Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

1932- 1935. Διασκέδαση νέων και παιδιών με τον λυράρη Τσορτάν


Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

ΟΙ ΜΩΜΟΓΕΡΟΙ ΣΤΙΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΓΑΜΗΛΙΕΣ ΤΕΛΕΤΕΣ ΤΩΝ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΕΛΛΗΝΟΠΟΝΤΙΩΝ ΣΤΗΝ ΑΤΖΑΡΙΑ (ΝΟΤΙΟΣ ΚΑΥΚΑΣΟΣ). Μέρος 2ο


ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ
1. Αφήγηση του Φιλίππου Πέτρου Χλωρίδη, έτος γεννήσεως 1922

«Πριν πολλά χρόνια τα νεαρά παιδιά (οι νέοι) προς το βράδυ ετοιμάζονταν για τα μωμογέρια. Προετοίμαζαν τις ενδυμασίες τους και τα απαραίτητα σκηνικά. Φορούσαν στο- κεφάλι κουκούλες (καπέλα), είχαν έναν λυράρη, μια κοπέλα που την είχανε μαζί τους και τον υποψήφιο γαμπρό της. Ο αρχηγός τους ήταν μεγαλύτερος από αυτούς. Είχαν επίσης μαζί τους έναν γιατρό, ο οποίος ήταν από το ίδιο χωριό.
Μετά από ορισμένες προετοιμασίες, προς το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, πήγαιναν σε όλο το χωριό. Όταν πλησίαζαν κάποιο σπίτι, για να δείξουν την παράσταση, το πρώτο πράγμα που κάνανε ήταν το τραγούδι «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά» μπροστά στην πόρτα. Έπειτα μόλις τελείωναν το τραγούδι, άνοιγαν την πόρτα κι έμπαιναν μέσα.
Ξεκινούσαν το χορό, ενώ πίσω από αυτούς συνέχεια τριγυρνούσε ο διάβολος, ο οποίος συνέχεια παρακολουθούσε το νεαρό (γαμπρό) και την κοπέλα. Κι αυτός την αγαπούσε και συνέχεια προσπαθούσε να την κλέψει και να φύγει. Όταν έμπαιναν στο σπίτι, έπαιζε η λύρα, χόρευαν κάποιο χρονικό διάστημα, ενώ ο διάβολος τριγυρνούσε γύρω-γύρω.
Εκείνη την εποχή υπήρχαν στα σπίτια μεγάλα τζάκια, που άναβαν και που κρεμόταν στη μέση μια αλυσίδα από πάνω. Σε αυτήν την αλυσίδα κρεμούσαν το «χαλκόν», στο οποίο μαγείρευαν. Στο τζάκι κρυβόταν ο διάβολος. Κρυβόταν και περίμενε να φτάσει η κατάλληλη στιγμή να πιάσει την κοπέλα, να την κλέψει και να φύγει. Μετά από αυτό ξεκινούσαν το «χορόν». Αυτός (ο διάβολος) άρπαζε την κοπέλα και ορμούσε προς την πόρτα. Εκείνη την εποχή οι πόρτες ήταν μισάνοιχτες κι αυτός άρπαζε την κοπέλα κι έφευγε.
O διάβολος ήταν ντυμένος ως εξής: στα πόδια φορούσε τσαρούχια, όλη η στολή του ήταν από δέρμα κατσίκας. Ο ίδιος ήταν ντυμένος με το δέρμα, στο κεφάλι φορούσε τη μάσκα-προσωπίδα, στη μάσκα είχε να τόση μεγάλη μύτη, να τέτοιο στόμα, είχε δύο κέρατα και ήταν πάντα πολύ γρήγορος, άρπαζε την κοπέλα και την τραβούσε προς την πόρτα. Η κοπέλα φώναζε, ο διάβολος βιαζόταν να τη βγάλει έξω. Ο γαμπρός προλάβαινε να του την αρπάξει στην πόρτα, δηλαδή δεν τον άφηνε να την κλέψει.
Ο νεαρός ήταν ντυμένος σαν γαμπρός: φορούσε παλιά ζίβρα (δίφρας), εμείς τα λέγαμε ζίβρα και δε μοιάζανε με τα σημερινά παντελόνια. Τα δένανε με κορδόνια πάνω και κάτω. Στα πόδια φορούσε τσαρούχια και από τον αστράγαλο μέχρι το γόνατο κρέμονταν μικρά κουδουνάκια. Έπρεπε να ήταν δυνατός και χόρευε ωραία. Και όταν χόρευαν το «χορόν», ή όταν κάνανε τα πηδήματα «τρομαχτόν», τα κουδουνάκια αυτά ηχούσαν και έβγαζαν ήχο σαν της λύρας.
Όλοι οι υπόλοιποι υποτίθεται ότι ήταν φίλοι του (με το μέρος του). Επίσης φορούσαν τα ίδια ρούχα, μόνο ο αρχηγός, που ήταν μεγαλύτερος, ήταν ντυμένος λίγο αλλιώς. Επειδή ήταν και αρχηγός και μεγαλύτερος στην ηλικία, ήταν ντυμένος κατάλληλα σαν μεγάλος. Αυτός είχε μουστάκια, είχε κουκούλα, στα πόδια Φορούσε τσαρούχια, φορούσε παντελόνι, τσόχα και ήταν αρχηγός τους.
Εκτός από αυτούς ήταν μαζί τους κι ένας γιατρός, ο οποίος είχε μαζί του διάφορα φάρμακα, τα οποία εκείνη την εποχή λέγονταν «βότανα, γιατρικά, φάρμακα». Κάνοντας το γύρο στο χωριό και τραγουδώντας, υπήρχε πιθανότητα κάποιος σκύλος να δαγκώσει κάποιον από την παρέα ή κάποιος να πέσει γλιστρώντας γι’ αυτό χρειαζόταν να υπάρχει ο γιατρός που θα είχε φάρμακα μαζί του, για να μπορέσει να τους γιατρέψει.
Στη μέση της παράστασης, όταν ο διάβολος άρπαζε την κοπέλα και προσπαθούσε να την κλέψει, εκείνη λιποθυμούσε και ο νεαρός φώναζε: «βιαστείτε» (εδώ σημαίνει «βοήθεια»). Και όταν την έφερναν πίσω στο σπίτι, αυτή ήταν λιπόθυμη. Φώναζαν το γιατρό, έμπαινε ο γιατρός, εξέταζε την κοπέλα κι έλεγε ότι η κοπέλα είναι πληγωμένη και χρειάζεται ιατρική περίθαλψη.
Αυτός είχε μαζί του ένα μεγάλο χωνί, το οποίο έβγαζε και τοποθετούσε στο σώμα της κοπέλας και τη ρώταγε: «πού πονεί, τι πονεί, πώς πονεί;». Μετά από αυτό και για κάποιο χρονικό διάστημα η κοπέλα έμενε έτσι και ύστερα, όταν συνερχόταν, τη σήκωναν, τη γιάτρευαν. Μετά από αυτό ξεκινούσε η παράσταση, θέατρο, όπως λέμε σαν θέατρο, σύμφωνα με τα έθιμα. Εδώ έπαιζαν, έλεγαν στίχους ο ένας στον άλλο, έπαιζε η λύρα και χόρευαν τον «ίσιο χορό».
Έπειτα κουβέντιαζαν με το νοικοκύρη και την οικοδέσποινα λέγοντας διάφορα τραγούδια, συζητούσαν μεταξύ τους, άρχιζαν να πειράζουν ο ένας τον άλλον, χόρευαν. Μετά ