β, 813)
Δέρ’ (Κοτ.) ή δάρ’ (Κερ., Τρίπ.).
«έναν δέρ φαΐν».
Είδαρ = έδεσμα, «άνθινον είδαρ» (Οδ. ι, 84).
Είδαρ = έδεσμα (Σουίδας, 10ος αιών μ.Χ.).
Ιχώριν (Κερ.) ή χώρ’ (Κοτ., Σάντ., Χαλδ.) ορρός γάλακτος, κρόκος αυγών, εντεριώνη φυτών, μυελός οστών.
Ιχώρ = θείο αίμα «ιχώρ, άμβροτον αίμα θεοίο» (Ιλ. Ε, 340)
Ιχώρ = το πεπηγώς αίμα (Σουίδας, 10ος αιών μ.Χ.).
Λαλλάτζ’ (Κοτ., Τραπ. Χαλδ.) = πέτρα και μεταφορικά η φαλάκρα: «λαλλάτς κιφάλ’».
Λάας = λίθος, πέτρα «μείζονα λάαν αείρας» (Οδ. ι, 537). Σήμερα παρέμεινε ως τοπωνύμιο, Λαλλάρια.
Λάας = λίθος (Σουίδας, 10ος αιών μ. Χ.).
Λαχίδα (Κερ., Κοτ., Οιν. Σάντ., Χαλδ.) = σειρά εργασίας: «έρθεν η λαχίδα μ’»
Λαγχάνω «εις εκάστην εννέα λάγχανον αίγες» (ι160)
Λάχος = μοίρα (Σουίδας, 10ος αιών μ. Χ.).
Λειρίτα (Χαλδ.) = λείριον = κρίνος.
Λείριον «λείριον» (Ύμν. Δήμ. 427)
Λείρια = άνθη, κρίνα (Σουίδας, 10ος αιών μ. Χ.).
Λελεύω = χαίρομαι, επιθυμώ: «να λελεύω σε» (να σε χαρώ).
Λιλαίομαι «λιλαιομένη πόσιν είναι» (Οδ. α, 15, Οδ. ι, 30) (ήθελε να είναι σύζυγος).
Λιλαίομαι = προθυμούμαι (Σουίδας, 10ος αιών μ.Χ.).
Λίβος (Σάντ., Χαλδ.) = σταγόνα, σύννεφο: «ο ουρανόν ελίβωσεν» (συννέφιασε), «ελιβώθεν σο κλάμαν».
Λείβω = στάζω, «υπ’ οφρύσι δάκρυα λείβον» (Ιλ. Ν, 88, Οδ. θ, 88).
Λείβεται τοις δακρύοις (Σουίδας, 10ος αιών μ.Χ.).
Λιστρίν (Τραπ.) = σκαπτικό εργαλείο, λιστρεύω = σκάπτω.
Λίστρον = σκαπτικό εργαλείο, λιστρεύω = σκάπτω, αποξύνω:
«λίστροισιν δάπεδον ξύον» (Οδ. χ, 455),
«τον δ’ οίον πατέρ’ εύρεν λιστρεύοντα φυτόν» (Οδ. ω, 227).
Λιστραίνω = το σκάπτω (Σουίδας, 10ος αιών μ.Χ.).
Λοπίν ή Λοβίν = ο λοβός, το περίβλημα: «φασουλί λοπίν».
Λοπός = φλοιός, «λοπός κρομμύοιο» (Οδ. τ, 233)
Λόπος = φλοιός, δέρμα λεπτόν, ξηρόν (Σουίδας, 10ος αιών μ.Χ.).
Μωμόγερος (Κερ. Τραπ.) από το Μώμος (θεός της μομφής) ή μίμος.
Ωμογέρων = ο ωμός (άγουρος), ζωηρός, ακμαίος γέρων, που δεν έχει καταβληθεί από το γήρας. «Ωμογέροντα δε μιν φασιν έμμεναι» (Ιλ. Ψ, 791). Ο χαρακτηρισμός αποδίδεται στον Οδυσσέα, ο οποίος εκτιμάται σε ηλικία 45-50 ετών.
Ωμογέρων = Πρεσβύτης ου η κεφαλή ουκ επολιώθη (Σουίδας, 10ος αιών μ.Χ.)
Πάππας (Αμ.) = πατέρας (στην παιδική γλώσσα).
Πάππας (κλητ. πάππα) «Πάππα φίλε» (Οδ. ζ, 57).
Στη νεοελληνική προφέρεται επί το τουρκικότερον «μπαμπάς».
Τεττές (Χαλδ., Κερ.), ταττάς (Κερ.), τάττας (Οιν.) = πατέρας (στην παιδική γλώσσα).
Τέττα = πατέρα, φιλοφρονητική προσφώνηση πρεσβυτέρου, Άττα, «άττα γεραιέ» (Ιλ. Ι, 607, Ρ, 561, Οδ. π, 31) «γέρο πατέρα μου»
ata (τουρκ.), tata (λατιν.), daddy (αγγλ.) = πατέρας
Πάππα, τέττα και άττα = προς πατέρα προσφώνησις, προς πατέρα σεπτική φωνή (Σουίδας, 10ος αιών μ. Χ.).
Τσιλίδιν (Κερ., Οιν., Τραπ.) = πυρωμένο κάρβουνο: «Απάνω σ’ σα στεγάδα μου, έναν γραστίν τσιλίδα» (ο έναστρος ουρανός).
Κήλειος = καυστικός, φλογερός: «εν πυρί κηλέω» (Ιλ. Θ, 217, Ο744, Οδ. ι, 328).
Κηλέω = καυστικώ πυρί (Σουίδας, 10ος αιών μ.Χ.).
Χάταλον (Σάντ. Τραπ. Χαλδ.) = Το μωρό, το βρέφος: «Το χάταλον αν ‘κι κλαίει, τσιτσίν ‘κι διγν’ ατό».
Αταλός = νεαρός, τρυφερός, απαλός,
«αταλά φρονώ» (Οδ. λ, 39), «παίδα αταλάφρονα» (Ιλ. Ζ, 400).
Ατάλλω = σκιρτώ, χοροπηδώ,
Delicat = λεπτεπίλεπτος.
Αταλόψυχος (Σουίδας, 10ος αιών μ.Χ.).
Χρα (Οιν., Κερ. Σάντ., Τραπ. Χαλδ.) = Η επιφάνεια του σώματος, το δέρμα, η επιδερμίδα, το χρώμα της επιδερμίδας. «εκχύεν η χρα τ’» (έχασε το χρώμα του, από φόβο)
Χρώς «τρέπετε χρώς» (Ιλ. Ν, 279) (έχασε το χρώμα του, από φόβο)
Χρώς = σώμα (Σουίδας, 10ος αιών μ.Χ.).
ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ:
«Από καλαμιδί εγένουμουν», απόμεινα μόνος, «σαν καλαμιά στον κάμπο»
«καλάμην γε σ’ οίομαι εισορόωντα» (Οδ. ξ, 214).
«Το μήλον το μήλον τερεί και γίνεται, το σταφύλ’ το σταφύλ’ τερεί και γίνεται κ.ο.κ.», μεταφορικά με την άμιλλα η πρόοδος.
«όγχνη επ’ όγχνη γηράσκει, μήλον δ’ επί μήλω,
αυτάρ επί σταφυλή σταφυλή, σύκον δ’ επί σύκω» (Οδ. η, 120-121)

 Θωμάς Σαββίδης
Αναπληρωτής καθηγητής ΑΠΘ
Πηγή makthes.gr