Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Ο ξάδερφος από τον Καύκασο.

Στα τέλη του 1966 έρχεται στην Καλαμαριά ένας κύριος και ζητά την οικογένεια της Χρυσάννας Χρυσοπούλου-Μιχαηλίδου. Τον στέλνουν στον Νίκο Μιχαηλίδη, γιο της Χρυσάννας.
«Ονομάζομαι Γεώργιος Χρυσόπουλος. Είμαι γιος του Σωτήρη Χρυσόπουλου, γεννημένος στο Σοχούμ και γυρεύω τη θεία Χρυσάννα, αδελφή του πατέρα μου, ή τα παιδιά της», λέει στον Νίκο.
Ο Νίκος, κάπως δύσπιστος στην αρχή, τον καλεί να περάσει στο σπίτι του να πουν περισσότερα. Με τη συζήτηση, καταλαβαίνει ο Νίκος ότι, πράγματι, έχει μπροστά του τον πρώτο του ξάδερφο, ο οποίος, μάλιστα, έχει μαζί του και του δείχνει μερικές φωτογραφίες. Η μία είναι αυτή που τους είχε στείλει η Χρυσάνθη το 1927 από τον γάμο της Όλγας. Συγκινημένος ο Νίκος, ζητά να μάθει, γιατί τόσα χρόνια δεν είχαν κανένα νέο τους. Ο Γιώργος Χρυσόπουλος, ο χαμένος ξάδερφος, αφηγείται στον Νίκο την ιστορία της οικογένειάς του.
Μετά το 1930, άρχισαν οι εξαναγκαστικές μετακινήσεις των πληθυσμών στη Σοβιετική Ένωση. Τότε εκτοπίστηκαν, κυρίως, οι λαοί των παραλίων των παρευξείνιων περιοχών και του Καύκασου. Όσοι ειδοποιήθηκαν νωρίς, ετοίμασαν τα χαρτιά τους και έφυγαν. Έτσι έφυγαν πολλοί δικοί μας, με προορισμό την Ελλάδα. Πολλοί, όμως, δεν τα κατάφεραν, μεταφέρθηκαν στα βάθη της Ασίας και σκορπίστηκαν σε διάφορες δημοκρατίες, ανάμεσα σε λαούς διαφορετικών φυλών, γλώσσας και θρησκείας.
Οι γονείς μου και εγώ, μικρό παιδί τότε, βρεθήκαμε στην άλλη άκρη του Καζακστάν, πέρα από την Αλμα Ατα, κοντά στα σύνορα με την Κίνα. Καινούργια πατρίδα, καινούργια ζωή, εκεί παντρεύτηκα, έκανα οικογένεια, έχω δύο γιους, εκεί αναπαύονται οι γονείς μου. τώρα δουλεύω οδηγός σε πούλμαν. Έτσι μπόρεσα και ήρθα. Η θεία μου η Χρυσάννα ζεί; Η ξαδέρφη μου, η Όλγα; Τα άλλα αδέρφια του πατέρα μου; ξαδέρφια άλλα έχω;
- Σιγά σιγά θα τα μάθεις όλα του απαντά ο Νίκος.
Εκείνες τις ημέρες συναντήθηκε και με άλλους συγγενείς που ζούσαν στην Καλαμαριά και δεν ήταν λίγοι αυτοί που τον αγκάλιασαν και έκλαψαν μαζί του. Η μεγάλη του, όμως, λαχτάρα ήταν να δει την Όλγα, που τη φωτογραφία της είχε πάντα μαζί του.
-Την επόμενη φορά που θα έρθω, θα πάω στην Αθήνα να τη βρω. θέλω να τη δω οπωσδήποτε, της χρωστάω μερικά φιλιά από τα φιλιά που έδινε ο πατέρας μου σε αυτήν τη φωτογραφία.
Αρχές του καλοκαιριού του 1997, ο Νίκος Μιχαηλίδης κατέβηκε στην Αθήνα να δει την κόρη του Βέτα και την αδερφή του Όλγα. Τις διηγήθηκε όλα όσα έγιναν στη συνάντησή του με τον αναπάντεχα ευρεθέντα αγνοούμενο ξάδερφό τους.
-Θα περιμένω να τον δω και εγώ ... Έει, μάνα, να έσ’νε ασ’ έναν μερέαν και να έλεπες, είπε και δάκρυσε η Όλγα, που, ήδη, πλησίαζε τα ενενήντα.
Δεν τον είδε, όμως, ούτε η Όλγα τον ξάδερφό της. Τον Οκτώβριο του 1997 έφυγε από αυτόν τον κόσμο, που τόσο την πίκρανε. Όταν ξανάρθε ο Γιώργος Χρυσόπουλος από το Καζακστάν, προσκύνησε και έκλαψε στον τάφο της στην Καλαμαριά.
Κάποια μέλη της οικογένεις του Γιώργου Χρυσόπουλου, εγγόνια του Σωτήρη από την Κρώμνη της Τραπεζούντας ζουν ακόμη και σήμερα στο Καζακστάν, στην καρδιά της Ασίας, στη σκιά των παρυφών των Ιμαλαΐων.

Ελισάβετ Λκριτίδου-Κύπαρλη
Εκπαιδευτικός και συγγραφέας

Την εποχή της Κατοχής

Την εποχή της γερμανικής κατοχής, πολλοί νέοι ανέβηκαν στο βουνό για ν’ αγωνισθούν εναντίον των Γερμανών. Εκεί έζη­σαν για μεγάλο διάστημα με μεγάλες στερήσεις και όταν κάποτε ήρθε η πολυπόθητη ελευθερία, αποχώρησαν για να επιστρέψουν στα σπίτια τους.
Η Θεσσαλονίκη μέσα από το γερμανικό φακό 1941-42
 Ένας από αυτούς, ποντιακής καταγωγής, περ­νώντας από ένα χωριό της Φλώρινας, συνάντησε μερικούς Πό­ντιους γνωστούς του, οι οποίοι προθυμοποιήθηκαν να τον φιλέ­ψουν. Αυτός, θεονήστικος όπως ήταν, έφαγε με μεγάλη όρεξη και όταν χόρτασε καλά, αναφώνησε ικανοποιημένος:
«Άντζακς εγνώρ’τσα ελευθερίαν!», δηλαδή, τώρα κατάλαβα την ελευθερία.

Ο νέος αυτός, ανεπιγνώτως, χωρίς να το συλλάβει, διατύπωσε ένα φιλοσοφικό δόγμα, ότι, δηλαδή, δεν νοείται ελευθερία με άδεια κοιλιά ή αλλιώς, ελευθερία με άδειο στομάχι είναι μισή ελευθερία.

Αιχμάλωτος των γαλάζιων κουάξ

Οι Εκδόσεις iWrite και ο συγγραφέας Φανός Χριστοφόρου, σας προσκαλούν στην παρουσίαση του νέου τους βιβλίου, με τίτλο "Αιχμάλωτος των γαλάζιων κουάξ".
Για το βιβλίο εκτός απο τον ίδιο, θα μιλήσουν οι: Χρήστος Προδρόμου (Τέως Πρόεδρος Κυπρίων Προσφύγων Ελλάδας "Κύπρος 1974"), Γεώργιος Λιασής (Γενικός Γραμματέας της Ομοσπονδίας Κυπριακών Οεργανώσεως Ελλάδας και μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης Κυπρίων Ελλάδας) και Ανδρέας Χριστοφόρου (Νομικός).
Θα απευθύνει χαιρετισμό, ο Πρόεδρος Ένωσης Κυπρίων Ελλάδας, Γιώργος Συλλούρης.



Λίγα λόγια για το βιβλίο:
Ο συγγραφέας αφηγείται τις µάχες στην Αµµόχωστο στην Κύπρο το 1974, όπως τις έζησε ως στρατιώτης, πάντα στην πρώτη γραµµή, από την έναρξη των εχθροπραξιών, την κατάληψη της πόλης, το στήσιµο της γραµµής πυρός στην Δερύνεια, µέχρι την περίφραξη της πόλης από τους Τούρκους.
Τα γεγονότα συνοδεύονται από τις σκέψεις, τους προβληµατισµούς και τους φόβους του δεκαεννιάχρονου τότε συγγραφέα. Στην αφήγηση εµπλέκεται ο µύθος των Κουάξ, των βατράχων της πόλης που τραγουδούσαν κάθε νύχτα και που περιµένουν τους κατοίκους να επιστρέψουν, να ανοίξουν τις κάνουλες µε το νερό, να γεµίσουν οι δεξαµενές στα περιβόλια και να ποτιστούν τα δέντρα, ώστε να µπορέσουν τα βατράχια να ξανατραγουδήσουν για να ξαναζωντανέψει η πόλη.
Δείτε περισσότερα εδώ .
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:

Ο Φάνος Χριστοφόρου γεννήθηκε στην Λευκωσία το έτος 1955. Έζησε και µεγάλωσε στην Αµµόχωστο της Κύπρου µέχρι τα δεκαεννιά του χρόνια που η πόλη πάρθηκε από τους Τούρκους. Φοίτησε στο ιστορικό Α’ Γυµνάσιο Αρρένων Αµµοχώστου και στην Νοµική Σχολή Αθηνών. Μετά την εισβολή εγκαταστάθηκε µόνιµα ως πρόσφυγας και έζησε στην Αθήνα όπου εργάστηκε ως Δικηγόρος. Είναι παντρεµένος µε δυο παιδιά και µια εγγονή.

Αεί αντιστεκόμενος

Μέρος της ομιλίας στην εκδήλωση παρουσίασης των απομνημονευμάτων του οπλαρχηγού του Πόντου Παύλου Τσαουσίδη

Παρά την υπονόμευση, την αδιαφορία, την άρνηση, τη λήθη, τα πολυποίκιλα εμπόδια στον αγώνα αναγνώρισης και διεθνοποίησης της Γενοκτονίας, την Ύβρη που φτάνει μέχρι και το θαυμασμό και την απόδοση τιμής στο μαυσωλείο του πρωτεργάτη του μαζικού εγκλήματος Μουσταφά Κεμάλ, η σημερινή πραγματικότητα στο ζήτημα της Γενοκτονίας των Ελλήνων, εμφανίζει μία πρωτοφανή κινητικότητα.

Οι τελευταίες αναγνωρίσεις στον Καναδά με πρωτοβουλία και μεθοδική εργασία του Ελληνοκαναδικού Κογκρέσου είναι μία σημαντική μαρτυρία. 

Μία ιδιαίτερη πτυχή της Γενοκτονίας, η οποία στοίχισε τη ζωή σε πάνω από 1.000.000 Έλληνες, Ελληνίδες και παιδιά και συνεχίζεται μέχρι σήμερα με τη φυλάκιση του Γιάννη -Βασίλη Γιαϊλαλί, είναι η ανάληψη ένοπλης δράσης στον Πόντο, ως μέσο αντίδρασης και αντίστασης στο προμελετημένο σχέδιο εξαφάνισής τους, ως μέσο σωτηρίας των ένοπλων, των γυναικών και των παιδιών. 



Είναι το έπος όπως το χαρακτηρίζει ο Δημήτρης Ψαθάς, το οποίο εάν δεν υπήρχε τα θύματα θα ήταν πολλαπλάσια.  Η προσπάθειά μας για την ανάδειξη της Ποντιακής αντίστασης έχει πολλά και ιδιαίτερα αποτελέσματα αφού αναδείξαμε προσωπικότητες όπως ο Παντελής Αναστασιάδης (Παντέλ- αγά), ο Αναστάσιος Παπαδόπουλος (Κοτσά Αναστάς), ο Αιμίλιος Χατζηγεωργίου- Καδήογλου και τώρα ο Παύλος Τσαουσίδης (Παυλή αγά).


Το βιβλίο με τα απομνημονεύματα του  οπλαρχηγού του Ποντιακού Αντάρτικου Παύλο Τσαουσίδη αποτελεί συμβολή στην ανάδειξη του αγώνα των Ελλήνων ενάντια στο μαζικό έγκλημα. Αγώνας ο οποίος όχι μόνο συνέχισε την αντιστασιακή παράδοση του Ελληνικού λαού ενάντια στη βία, την εξαφάνιση και την καταπίεση, αλλά έδωσε τη δυνατότητα σε χιλιάδες ανθρώπους, γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένους να επιβιώσουν.
Πολλοί από αυτούς βρίσκονται ανάμεσά μας σήμερα, από παιδιά και εγγόνια, μέχρι δισέγγονα και τρισέγγονα! Η συνέχεια  και ο  λαός μας αεί αντιστεκόμενος.....







Θεοφάνης Μαλκίδης












Το μήνυμα του Νίκου Γαβρά Προέδρου της Αδελφότητας των  απανταχού Γαβράδων "Ο Άγιος Θεόδωρος Γαβράς" για την παρουσίαση του βιβλίου με τις αναμνήσεις του Παύλου Τσαουσίδη

Αγαπημένοι μου φίλοι, Ροζαλία και Φάνη,

Σας αξίζουν πολλά συγχαρητήρια, που ανασύρατε από το χρονοντούλαπο της Ιστορίας μας, κάποιες από τις λησμονημένες σελίδες της. Το Ποντιακό αντάρτικο, αυτό το ηρωϊκό έπος, το οποίο προήλθε ως αμυντικός μηχανισμός του υπερήφανου πνεύματος των Ποντίων, απέναντι στις απάνθρωπες ενέργειες των Νεότουρκων, δυστυχώς παραμένει "terra incognita" (άγνωστος, αχαρτογράφητος τόπος) για την πλειοψηφία του Ελληνικού λαού. Το δικό σας πόνημα φωτίζει το εθνικό έργο ενός Πόντιου οπλαρχηγού και συγκεκριμένα του Παύλου Τσαουσίδη (Παυλή Αγά από Κολέου), αρχηγού τομέα Ποντίων αγωνιστών, με αρχηγό τον Ἀναστάσιο Παπαδόπουλο (Κοτσά Αναστάς).  Ίσως, κάποιοι από εσάς τους παλαιότερους, να είσαστε ευλογημένοι και να γνωρίσατε αυτόν τον πατριώτη, που βρέθηκε ως πρόσφυγας "ανταλλάξιμος" στην Έδεσσα. Είμαι βέβαιος, ότι το έργο σας θα είναι καλοτάξιδο, αφού σημαδεύει το μυαλό και την καρδιά κάθε Έλληνα πατριώτη. 

Εύχομαι και άλλες τέτοιες προσωπικότητες της πατρίδας μας, να βρουν τη δικαίωσή τους, με την αναγνώριση της προσφοράς τους από τους σημερινούς Νεοέλληνες. Δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε ότι, μόνο με ισχυρή εθνική μνήμη, θα μπορέσουμε να διατηρήσουμε την εθνική μας ταυτότητα και αυτή θα πρέπει να είναι η άμεση προτεραιότητά μας, στις δύσκολες στιγμές που περνά ο λαός μας και η πατρίδα μας. 

Με άπειρη εκτίμηση,

Νίκος Γαβράς
Πρόεδρος της Αδελφότητας 
των  απανταχού Γαβράδων
"Ο Άγιος Θεόδωρος Γαβράς"

Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Από διήγηση της μητέρας μου Σωτήρας Γερασιμίδου

Ο Κώστας Φωστηρόπουλος
 και η γυναίκα του Σοφία
Ο Κώστας Φωστηρόπουλος, αδελφός της γιαγιάς μου Ευ­θυμίας, ήταν ονομαστός τραπεζίτης στην Τραπεζούντα. Είχε γυναίκα τη Σοφία, με την οποία έκαναν εννέα παιδιά. 
Κάποια φορά, γύρω στο 1910, η Σοφία χρειάστηκε τροφό για το μωρό της και έτσι ο Κώστας αποτάθηκε στον παπά της 'Ιμερας Παπα- παύλο, με τον οποίο διατηρούσε μεγάλη φιλία, και του ζήτησε να προτείνει στη μητέρα του να αναλάβει τη φροντίδα του μω­ρού. 

Η μητέρα του παπά είχε μόλις χηρέψει, αλλά ήταν ακόμη νέα, οπότε δέχθηκε την πρόσκλη­ση και ξεκίνησε από την Ίμερα πεζή για την Τραπεζούντα. Αφού περπάτησε μερικά χιλιόμετρα και έφθασε στην Κρώμνη, συνάντησε μερικές γνωστές της, οι οποίες τη χαιρέτησαν και τη ρώτησαν, πώς είναι ο άνδρας της, οπότε αυτή τις απάντησε πως πέθανε. 

Οι γυναίκες, εμβρόντητες, της λένε απολογούμενες: «Κρίμαν, 'κ' έξεραμ’ άτο!(Κρίμα δεν το ξέραμε) Και η μητέρα του παπά τις απαντά: «Αέτς’έν’... Τ’ εφτωχού τον θάνα­τον ’ς σα σεράντα μαθάν’ ατον!
(Έτσι είναι..Του φτωχού τον θάνατο στα σαράντα το μαθαίνουν)

                                                                Γιώργος Σιαμανίδης


Μνήμες 1917-1922

Είναι αυτονόητο με την έκρηξη της οκτωβριανής επανάστασης στη Ρωσία το 1917, οι άνθρωποι αναστατώθηκαν.
Στην αρχή οι περισσότεροι δέχθηκαν με χαρά τις νέες ιδέες, ελευθερία, ισότητα, κοινωνική δικαιοσύνη κ.τ.λ. Δεν έμειναν μακριά από τις εξελίξεις και οι Έλληνες του Καυκάσου. Πολλοί ύμνησαν την επανάσταση, πολλοί την αναθεμάτισαν.

Χωρικοί στη Ρωσική Επανάσταση

Η καθημερινότητα, όπως και η πολιτική, πολλές φορές τραγουδήθηκε με λαϊκά τραγούδια. Ένα από αυτά, που διασώθηκε, αναφέρεται στον ιδιοκτήτη, που με την επανάσταση χάνει το σπίτι του. Δεν γνωρίζω αν είναι σατιρικό από τη μεριά των επαναστατών ή διαμαρτυρία-παράπονο από τη μεριά των αστών, που τους πήραν την περιουσία. Πάντως, τραγουδήθηκε και από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές1.

Γιώργος Σιαμανίδης


Το τραγούδι «Εμέν λέγ’νε με Παπαδόπουλε»

Εμέν λέγνε με Παπαδόπουλε, φιλελεύθερε κυρ Παντελή
Κι ατοίν’ λέγνε με σακίν εύκαιρον ’ς σο ποδάρ' να στέκ’  'κ' επορεί.
Με τα γαίματα μ’ οσπίτ’ έχτισα έναν  ολόγεν γιαπίν
κι ατοίν’ λέγνε με, ατό 'κ' έν’ τ’ εσόν, ντο να ευτάγω αΐκον ζωήν!
Αρ’ αγλήγορα ν ’εγραψέστε με ’ς σον κατάλογον τη παπορί’
Όλαν στείλτε με, γουρταρέψτε με, αδά να ζει κανείς 'κ' επορεί.
Πέει μας τ’ όνεμα σ’, τη φαμέλια σ’ και τον τόπον εσύ μερ’ θα πας
κι ασσό φίναντελ ατνατσένιαν, δέβα φέρον ντο δεν ’κι χρωστάς.
Τα παράπονα σ’ αλλού πέατα, τώρα άκ’σον ντο λέγω σε εγώ
πέει μας έ’εις να δίεις χρήματα, ατό έν’ ασ’ όλα καυτόν .


1. σ.σ. Το τραγούδι ήταν αντικομμουνιστικό και το τραγουδούσαν εκείνοι που πίστεψαν στην προπαγάνδα της ελληνικής κυβέρνησης ότι όσοι έρθουν στην Ελλάδα θα ζήσουν στον παράδεισο!


Τα συνέδρια των Ποντίων

Από το «Κοινόν των Ποντίων» του 2ου αιώνα μ. X. στα παγκόσμια συνέδρια του ποντιακού ελληνισμού
Η Αφίσα του Β' Παγκόσμιου Συνεδριου Ποντιακού Ελληνισμού

Σε ευρύτερη κλίμακα, οι συγκεντρώσεις των Ποντίων - από την περίοδο ήδη της ρωμαιοκρατίας, με το Κοινόν των Ποντίων - για τη συζήτηση προβλημάτων τους και τη λήψη αποφάσεων, έπαιρναν τη μορφή των συσκέψεων, συνδιασκέψεων ή συνεδρίων μιας μικρής περιφέρειας ή μιας μεγαλύτερης περιοχής, μέχρι που προέκυψε η ανάγκη — λογω των παρουσιαζομενων καθε φορα οξυτάτων προβληματων, από τότε και μέχρι σήμερα - οργάνωσης παμπόντιων συνεδρίων  ολόκληρης χώρας, όπως της Ρωσίας ή της Σοβιετικής Ένωσης, της  Γεωργίας, της Ελλάδας, πανευρωπαϊκών — όπως της Μασσαλίας του  1917 - ή και παγκόσμιων συνεδρίων, από το 1985 και μετά. Σημειώνεται ότι η Παμποντιακή Ένωσις Αθηνών, μεταξύ των σκοπών της, περιελάμβανε και τη σύγκληση συνεδρίων από τη δεκαετία του 1950.
Οι έδρες των συσκέψεων, συνδιασκέψεων ή συνεδρίων καθορίζονταν με διαβουλεύσεις και οι αποφάσεις παίρνονταν ανάλογα με τις επικρατούσες την ορισμένη στιγμή συνθήκες. Έτσι, έδρες ευρύτερων συνεδρίων υπήρξαν, μεταξύ άλλων, η Μασσαλία, η Μόσχα, το Βατούμ, η Τιφλίδα και το Σοχούμ της Γεωργίας, η Θεσσαλονίκη κ. ά., και από το 1985 και μετά, μόνιμα, και με ανάλογη απόφαση, η Θεσσαλονίκη αποτελεί την έδρα των παγκόσμιων συνεδρίων του ποντιακού ελληνισμού. Μια εξαίρεση έγινε για το 2004, οπότε ανατέθηκε στους φορείς των Ποντίων της Αττικής η διοργάνωση του 6ου Παγκοσμίου Συνεδρίου του Ποντιακού Ελληνισμού, επειδή η πόλη της Αθήνας είχε αναλάβει τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων εκείνο το έτος. Το συνέδριο δεν έγινε, τελικά, το 2004, αλλά τον Ιούλιο του 2006.
Η πραγματοποίηση συνεδρίων, συσκέψεων, συνδιασκέψεων κ. τ. λ. προϋπόθετε την ύπαρξη συσσωματώσεων, οι οποίες είχαν και έχουν τη μορφή συλλόγων, ενώσεων, σωματείων, συνδέσμων, ομοσπονδιών. Οι μορφές συλλογικής οργάνωσης των Ποντίων, οι αποκαλούμενες σήμερα πρωτοβάθμιες, παρουσιάστηκαν στις πρώτες φάσεις των συσσωματώσεών τους, ενώ οι δεύτερες, που είναι και οι δευτεροβάθμιες, κατά τη σύγχρονη ορολογία, άρχισαν να κάνουν τυπικά την εμφάνισή τους μέσα στη δεκαετία του 1970, στην Ελλάδα, και μέσα στη δεκαετία του 1980, στο εξωτερικό. Μορφές άτυπων δευτεροβάθμιων οργανώσεων εμφανίστηκαν, στη νότια Ρωσία, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1910.
Απασχολημένοι με τα προβλήματα επιβίωσης που αντιμετώπιζαν οι Πόντιοι, μετά την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα, το μόνο που σίγουρα δεν θα μπορούσαν να σκεφτούν ήταν η οργάνωση συνεδρίων. Άλλωστε, δεν το ευνοούσε αυτό και η χαλαρότητα στις σχέσεις ανάμεσα στα πρώτα σωματεία που ιδρύθηκαν. Οι πρώτες δραστηριότητες των Ποντίων στην Ελλάδα είχαν πολιτιστικό χαρακτήρα και αφορούσαν την οργάνωση θεατρικών παραστάσεων και μουσικών και χορευτικών εκδηλώσεων.
Η έκδοση εντύπων, όπως του περιοδικού Ποντιακά Φύλλα το 1936, αλλά κυρίως του περιοδικού Ποντιακή Εστία το 1950, προλείανε το έδαφος για περισσότερες συσσωματώσεις και για το άνοιγμα του δρόμου προς την κατεύθυνση της οργάνωσης συνεδρίων.
Λόγω, ωστόσο, οξύτατων και αγεφύρωτων διαφωνιών μεταξύ των εκπροσώπων των συσσωματώσεών τους, στη συνέχεια, δεν μπόρεσαν οι Πόντιοι να προχωρήσουν στη συγκρότηση συνομοσπονδίας, που θα ένωνε όλες τις μετά την Πανελλήνια Ομοσπονδία Ποντιακών Σωματείων εμφανισθείσες ομοσπονδίες (Ομοσπονδία Ποντιακών Σωματείων Νότιας Ελλάδας, Ομοσπονδία Ποντιακών Συλλόγων Γερμανίας, Παμποντιακή Ομοσπονδία ΗΠΑ - Καναδά, Παμποντιακή Ομοσπονδία Αυστραλίας, Ομοσπονδία Ποντιακών Σωματείων Βόρειας Ελλάδας, ομοσπονδίες Ποντίων της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, αλλά και σύλλογοι και ενώσεις Ποντίων στην Κύπρο, στη Δυτική Ευρώπη και στην Αφρική).

Από το ομότιτλο βιβλίο 
του Πάνου Καϊσίδη

Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

Η γνώση της ιστορίας και οι Έλληνες πολιτικοί

Εκτός από ελάχιστες, μετρημένες στα δάχτυλα εξαιρέσεις, οι Έλ­ληνες πολιτικοί δεν ενδιαφέρονται καθόλου για την ιστορία. Δεν δια­βάζουν, δηλαδή, παρά μόνον εφημερίδες, για να οπλιστούν με επιχει­ρήματα οικονομικά και πολιτικά και να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τους συνομιλητές τους  στα τηλεοπτικά παράθυρα.

Και όμως, η ιστορία, που έχει το κακό να επαναλαμβάνεται, συνή­θως ως φάρσα, θα μπορούσε να τους διδάξει πολλά. Γιατί, αναδιφώντας κανείς στην ιστορία, μπορεί να εξηγήσει πολλά από τα σημερινά κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά φαινόμενα και να χαράξει την πορεία του για το μέλλον.
Όταν λέμε ιστορία, εννοούμε τη συστηματική μελέτη των γεγο­νότων του παρελθόντος και κυρίως της ανθρώπινης δραστηριότητας μέχρι τις μέρες μας.
Ο μελετητής της ιστορίας αντλεί τις πληροφορίες του από γραφτά μνημεία του παρελθόντος, σε αντίθεση με την προϊστορία που δεν έχει γραπτές πηγές. Ο ιστορικός βοηθάει τον σύγχρονο αναγνώστη να γνωρίσει τα γεγονότα της ανθρώπινης δραστηριότητας, αλλά και να σκεφτεί πάνω σε αυτά, γνωρίζοντας πλέον τις αιτίες που οδήγησαν στα ιστορικά γεγονότα.

Για τους εκπροσώπους όλων, σχεδόν, των προσφυγικών οργανώσε­ων δεν γίνεται, βέβαια, λόγος. Αυτοί είναι από άλλο ανέκδοτο!...

Τι είπε για τις τελευταίες στιγμές του Πόντου ο μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος.

Είναι επιτακτική και ιστορική ανάγκη να παρουσιάσουμε κατά λέξη τι είπε για τις τελευταίες στιγμές του Ελληνισμού του Πόντου και γενικότερα, ο μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος:
"Τη ενόχω συνεργία δύο μεγάλων χριστιανικών δυνάμεων της Δύσεως, της Γερμανίας και της Αυστρίας, κατά τα έτη 1914-1918 εσφάγησαν υπό των Νεοτούρκων ολόκληρο το έθνος το Αρμενικό και εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων βιαίως απεσπάσθησαν από των εστιών αυτών και απέθαναν εν Εξορία....
Tη ενόχω συνεργία των συμμάχων Χριστιανικών Δυνάμεων της δύσεως κατά τα έτη 1919-1922.
Το εθνικό κίνημα  των Τούρκων , του Μουσταφά Κεμάλ πασά συνεπλήρωσε το έργο των Νεοτούρκων"
Βλέπουμε , λοιπόν από τα ίδια τα λόγια του μητροπολίτη Χρύσανθου, που δεν είναι λόγια μόνο δικά του, αλλά και ολόκληρου του Ελληνισμού, με πόση πίκρα παρουσιάζει την πραγματικότητα της τότε εποχής, της πιο δραματικής, όχι μόνον για τους Έλληνες του Πόντου, αλλά και για ολόκληρο τον Ελληνισμό, στους τόσους αιώνες ζωής του στον χώρο της Μικράς Ασίας.
Οι Νεότουρκοι με το κίνημα τους το 1908 κατά του σουλτάνου, ήθελαν να παρουσιάσουν μια δημοκρατική διακυβέρνηση ανάμεσα στους Τούρκους και τις μειονότητες, αλλά στην πραγματικότητα, ήθελαν να τις αφομοιώσουν και ιδιαίτερα τους Έλληνες και τους Αρμένιους, οι οποίοι είχαν μεγάλη οικονομική και κοινωνική δύναμη στον χώρο.
Στον Βαλκανικό πόλεμο η Τουρκία μπορεί να χάνει σε έκταση, αλλά δεν παύει να προωθεί τα μεγάλα της σχέδια, εξοντώνοντας τους Αρμένιους σε τρεις φάσεις το 1908-1912 και στην τρίτη με την γενοκτονία του 1915. ταυτόχρονα αρχίζουν οι διωγμοί κατα των Ελλήνων της Μικρασίας και ιδιαίτερα των Ελλήνων του Πόντου.

Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

«Η συμμετοχή μου στους λαϊκούς αγώνες». Μερος 1ο

Ο Γρηγόρης Τσιλιγκαρίδης (1910-2001) ανήκει στην πρώτη γενιά των προσφύγων, των Ποντίων εκείνων που πέρασαν πολλά, πόνεσαν πολύ και που παρέμειναν, ωστόσο, όρθιοι, αγωνιζόμενοι, όχι μόνον για τη δική τους καλύτερη επιβίωση, αλλά και για την εξάλειψη της αδικίας και του πόνου, πρώτα από τους συμπατριώτες του και  στη συνέχεια, από όλον τον κόσμο. Μετά τη λήξη του εμφυλίου, βρέθηκε πολιτικός πρόσφυγας στην Τσεχοσλοβακία, απ' όπου γύρισε στην πατρίδα μετά την πτώση της χούντας .
Είναι χαρακτηριστικοί, επί του προκειμένου, οι στίχοι που τον αφιέρωσε, βγάζοντάς τους μέσα από τα κατάβαθα της ψυχής του, ο μικρότερος αδελφός του Θεόδωρος Τσιλιγκαρίδης, που ζει στο Μεταλλικό Κιλκίς:
Μια ζωή επάλαιψες
 τον κόσμο να αλλάξεις
 την αδικία την τρανή 
θέλησες για να θάψεις.
Παιδιά, γυναίκα και αδελφούς
 και τους γονείς σου ακόμα
χρόνους τριάντα άφησες
 ζούσες σε ξένη χώρα.
Για ιδανικά που πίστεψες
 γι’ αυτά που θυσιάσθης
 βόλια εδέχθης από εχθρούς
 βόλια και από φίλους
Τα των εχθρών τα άντεξες 
των φίλων σε πονέσαν 
το στόμα σου να κλείσουνε
 αυτό δεν το μπόρεσαν. 
Αιώνια η μνήμη σου, αδελφέ
εύχονται τα παιδιά σου
στο εύχονται τ' αδέλφια σου
και όλη η φαμελιά σου.

Η αυτοβιογραφία του Γρηγόρη Τσιλιγκαρίδη, με τίτλο «Η συμμετοχή μου στους λαϊκούς αγώνες», αρχίζει και συνεχίζεται έτσι: 
Προσπαθώ να θυμηθώ και να περιγράψω τις περιπέτειες και τη δράση του λαού μας και ιδίως τους αγώνες των Κίλκισιωτών και ακόμη ειδικότερα, των κατοίκων του Μεταλλικού.

Η γέννηση και η παιδική μου ζωή
Γεννήθηκα στο χωριό Βεζίνκιοϊ του Καρς, στον Καύκασο, στις 3 Γενάρη του 1910. Το χωριό μας απείχε δώδεκα χιλιόμετρα από το Καρς. Ήταν πλούσιο, με βασική απασχόληση των κατοίκων του τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Στην περιοχή του Καρς, οι οικογένειες ήταν μεγάλες, πατριαρχικές, είκοσι και τριάντα ατόμων. Τα παιδιά, ακόμη και τα παντρεμένα, ζούσαν μαζί με τους γονείς τους.
Θυμάμαι την περιουσιακή κατάσταση του παππού μου. Είχαμε 500 πρόβατα, εκατό αγελάδες με τα μοσχάρια τους, εφτά ζευγάρια βόδια, ένα ζευγάρι βουβάλια και δώδεκα άλογα.
Το σπίτι μας ήταν φτιαγμένο από πέτρα και αντί για σκεπή είχαν ριγμένο επάνω περίπου ένα μέτρο χώμα. Τα μαντριά ήταν χτισμένα πλάι στο σπίτι, ξεχωριστά για τα μεγάλα ζώα και τα πρόβατα. Πίσω βρισκόταν μια μεγάλη αχυρώνα. Ένας μεγάλος διάδρομος οδηγούσε στο σπίτι και στα μαντριά. Υπήρχε ένα μεγάλο δωμάτιο, εβδομήντα μέτρα μήκος και είκοσι μέτρα πλάτος. Τα κρεβάτια σε μια  γωνιά, κάθε ένας με τη γυναίκα και τα παιδιά του. Ο παππούς και η γιαγιά στο κέντρο του δωματίου. Οι Τούρκοι παραγιοί, που φρόντιζαν τα ζώα, κοιμούνταν στο μαντρί.

Στιγμές από τη ζωή μας εκεί
Το ντύσιμό μας, παρ’ όλα τα πλούτη, ήταν πρωτόγονο. Οι περισσότεροι φορούσαν τσαρούχια. Τα γιορτινά ήταν κάπως περιποιημένα, φτιαγμένα από δέρματα ζώων, τα ποστάλια.
Τα τρόφιμα, στην αποθήκη, ήταν άφθονα: βούτυρο, τυρί, κορκότα, πληγούρι, μακαρόνια, ευριστόν, όλα φτιαγμένα από τους ίδιους. Φαγητό έτρωγαν πρωινό και βραδινό. Το μεσημέρι δεν έστρωναν τραπέζι. Καθένας έτρωγε ό,τι εύρισκε στην αποθήκη: βούτυρο, αυγά, τυρί κ.τ.λ.
θυμάμαι το μεγάλο καζάνι, που έβραζε στο τζάκι η θεία μου και αργότερα η μάνα μου από τα χαράματα και μαγείρευε για 30 άτομα. Οι υπόλοιπες γυναίκες αναλάμβαναν τις άλλες δουλειές του σπιτιού: πλύσιμο των ρούχων, καθαριότητα κ. τ. λ.
Το χωριό μας, το Βεζίνκιοϊ, είχε μια μεγάλη εκκλησία και ένα μοναστήρι, του Προφήτη Ηλία, και ένα μικρότερο. Του Προφήτη Ηλία, κάθε 20 Ιουλη, γινόταν μεγάλο πανηγύρι. Σε κάποιο από τα πανηγύρια σκοτώθηκε, από παρεξήγηση, ένα εικοσάχρονο παλληκάρι, ο Χαριτωνίδης.
Ο κάμπος μας ήταν γεμάτος από μικρά υψώματα και είχε πολλά λουλούδια, κυρίως αμάραντα, που μοσχοβολούσαν.
Καλοκαίρι είχαμε μόνον τέσσερις μήνες. Τον χειμώνα, που κρατούσε πολλούς μήνες, το χιόνι έφτανε από ένα μέχρι πέντε μέτρα. Έκανε πολύ κρύο και όλοι φορούσαμε γούνες, φτιαγμένες από προβατίσιο δέρμα. Οι άνδρες έπιναν βότκα, για να ζεσταθούν και διασκέδαζαν στα σπίτια τους. Όποιος γύριζε από τον ρωσικό στρατό και έπαιρνε κανέναν βαθμό, τον θεωρούσαν έξυπνο άνθρωπο.
Τα γύρω χωριά ήταν αρμένικα και τούρκικα και oι συμμορίες τους έκλεβαν τους Έλληνες. Για να τους αντιμετωπίσουμε, ήμασταν πάντοτε οπλισμένοι. Ο τσάρος μας το επέτρεπε, γιατί τα χωριά μας ήταν παραμεθόρια.
Το 1914, όταν κηρύχτηκε ο α' παγκόσμιος πόλεμος, θυμάμαι μόνον τον θείο μου Κοσμά, που έκλαιγε, γιατί θα πήγαινε στρατιώτης.
Ο Γρηγόρης Τσιλιγκαρίδης με τη μητέρα του Δέσποινα

Τα  αδέλφια του πατέρα μου
Από τα παιδιά του παππού μου, τον Θεόδωρο, τον Κοσμά, τον Στάθη, τον Νικόλαο και τον Παναγιώτη, μόνον ο πατέρας μου, ο Παναγιώτης, είχε παιδιά. Όλοι οι άλλοι ήταν άτεκνοι. Ο Θεόδωρος τραυματίστηκε στο γερμανικό μέτωπο (στον α' παγκόσμιο πόλεμο, 1914-1918) και πέθανε ύστερα από τρία χρόνια στη Ρωσία, στο νοσοκομείο «Πετιόφσκι». Ο θείος μου, ο Στάθης, φοιτητής, πέθανε επάνω στο καράβι, στην καραντίνα, στον Άγιο Γεώργιο του Πειραιά.
Εμένα, ο παππούς μου ήθελε να μάθω γράμματα. Εφτά χρόνων πήγα στο σχολείο και έβγαλα την πρώτη δημοτικού. Το 1917 με πήγε ο παππούς μου στο Καρς και με μέσον του νομάρχη Χατζηπαναγιώτη, που ήταν θείος του, με έβαλε στο σχολείο Ρεγέλνι Ουσίλιτσα, όπως το έλεγαν. Τη σχολή αυτή την τέλειωσα όταν έγινα δώδεκα χρόνων. Πληρώναμε 250 ρούβλια το χρόνο, τα μισά προκαταβολή, δηλαδή δύο ζευγάρια βόδια μόνον για το σχολείο. Έπρεπε να έχουμε ειδική μαύρη στολή. Επιπλέον, είχαμε το φαγητό και άλλα έξοδα για τη συντήρησή μας. Από το χωριό μας παρουσιάστηκαν εξήντα παιδιά και πήραν μόνον τρεις: εμένα, τον Στυλιανό Σοφιανίδη και τον Γιάννη Χαραλαμπίδη.

Έκλεισαν τη σχολή κατά την επανάσταση των μενσεβίκων
Μετά από δύο μήνες από την εγγραφή μου στη σχολή (1917) έγινε η επανάσταση των μενσεβίκων (μειοψηφούντων στη ρωσική Βουλή, τη Δούμα). Τα παιδιά των ανώτερων τάξεων της σχολής Ρεγέλνι Ουσίλιτσα βγήκαν στους δρόμους και έκαναν διαδηλώσεις, άλλοι με τους μπολσεβίκους (πλειοψηφούντες) και άλλοι με τους μενσεβίκους, θυμάμαι ότι μια μέρα, στο προαύλιο του σχολείου, εμείς οι μικροί μαθητές χωριστήκαμε σε μπολσεβίκους και μενσεβίκους, για να παίξουμε. Εγώ, που ήμουν με την ομάδα των μπολσεβίκων, χωρίς να το θέλω, χτύπησα στο μάτι έναν από την ομάδα των μενσεβίκων. Μόλις το αντιλήφθηκε ο δάσκαλος, με έδειρε και με τιμώρησε να στέκομαι στην πόρτα μέχρις ότου τελειώσει το μάθημα. Εγώ επί μία ώρα έκλαιγα, γιατί φοβόμουν πως το ξύλο ήταν προειδοποίηση ότι θα υπέφερα σε όλη μου τη ζωή.

Ταραχές μεταξύ μπολσεβίκων και μενσεβίκων
Στο μεταξύ, οι ταραχές ανάμεσα στους μπολσεβίκους και του μενσεβίκους συνεχίζονταν και, τελικά, μέσα σε δέκα μέρες, τα χάσαμε όλα και από πλούσιοι γίναμε φτωχοί και πρόσφυγες. Ο Λένιν, που επικράτησε στη Ρωσία, παραχώρησε την περιοχή του Καρς στους Τούρκους, για να κάνει ειρήνη μαζί τους. Εμείς, σχεδόν τζάμπα, πουλούσαμε στους Τούρκους την περιουσία μας, αλλά εκείνοι δεν την αγόραζαν, όσο φθηνή κι αν ήταν. Τελικά φύγαμε και τα πήραν όλα, χωρίς να δώσουν δεκάρα.
Απ' όλα τα χωριά οι Έλληνες πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς για το εσωτερικό της Ρωσίας. Οι Αρμένιοι σφάζονταν με τους Τούρκους μέχρι που επικράτησαν και έκαναν αυτόνομη δημοκρατία της Αρμενίας, με πρωτεύουσα το Ερεβάν.
Εμείς, όπως φύγαμε από το Καρς με λιγοστά χρήματα στο χέρι, πήγαμε στην περιοχή της Τιφλίδας, σε μια κοντινή πόλη, το Ματζικέρτ, αλλά η σκέψη μας ήταν να πάμε στη Ρωσία, γιατί φοβόμασταν να μείνουμε στη Γεωργία, που συνόρευε με την Τουρκία. Η Γεωργία, πατρίδα του Στάλιν, έγινε αυτόνομη δημοκρατία, με πρωτεύουσα την Τιφλίδα. Ύστερα από ένα εξάμηνο, νοικιάσαμε κάρα και φορτώσαμε επάνω τα λιγοστά μας πράγματα και τα μικρά παιδιά. Οι μεγαλύτεροι ακολουθούσαμε πεζοί. Έτσι περάσαμε με ταλαιπωρίες το όρος Αραράτ και φτάσαμε στο Βλαντικαυκάς. Όμως, και εκεί είχε ανάψει ο εμφύλιος πόλεμος και τη μισή πόλη κατείχαν οι μπολσεβίκοι και την άλλη μισή οι τσαρικοί. Εμείς οι Έλληνες πρόσφυγες κοιμόμασταν στα υπόστεγα του σιδηροδρομικού σταθμού.
Το χωριό Βενζίκιοϊ του Καρς πατρίδα του Γρηγόρη Τσιλιγκαρίδη και άλλων Μεταλλικιωτών

Αλλαγή του τόπου διαμονής μας
Τελικά, φύγαμε και από το Βλαντικαυκάς και οι μεγάλοι, δηλαδή οι ηλικιωμένοι, που είχαν την πονηριά και πίστευαν στον τσάρο, μας οδήγησαν στο Κουμπάν, όπου επικρατούσαν οι τσαρικοί Κοζάκοι. Σε αυτούς ήθελαν να μας πάνε και πήγαμε, χωρίς να μας ενοχλήσει κανείς. Όλοι οι χωριανοί μας έμειναν στο Κουμπάν, ο παππούς μου, όμως, επειδή το 1912 έκανε στην πόλη Σταυροπόλ, μας οδήγησε όλο το σόι -περίπου δεκαπέντε οικογένειες - σε ένα ελληνικό χωριό, όπου είχε συγγενείς, στο Τούποβα Πόλκα. Το χωριό αυτό δεν είχε νερό, γιαυτό μάζευαν βροχόνερο για να πιουν ή έβγαζαν νερό από πηγάδια και το στράγγιζαν, για να φύγουν τα σκουλήκια και να το πιουν ή να μαγειρέψουν.
Για διαμονή, μας παραχώρησαν οι συγγενείς το μαντρί τους, στο οποίο μείναμε μερικές μέρες, αφού το καθαρίσαμε. Επειδή, όμως, οι συνθήκες ήταν άθλιες και υπήρχε κίνδυνος να αρρωστήσουμε και να πεθάνουμε, ο πατέρας μου, ο Παναγιώτης, που ήταν μέσα στο σόι μας ο πιο αποφασιστικός και έξυπνος, πήγε στους μπολσεβίκους που εξουσίαζαν στην περιοχή. Η τοπική αυτοδιοίκηση μας παραχώρησε κάρα, στα οποία φορτώσαμε τα υπάρχοντά μας οι δεκαεφτά οικογένειες και πήγαμε στο χωριό Αλεξίεβα, σε ένα τσιφλίκι. Εκεί μας έδωσαν σπίτια και μείναμε περίπου έναν χρόνο. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού ήταν Κοζάκοι και εμείς τους αγαπούσαμε, γιατί δεν θέλαμε τους μπολσεβίκους. Οι Κοζάκοι μας βοηθούσαν και από φιλανθρωπία, αλλά και από τον φόβο της αυτοδιοίκησης των μπολσεβίκων, που επικρατούσαν εκεί. Όλοι οι άντρες δούλευαν στα χωράφια ή έκαναν μαύρη αγορά ή άλλες δουλειές, όπως χτίστες κ.τ.λ.

Νέα μετεγκατάσταση - Καλίνκα
Κάποτε χτύπησαν οι κοζάκοι τους μπολσεβίκους και επικράτησαν στην περιοχή αυτή. Τότε, μας έδιωξαν και μας έστειλαν σ' ένα διπλανό χωριό, φτωχό, που λεγόταν Καλίνκα. Ο εμφύλιος πόλεμος συνεχιζόταν και άλλοτε επικρατούσαν οι κοζάκοι άλλοτε οι μπολσεβίκοι. Εμείς πια δεν ξέραμε με ποιανού το μέρος να πάμε. Βάζαμε σκοπό στις πόρτες και όταν μας ρωτούσαν «Ποιοι κάθονται εδώ;», τους απαντούσαμε «Έλληνες πρόσφυγες» (πεζένσκι Γκρέκι). Οι μπολσεβίκοι δεν μας πείραζαν, γιατί ήμασταν φτωχοί, ούτε, όμως, και οι κοζάκοι, γιατί ήξεραν ότι εμείς οι Έλληνες αγαπούσαμε τον τσάρο.
Επικράτηση των μπολσεβίκων στον Καύκασο
Το 1921 επικράτησαν στο Σταυροπόλ οι μπολσεβίκοι και όλα τα τσιφλίκια, που ήταν απέραντα, έμειναν άδεια και πέρασαν στην τοπική αυτοδιοίκηση. Μια μέρα, θυμάμαι, κάλεσαν τον παππού μου στην κοινότητα. Επειδή πήγε  προσκυνητής στα Ιεροσόλυμα, τον έλεγαν Χατζή και  0 λόγος του περνούσε. Αυτό το γνώριζαν και οι αρχές του τόπου και του πρότειναν να παραχωρήσουν στους Έλληνες πρόσφυγες χωράφια από το εγκαταλειμμένο τσιφλίκι, ζώα και γεωργικά εργαλεία. Να δημιουργήσουν μικρό χωριό και να ζήσουν. Ο παππούς μου, όμως, είχε τις επιφυλάξεις του και γύρισε πίσω ανήσυχος και στενοχωρημένος. Συγκέντρωσε αμέσως τα αδέλφια του και τα παιδιά του και τους ενημέρωσε για την πρόταση των μπολσεβίκων. «Ακούστε», είπε, «αυτοί θέλουν να μας δώσουν το τσιφλίκι, για να μας κάνουν μπολσεβίκους. Πρέπει να φύγουμε από εδώ. Πουλήστε ό,τι έχουμε». Είπε στον πατέρα μου να νοικιάσει βαγόνια και να φύγουμε για το Κουμπάν, κοντά στους άλλους χωριανούς μας, για να γλιτώσουμε από τους μπολσεβίκους. Σε τρεις μέρες βρεθήκαμε στο Κουμπάν, κοντά στους χωριανούς μας και στους αγαπημένους τσαρικούς κοζάκους.
Βατούμ
Από εκεί φεύγουμε για το Βατούμ
Όμως, εκεί βρήκαμε άλλη κατάσταση. Οι αντιπρόσωποι του Βενιζέλου έκαναν τη δουλειά τους. Μοίρασαν σε κάθε άτομο δέκα οκάδες αλεύρι και 25 ρούβλια. Μας έλεγαν ότι, αν πάμε στην Ελλάδα, θα μας βοηθήσουν ο βασιλιάς και ο Βενιζέλος. Εμείς θέλαμε να πάμε στο Βατούμ, όμως εκείνος που διαχειριζόταν τα λεφτά, τα καταχράστηκε και δυσκόλευε την απόφασή μας. Μετά από πολλά, έγινε συνεδρίαση, υπογράψαμε όλοι, πήραμε δέκα βαγόνια από το Κρασνοντάρ (Αικατερινοντάρ), που μας παραχώρησαν οι μπολσεβίκοι, και περάσαμε τα ρωσικά σύνορα. Φτάσαμε στο Βατούμ. Εκεί βρήκαμε χιλιάδες Έλληνες, που αποφάσισαν να πάνε στην Ελλάδα, παρασυρμένοι από τους πράκτορες του Βενιζέλου. Αυτοί παρουσίαζαν την Ελλάδα ως παράδεισο και γη της επαγγελίας. Ήμασταν κάτοικοι 17 χωριών και συγκροτήσαμε δεκαεφταμελή επιτροπή. Μάζεψαν χρήματα για τα εισιτήρια και μας ανέβασαν σε ένα μεγάλο βαπόρι με τέσσερα πατώματα, πέντε χιλιάδες άτομα. Τα μέλη της επιτροπής ταξίδεψαν δωρεάν.Το βαπόρι, γεμάτο, ξεκίνησε με τη συνοδεία δύο ρωσικών πολεμικών. Ο κόσμος κατάγγειλε τους πράκτορες - τη δεκαεφταμελή επιτροπή - που τους πήραν τα λεφτά και η αστυνομία τους συνέλαβε για ανάκριση. Μετά από δύο ημέρες, τους έστειλαν με άλλο βαπόρι και μας συνάντησαν πλέον στον Πειραιά.
Πριν έλθουμε στην Ελλάδα, στην Κωνσταντινούπολη, κάποια ελληνική επιτροπή μας μοίρασε ψωμί και ελιές. Πριν φτάσουμε στον Πειραιά, μας χτύπησε η χολέρα και πέθαναν δεκάδες παιδιά και ηλικιωμένοι. Τους τύλιγαν σε κουρέλια και τους πετούσαν στη θάλασσα, για να τους φάνε τα σκυλόψαρα.

Άφιξη στον Πειραιά και στον Άγιο Γεώργιο Χαλκίδας
Μετά από κουραστικό ταξίδι, στα τέλη Μαη 1921, φτάσαμε, επιτέλους, στον προορισμό μας. Αμέσως μάς έβαλαν στον κλίβανο και μας κούρεψαν σύρριζα όλους, γυναίκες, άντρες και παιδιά. Όμως, η χολέρα συνέχιζε το καταστροφικό της έργο και κάθε πρωί πέθαιναν δεκαπέντε έως και 20 άνθρωποι, που τους κατέβαζαν στη στεριά και τους έκαιγαν.
Τελικά, μας επιβίβασαν σε τρία παλιοκάραβα, για να μας πάνε στη Χαλκίδα. Μετά από πολλές ταλαιπωρίες, πείνα, θανάτους κ. τ. λ., φτάσαμε στον Άγιο Γεώργιο της Χαλκίδας. Εκεί μας παραχώρησαν από ένα αντίσκηνο για κάθε οικογένεια. Στα αντίσκηνα ζήσαμε περίπου δύο χρόνια, χωρίς καμιά βοήθεια από το κράτος. Τα αγόρια και τα κορίτσια, οι πλούσιοι της Χαλκίδας τα πήραν στα σπίτια τους ως ψυχοπαίδια. Οι άντρες και οι γυναίκες δούλευαν στα χωράφια, στα εργοστάσια και όπου αλλού έβρισκαν δουλειά. Μερικά παιδιά έφτιαξαν κασελάκια και έκαναν τον λούστρο. Αντί για μια δραχμή το γυάλισμα των παπουτσιών, έπαιρναν πενήντα λεπτά, ακόμη και τριάντα. Κάποτε, ένας κύριος μου είπε ότι αν βάψω τα μούτρα μου με τη βούρτσα, θα μου δώσει μια δραχμή. Το έκανα, πήρα τη δραχμή και πήρα καραμέλες για τα αδέλφια μου. Αρκετοί άντρες και μερικές γυναίκες έκαναν χαμάλικες δουλειές και ό,τι έβρισκαν.


Γρηγόρης Τσιλιγκαρίδης

Μαης 2009



«Η συμμετοχή μου στους λαϊκούς αγώνες». Μέρος 2ο

Δρόμος στη Σμύρνη

Έρχονται οι πρόσφυγες της Σμύρνης
Όταν έγινε η καταστροφή της Σμύρνης και ήρθαν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες, η Χαλκίδα γέμισε Μικρασιάτες, που ήταν φανατικοί βενιζελικοί. Εμείς, παρόλο που ήμασταν αντίθετοι με τον κομμουνισμό, νοσταλγούσαμε τη ζωή μας στη Ρωσία και, αν ήταν δυνατόν, επιθυμούσαμε να γυρίσουμε πίσω.
Το 1924 επικράτησε η δημοκρατία στην Ελλάδα και το ΚΚΕ στη Χαλκίδα είχε οργανωμένους οπαδούς σε ομίλους. Άνοιξε γραφεία και κρέμασε τη ρωσική σημαία με το σφυροδρέπανο. Εμείς, τα παιδιά 14 και 15 χρόνων, τη βλέπαμε και χαιρόμασταν. Οι κομμουνιστές ήταν λίγοι, αλλά δραστήριοι. Έπιαναν συζήτηση στα καφενεία και προπαγάνδιζαν για την Οκτωβριανή Επανάσταση.
Θυμάμαι μερικά ονόματα μελών της οργάνωσης, όπως τον Πικραμένο, τον Μαράκη, τον Χαΐνογλου. Τελικά, και ο πατέρας μου μπήκε στο κόμμα και πολλοί νέοι και μαθητές.
Κάποια μέρα με πήρε και μένα ο πατέρας μου και πήγαμε στα γραφεία,όπου συγκεντρώθηκε πολύς κόσμος, περισσότεροι όμως μαθητές. Εκεί γίνονταν ομιλίες από καθοδηγητές, που έρχονταν από την Αθήνα.

Καθημερινή ανάγνωση του «Ριζοσπάστη»
Ο πατέρας μου, μου έλεγε να παίρνω κάθε μέρα τον «Ριζοσπάστη», να τον διαβάζω και στη συνέχεια να τον δίνω και σε άλλους να τον διαβάσουν.
Την Πρωτομαγιά του 1924 θα γινόταν η πρώτη συγκέντρωση των κομμουνιστών στα γραφεία, μπροστά από την εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας Χαλκίδας. Ο πατέρας μου, μου είπε να μαζέψω όλους τους λούστρους και να πάμε στη συγκέντρωση. Μαζεύτηκαν καμιά εικοσαριά. Στα πακέτα των τσιγάρων του Παπαστράτου υπήρχε κόκκινο χαρτί. Το κόψαμε και το καρφιτσώσαμε στο πέτο μας. Ανεβήκαμε πάνω στα κασελάκια μας και φωνάζαμε «Ζήτω» και χτυπούσαμε παλαμάκια. Τη συγκέντρωση την άνοιξε ο Πικραμένος, που ήταν γραμματέας του πυρήνα και μίλησε ένας από την αχτιδική της Λήμνου.

Αναχώρηση το 1925 για το Κιλκίς
Το 1925 φύγαμε από τη Χαλκίδα για το Κιλκίς και πιο συγκεκριμένα για το χωριό Μεταλλικό. Εκεί βρήκαμε τους περισσότερους συγχωριανούς μας. Εγώ ξέχασα τον όμιλο και μαζί με τους άλλους νεολαίους, τριγυρνούσαμε με τα κορίτσια στα σοκάκια. Το Πάσχα τριγυρίζαμε στα σπίτια και λέγαμε το «Χριστός Ανέστη» και όπου είχαμε το θάρρος, λέγαμε «Λένιν Ανέστη». Τρέλες νεανικές.
Στο μεταξύ, ο αντιστράτηγος Θεόδωρος Πάγκαλος κήρυξε δικτατορία (σ. σ. τον Ιούνη του 1925) και τους λίγους κομμουνιστές, που υπήρχαν στο νομό Κιλκίς, τους έστειλε εξορία. Θυμάμαι ότι έστειλαν εξορία κάποιον Ηλία Ηλιάδη από το Χέρσο, που δούλευε στις Σέρρες ως ελαιοχρωματιστής και ήταν οργανωμένος στο συνδικάτο.
Εμείς οι Καυκάσιοι ψηφίζαμε το Κόμμα Φιλελευθέρων, τον υποψήφιο Ευθυμιάδη (σ. σ. Δημήτριος Ευθυμιάδης, 1880-1968, πολιτικός μηχανικός από το χωριό Αζάτ του Καρς, φιλοκομμουνιστής), και οι Πόντιοι τον υποψήφιο Σωτηριάδη (σ. σ. Επαμεινώνδας Σωτηριάδης, 1891-1974, δικηγόρος, από την Αργυρούπολη, αντικομμουνιστής). Στις εκλογές, μετά την πτώση της δικτατορίας του Πάγκαλου, κέρδισε ο Καφαντάρης (σ. σ. Ο Πάγκαλος έπεσε τον Αύγουστο του 1926 από τον Γεώργιο Κονδύλη, που ηγήθηκε στρατιωτικού κινήματος και διετέλεσε πρωθυπουργός και αντιβασιλέας). Σαν αριστερός φαινόταν κάποιος Σπορίδης, υπάλληλος του Εποικισμού (σ. σ. Άγγελος Σπορίδης, από τον Διπόταμο Κιλκίς, λογιστής, πέθανε στη δεκαετία του 1970).
Το 1926 έγιναν εκλογές και έρχεται ως υποψήφιος βουλευτής του ΚΚΕ κάποιος Καμένος, που συγκέντρωσε στον κινηματογράφο εκατό άτομα. Από το χωριό μας πήγαν πέντε - έξι όλοι κι όλοι.
Γρηγόρης Τσιλιγκαρίδης (όρθιος) και Σάββας Λαπουρίδης στη φυλακή,
 κατά τη δεκαετία του 1930.

Εκδηλώνονται οι αριστεροί του Μεταλλικού
Από το 1927 ήδη, μερικοί χωριανοί μας Μεταλλικιώτες άρχισαν να εκδηλώνονται ως αριστεροί. Μερικοί δάσκαλοι, που τα ονόματά τους θα αναφέρω παρακάτω, ήταν αριστεροί, αλλά δεν ήξεραν πώς να οργανωθούν. Έρχεται για επίσκεψη στο χωριό μας ο Κώστας Ηλιάδης, με το ψευδώνυμο Ευτυχίδης, μέλος του πολιτικού γραφείου του ΚΚΕ, που ήρθε για αυτή τη δουλειά από τη Σοβιετική Ένωση, για να βοηθήσει το ΚΚΕ. Κάνει παρέα με τους δεξιούς, παρουσιάζεται σε όλους ως πρόσφυγας και λέει ότι πουλάει φρούτα στη Θεσσαλονίκη. Τελικά, κατάφερε να μιλήσει με τους αριστερούς και να τους εξηγήσει τη δομή (στρουκτούρα) της οργάνωσης.
Όταν έφυγε αυτός, βλέπω μια βραδιά μαζεμένους στο σπίτι μας, πέντε ανθρώπους· τον Στυλιανό Αλμετίδη, τον Κωνσταντίνο Σοφιανίδη, τον Θεόφιλο Ελευθεριάδη, τον Παναγιώτη Τσιλιγκα-ρίδη και τον Α. Λαπουρίδη. Κρυφάκουγα, μπαινοβγαίνοντας. Έλεγαν κάτι κομμουνιστικά. Αυτοί οργάνωσαν τον πρώτο πυρήνα στο Μεταλλικό. Από εδώ θα ξεκινήσουν οι οργανώσεις του ΚΚΕ και θα εξαπλωθούν σε όλο το Κιλκίς. Την καθοδήγηση, για πολλά χρόνια, είχε το Μεταλλικό.

Οι πρώτοι κομματικοί πυρήνες στο Κιλκίς
Από τον Ιούλη του 1927 και μετά, το Κιλκίς απόκτησε πυρήνες του ΚΚΕ στα εξής χωριά, με πρωτοβουλία των παρακάτω συντρόφων: στο Μεταλλικό του Σάββα Α. Λαπουρίδη, στη Μεταμόρφωση του Γιώργου Σιδηρόπουλου, στη Μεγάλη Στέρνα του δάσκαλου Κλήμη Μουρατίδη από τη Μεταμόρφωση, στη Μελάβσα (Ηλιόλουστο) του Ξένου από το Αβράτ Ισάρ (Παλιό Γυναικόκαστρο), με τη βοήθεια του δάσκαλου Κανονίδη, στο Μεσιανό του δάσκαλου Μύρωνα Παπαδόπουλου, στο Μαυρονέρι του X. Ιωαννίδη, στο Γερακαριό του λογιστή Κυριάκου Φραγκοζίδη και του Κ. Σερταρίδη, στην Κορομηλιά του Παύλου Κοτανίδη, στα Αμάραντα του Ιάκωβου Γιακουσίδη.
Αυτή ήταν η πρώτη οργάνωση, από το 1927 μέχρι το 1948. Οργανώθηκε ο πυρήνας των δασκάλων, με πρωτοβουλία του Θεόφιλου Νικολαΐδη και τη συμμετοχή του Μ. Παπαδόπουλου, του X. Ιωαννίδη, του Κανονίδη και μια σειρά συμπαθούντων δασκάλων. Όλοι οι παραπάνω δάσκαλοι ήρθαν από τη Ρωσία και για έξι μήνες, το 1928, μετεκπαιδεύτηκαν στο συνέδριο των δασκάλων στο Κιλκίς. Κατέβηκαν με αριστερό ψηφοδέλτιο και κέρδισαν τη διοίκηση του Συλλόγου Δασκάλων Νομού Κιλκίς. Η Ασφάλεια και τα κόμματα ταράχθηκαν από τη νίκη των αριστερών και μέσα σε ένα χρόνο εκτόπισαν τους δάσκαλους στη Λάρισα και την Κατερίνη. Εκείνοι, όμως, συνέχισαν την κομματική τους δουλειά στις επαρχίες όπου τους έστειλαν.
Πόντιοι Κιλκισιώτες στις φυλακές κατα την διάρκεια του 1930.
 Στην ακρη δεξιά καθιστός ο Γρηγόρης Τσιλιγκαρίδης και δίπλα του ο Κώστας Γαβριηλιδης (με τα μπαστούνια).

Οι αγώνες των κατοίκων του Μεταλλικού
Ποια ήταν τα αίτια και από βασιλόφρονες δημοκρατικοί οι Μεταλλικιώτες γίναμε όλοι κομμουνιστές και μάλιστα οργανωτές του Κομμουνιστικού Κόμματος στο Κιλκίς; Να η απάντηση.
Όταν το 1922 ήρθαμε στην Ελλάδα, όπως όλοι οι Καυκάσιοι έτσι και εμείς ήμασταν φανατικοί ενάντια στον κομμουνισμό, γιατί προερχόμασταν από το στρώμα των πλουσίων χωρικών. Παρόλο που ήμασταν πρόσφυγες, ξυπόλυτοι, πεινασμένοι, πιστεύαμε στην προπαγάνδα της αντίδρασης ότι οι κομμουνιστές θα μας χαλούσαν τη θρησκεία και την οικογένεια, ότι θα τρώγαμε όλοι υποχρεωτικά από ένα καζάνι, ότι θα κοιμόμασταν όλη μαζί η οικογένεια κάτω από ένα πάπλωμα, ότι θα μας πάρουν την περιουσία, δηλαδή των πλουσίων.
Εμείς, όμως, από πλούσιοι αγρότες, μείναμε μόνον με τα δυο μας χέρια, γυμνοί και ξυπόλυτοι. Πουλούσαμε τη δύναμη μας πολύ φθηνότερα από ό,τι οι ντόπιοι. Αγόρια, κορίτσια πάνω από δέκα χρόνων, έγιναν λούστροι, πήγαν υπηρέτριες. Έτσι ζήσαμε στη Χαλκίδα δύο χρόνια.

Τα τσιφλίκια της «Γερμανέσσας» Χατζηλαζάρου
Φύγαμε από τη Χαλκίδα και ήρθαμε εγκατασταθήκαμε στο Γιάνιτς, το σημερινό Μεταλλικό, που ήταν τσιφλίκι του Χατζηλαζάρου, κουμπάρου του βασιλιά Κωνσταντίνου. Η γυναίκα του Χατζηλαζάρου ήταν Γερμανίδα (Γερμανέσσα τη λέγαμε) και είχε πάρει τρία τσιφλίκια στο Μεταλλικό 20.000 στρέμματα και στις Σέρρες άλλα τόσα στρέμματα. Για τσάϊρι (βοσκότοπο) τους έδωσαν 90 στρέμματα στο Χωρύγι, να έχουν χόρτο για τα ζώα τους. Μόλις πατήσαμε στα σύνορα της, παρόλο που η τότε κυβέρνηση του Παπαναστασίου απαλλοτρίωσε ένα μέρος από το τσιφλίκι, η Χατζηλαζάρου — ο άνδρας της ήταν παράλυτος - με τη δύναμη της έφερε τους χωροφύλακες, οι οποίοι με τον βούρδουλα μας πέταξαν στο σύνορο του Κιλκίς. Οι χωριανοί μας τρυπούσαν τη νύχτα το χώμα και έμπαιναν μέσα στο τσιφλίκι.
Ύστερα από σκληρούς αγώνες, απαλλοτρίωσαν ένα μέρος από το τσιφλίκι. Ήταν τα πιο άγονα χωράφια, στις τοποθεσίες Γιοτζά Χεράν και Σερσεμλί. Τα χωράφια γύρω από το χωριό μας τα κράτησαν δικά τους. Το σημερινό τσιφλίκι Τριγώνι, όλο ήταν δικό τους.
Εμείς, όσο καλά και αν τα οργώναμε και γενικά καλλιεργούσαμε τα άγονα χωράφια που μας έδωσαν, δεν μπορούσαμε να εξασφαλίσουμε το ψωμί μας. Λίγες οικογένειες είχαν ψωμί μέχρι τη νέα σοδειά.
Από τον Μάρτη τρέχαμε στου Τσουκαλά, στο Κιλκίς, και αγοράζαμε βερεσέ. Βέβαια, μας τα χρέωναν όσο ήθελαν. Νοίκιαζαν κάρα και από τον Γαλλικό ποταμό κουβαλούσαν άμμο, που την ανακάτευαν με το σιτάρι και το πουλούσαν.  Έγραφαν όσο ήθελαν, χωρίς κανείς ποτέ να τολμήσει να τους ελέγξει από τον φόβο ότι δεν θα του έδιναν άλλο βερεσέ. Από τέτοιους παίρναμε και το λάδι, τις ελιές και ό,τι άλλο χρειαζόμασταν, όλα κατώτερης ποιότητας και ακριβά, γιατί τα παίρναμε βερεσέ. Πληρώναμε στα αλώνια ή στα καπνά.

Η αδικία μας έσφιγγε από παντού
Στο χωριό μας, εκτός που είχε λίγα χωράφια και άχρηστη βοσκή, έβαλαν και τον Τάκο Κεφάλα, που έγινε εκατό χρόνων και ακόμη τη γκλίτσα την κρατάει. Τα πρόβατα του, όμως, τα έχασε και σήμερα δεν έχει παραπάνω από 100. Είχαν δώσει στον Κεφάλα το δικαίωμα να έχει στο σύνορο μας 300 πρόβατα, αλλά αυτός είχε πάνω από χίλια. Έπαιρνε τσοπάνους με τα πρόβατα τους τα ανίψια του και άλλους να φυλάνε τα δικά του δωρεάν. Αντί για 300 μάζεψε στο χωριό μας πάνω από 3.000 πρόβατα που βοσκούσαν στα χωράφια μας. Του κάναμε μηνύσεις, πηγαίναμε στο δικαστήριο και τον αθώωναν ή του έβαζαν ένα ποσό να μας αποζημιώσει. Χρόνια πολεμούσαμε να αποδείξουμε πως έχει παραπάνω από 300 πρόβατα, αλλά δεν τα καταφέραμε. Δικαστήρια, νομαρχία, κοινότητα, όλους τους είχε αγορασμένους.
Η αδικία μας έσφιγγε από παντού. Η Χατζηλαζάρου χωράφια δεν μας έδινε, ο Βλάχος μας έκανε ζημιές, οργάνωση δεν υπήρχε. Είχαμε πάρεδρο τον Κυριάκο Σαμουηλίδη, έναν μπεκρή, που συνεχώς δανειζόταν λεφτά από τον Βλάχο. Δανεικά και αγύριστα. Έκανε, όμως, τα θελήματα του Βλάχου.
Βεβαίωνε και αυτός όλες τις ψευτιές του Βλάχου σε βάρος των χωρικών. Με διάφορα κόλπα κρατούσε το χωριό στα χέρια του, γιατί τον θεωρούσαμε άξιο. Πάντα έπαιρνε την πλειοψηφία και έβγαινε πάρεδρος (μουχτάρτς) του χωριού.

Μετά τη δικτατορία του Πάγκαλου
Μετά την πτώση της δικτατορίας του Θεόδωρου Πάγκαλου, άρχισαν μερικοί να γίνονται αριστεροί. Ανάμεσα τους και ο πατέρας μου, που το 1924 έγινε μέλος του κόμματος στη Χαλκίδα και γνώριζε από οργάνωση. Βοήθησε και ο Κώστας Ηλιάδης Ευτυχίδης, χωριανός
μας κι αυτός και μέλος του πολιτικού γραφείου της κεντρικής επιτροπής του κόμματος.
Τον Ιούνιο του 1927 οργανώνεται ο πυρήνας του κόμματος, ο πρώτος στην περιφέρεια μας, και ο πυρήνας της νεολαίας. Η πρώτη συνεδρίαση του κόμματος και της νεολαίας έγινε στο σπίτι μας. Στο σπίτι μας έγινε και η πρώτη συνδιάσκεψη της νεολαίας. Έγινε στο δωμάτιο, που το χρησιμοποιούσα εγώ ως υπνοδωμάτιο.

Οι πρώτες αποφάσεις του πυρήνα
 Αφού συγκροτήθηκαν οι οργανώσεις του κόμματος και της νεολαίας, έπρεπε να σκεφτούμε για τα ζητήματα του χωριού μας, που ήταν:
1) Διώξιμο του τσαρλατάνου παρέδρου.
2) Πάλη για την απαλλοτρίωση του τσιφλικιού.
3)Διώξιμο του Κεφάλα από το Χωρύγι, μείωση των προβάτων του από 3.000 σε 300, όπως όριζε το συμβόλαιο ενοικίασης.

Μπήκαμε δυναμικά στο τσιφλίκι και το σπείραμε. Ο πυρήνας του κόμματος και της νεολαίας, που τον αποτελούσαμε όλο κι όλο δεκαπέντε άτομα, παίρνουμε απόφαση και καλούμε τους συχωριανούς μας να σπείρουμε αυθαίρετα τα χωράφια της τσιφλικούς της Χατζηλαζάρου.
Πέφτουμε, σύσσωμο όλο το χωριό, στο τσιφλίκι της Χατζηλαζάρου, στον κάμπο, που τα χωράφια ήταν νιάματα (έτοιμα για σπορά) και τα σπέρνουμε. Ήταν μια νύχτα του 1928, φθινόπωρο, καιρό της σποράς. Όλη νύχτα σπέρναμε, καθένας για τον εαυτό του. Μέχρι να ξημερώσει, το τσιφλίκι σπάρθηκε.
Ξημερώματα, η Χατζηλαζάρου ειδοποίησε την αστυνομία, που είχε έδρα στο Χέρσο (Χέρσοβο τότε), αλλά μέχρι να έρθουν οι χωροφύλακες, εμείς είχαμε τελειώσει τη σπορά του κάμπου. Έπιασαν δεκαπέντε άτομα και τους πήγαν στο τμήμα, όπου έφαγαν το πρώτο ξύλο από τους χωροφύλακες.
Τα χωράφια που σπείραμε, τα θερίσαμε κιόλας και αναγκάσαμε έτσι το κράτος να τα απαλλοτριώσει και στη διανομή που έγινε το 1931, πήραμε από 42 στρέμματα κλήρο.
Ήταν η πρώτη μεγάλη επιτυχία του κόμματος μας στο Μεταλλικό.


Κιλκίς πριν τον Β'  Παγκόσμιο Πόλεμο
Η αχτιδική επιτροπή της νεολαίας
Στην αχτιδική επιτροπή Κιλκίς της νεολαίας εκλεγήκαμε: Γρηγόρης Τσιλιγκαρίδης γραμματέας. Νικόλαος Αποστολίδης. Γεώργιος Λαμψίδης από τους μαθητές του γυμνασίου, Γεώργιος Παπαδόπουλος από το Μεσιανό και Σάββας Ιωαννίδης από το Μαυρονέρι.
Αυτή ήταν η σύνθεση της πρώτης αχτιδικής επιτροπής Κιλκίς, που ανέλαβε όλο το βάρος της περιφέρειας να οργανώσει κόμμα και νεολαία και να αγωνιστεί για τα ζητήματα των αγροτών της περιφέρειάς μας.

Πρωτοπόροι στο Μεταλλικό
Πρωτοπόροι οι κάτοικοι του Μεταλλικού στους αγώνες για τη λύση των προβλημάτων του χωριού, αλλά και ολόκληρης της περιφέρειας, κατορθώνουν το 1929 να πάρουν τη διοίκηση της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών Κιλκίς. Πρόεδρος ο αγαπητός μας δάσκαλος Μύρων Παπαδόπουλος. Ταμίας εκλέχθηκε ο Σάββας Λαπουρίδης.
Κάναμε και το πρώτο συλλαλητήριο στο Κιλκίς για οικονομικά ζητήματα της περιφέρειας μας.
Πήραμε και τη διοίκηση του συλλόγου των δασκάλων. Το κόμμα μας με τη μαζική πάλη που έκανε, είχαμε οργανώσεις μέχρι το 1936 σε 33 χωριά πυρήνες του κόμματος και σε 35 χωριά πυρήνες της νεολαίας. Στο γυμνάσιο, από τη β’ τάξη και πάνω. είχαμε πυρήνες με καθοδηγητές από μέρους της αχτιδικής επιτροπής τους αξέχαστους Νίκο Αποστολίδη και Γιώργο Λαμψίδη και αργότερα τον Παύλο Κεσίδη, υπεύθυνο του γυμνασίου.

Η δουλειά μας στους συνεταιρισμούς
Το 1928 πήραμε πολλές διοικήσεις των συνεταιρισμών και βγάλαμε αντιπροσώπους για την Ένωση. Κερδίζουμε τους αντιπάλους. Πρόεδρος της Ένωσης εκλέχθηκε ο δάσκαλος Μύρων Παπαδόπουλος και ταμίας ο σ. Σάββας Λαπουρίδης.
Σε συνεργασία με το Αγροτικό Κόμμα και τον αξέχαστο μας Κώστα Γαβριηλίδη, κάνει η Ένωση το πρώτο συλλαλητήριο των αγροτών στο Κιλκίς. Τώρα το κόμμα στο Κιλκίς έχει βγάλει την καθοδήγηση της αχτιδικής επιτροπής, με γραμματέα τον I. Ααπουρίδη, με τον οποίο είμαστε συνδεμένοι με την Π. Επιτροπή Θεσσαλονίκης.
Το ίδιο διάστημα, σε όλα τα παραπάνω χωριά οργανώνονται και πυρήνες της νεολαίας, με γραμματέα της αχτιδικής επιτροπής τον Γρηγόρη Τσιλιγκαρίδη (τον γράφοντα).
Το 1928 έρχεται ο Βενιζέλος και κάνει τις εκλογές με πλειοψηφικό. Υπόσχεται να κάνει αγνώριστη την Ελλάδα. Οι εκλογές γίνονται με το πλειοψηφικό σύστημα. Το κόμμα μας βάζει υποψήφιο στο ψηφοδέλτιο Θεσσαλονίκης τον  Γεώργιο Σιδηρόπουλο. Πήραμε 370 ψήφους. Όλα τα κόμματα σβήνουν.
Ο Βενιζέλος βγαίνει παμψηφεί. Υποσχέθηκε να κάνει αγνώριστη την Ελλάδα, αλλά δεν μπόρεσε να κάνει τίποτε.
Ξέσπασε και η παγκόσμια οικονομική κρίση. Στην Αμερική καίνε τα σιτάρια, ο Βενιζέλος καίει τα καπνά, η αγροτιά καταχρεώνεται στις τράπεζες. Συλλαλητήρια αγροτών στη Θεσσαλονίκη, που οργανώνει το Αγροτικό Κόμμα. Οι εργάτες ξεσηκώνονται στις πόλεις, που τις μαστίζει η ανεργία και τα ψεύτικα μεροκάματα.

Ρόζα Ιμβριώτου
Φυλακές και εξορίες με το Ιδιώνυμο του Βενιζέλου
Ο Βενιζέλος, για να σταματήσει την εξέγερση του λαού, βγάζει ειδικούς νόμους, το περίφημο Ιδιώνυμο, που με δυο μάρτυρες, ότι κάποιοι έκαναν προσηλυτισμό, καταδικάζονται και φυλακίζονται. Ακόμη προέβλεπε από τρεις μήνες φυλακή και εξορία και μέχρι πέντε χρόνια φυλακή και δύο εξορία. Δημιουργεί τις επιτροπές ασφάλειας, που χωρίς καμία ανάκριση, σε άρπαζε από το χωριό σου και σε έστελνε εξορία στα ξερονήσια για έναν χρόνο.
Τότε δεχόμαστε τα πρώτα χτυπήματα, με φυλακές και εξορίες.
Η κομμουνιστική νεολαία δεν τρομοκρατείται από το Ιδιώνυμο. Οι οργανώσεις της φυτρώνουν σαν μανιτάρια. Στο γυμνάσιο Κιλκίς, από τη δευτέρα τάξη και πάνω δημιουργήθηκαν πυρήνες. Πρωτοπόροι οι μαθητές Π. Χαρατζίδης, Παύλος Κεσίδης, Π. Σαραφείδης. I. Παντελιάδης, Κοντοζής. Στην οργάνωση και ανάπτυξη της οργάνωσης,   βοηθούσε, με τον τρόπο της, ως γυμνασιάρχισσα, η Ρόζα Ιμβριώτη. (σ. σ. Η παιδαγωγός και συγραφέας Ρόζα Ιμβριώτη υπήρξε η πρώτη Ελληνίδα  πουέγινε γυμνασιάρχισσα. Έγινε στο Κιλκίς το 1934.
Η οργάνωση του γυμνασίου βγάζει προκήρυξεις, εκδίδει εφημερίδα. Ανακαλύπτονται και συλλαμβάνονται οι νεολαίοι του γυμνασίου Π. Κεσίδης, I. Παντελιάδης, Π. Χαρατζίδης και Κοντοζής. Οι τρεις είναι κοντά στα 16. Ο Παύλος Κεσίδης είναι της ίδιας ηλικίας, αλλά φαίνεται  μεγάλος. Τον θεωρούν αρχηγό των νεολαίων.
Αυτοί εγκαινιάζουν πρώτοι στο Κιλκίς,  αλλά και σε όλη τη  Μακεδονία, το Ιδιώνυμο του Βενιζέλου. Ο Παύλος Κεσίδης καταδικάζεται σε πέντε μήνες φυλακή και 3 μήνες εξορία στη Σίκινο. Οι, άλλοι τρεις καταδικάζονται σε τρεις μήνες φυλακή και έναν μήνα εξορία στο ίδιο νησί και αποβάλλονται απο το γυμνάσιο Κιλκίς.Η οργάνωση της νεολαίας τους βοηθάει. Στο δικαστήριο τους υπερασπίζονται οι κομμουνιστές δικηγόροι Κεφαλίδης, Πανάγος, Αναγνωστάκης.


Γρηγόρης Τσιλιγκαρίδης





Δολοφονία του Κωνσταντίνου. Σιρμενίτσογλου

Το καλοκαίρι του 1920 ο Στάθης Εβλιάς μαζι με τον Κούφον τον Γιάννεν σκοτώσανε μια νύχτα τον Κων. Σιρμενίτσογλου μέσα στο μπακάλικο του που το είχε στην Δαφνούντα της Τραπεζούντας  και το πτώμα του το πέταξαν στην Ελεούσα.
1920: Το λιμάνι της Δαφνούντας στην Τραπεζούντα
Οι δύο αυτοί δολοφόνοι αρκετές μέρες συνέχεια κάθονταν στο μαγαζί του Σιρμενίτσογλου και πουλούσαν τα εμπορεύματα του σαν αντιπρόσωποί του. Αρκετά μάλιστα είδη όπως ρύζι, ζάχαρη, ελιές, σαπούνι κ. ά. έστειλαν στη Σαντά στον Λάμπο (Λαμπρίκα) αδελφό του Στάθη για να τα πουλήσει εκεί.
Και ο μεν Λάμπος πούλησε στη Σαντά εκείνα που του στείλανε, μα σαν απένταρος που ήταν ξόδεψε τα λεφτά σε λίγες μέρες και έμεινε πάλι άπένταρος. Οι αντάρτες μάθανε όλες αυτές τις λεπτομέρειες  και για να τιμωρήσουν τον Λάμπο πήγαν και του ζήτησαν να τους παραδώσει τα λεφτά που πήρε από τα κλοπιμαία, μα εκείνος δεν είχε ούτε δεκάρα να τους δώσει  και τότε οι  αντάρτες τον σκοτώσανε γιατί νομίσανε πως κρύβει την αλήθεια. Αυτό μόλις το έμαθε ο Στάθης ανέβηκε στα κοντινά τουρκοχώρια της Σαντάς, προσεταιρίστηκε πολλούς βασιβοζούκους Τούρκους των χωριών αυτών  και μαζί τους μπήκε στο έδαφος της Σαντάς για να  εκδικθεί τους αντάρτες και μάλιστα τους Κυρτογλάντας.
Μια νύχτα έστησε ο Στάθης ενέδρα στο Παύλ και όταν ήρθαν οι  αντάρτες να περάσουν από κει για το Ισχανάντων τους έριξε μαζί με τους συντρόφους του Τούρκους πολλές τουφεκιές. Εριξαν τότε κι οι αντάρτες και γενικεύθηκε η συμπλοκή. Στη συμπλοκή αυτή δεν έπαθε κανένας τίποτα, γιατί όλοι τους ήσαν ταμπουρωμένοι καλά. Την άλλη  μέρα διάλυσε ο Στάθης την παρέα του και κατέβηκε στην Τραπεζούντα, όπου τον περίμενε ο γιος του σκοτωμένου Σιρμενίτσογλου που κατέφθασε από την Ρωσία και ζητούσε απ’ αυτόν εκκαθάριση της περιουσίας του πατέρα του, χωρίς να ξέρει ότι δολοφόνος του πατέρα του ήταν ο Στάθης.
Ο Στάθης του είπε πως έστειλε όλα τα είδη του μπακάλικου στη Σαντά στον αδελφό του  και τον παρακάλεσε να πανε μαζί στη Σαντά να καθαρίσουν τον λογαριασμό. Ο εύπιστος αυτός νέος μαζί με τον Παύλο Τσουμπάν συνόδεψε τον Στάθη  ως τα σύνορα της Σαντάς. Εκεί στο δρόμο της Σεσλήκαγιας καθήσανε κάπου να ξεκουρασθούν  και εκεί που έσκυψε ο γιος του Σιρμενίτσογλου ανύποπτος να πιεί νερό από μια βρύση του άνοιξε το κεφάλι ο Στάθης με μια πιστολιά.
Ο Παύλος Τσουμπάνος σιώπησε τότε  απ' το φόβο του, μα λίγες μέρες αργότερα άμα είδε τον Στάθη να φεύγει για την Ελλάδα, κοινοποίησε το φόνο του  νέου στη Σαντά και παντού.

Μιλτιάδης Κ. Νυμφόπουλος
Εκπαιδευτικός
Ιστοριογράφος της Σαντάς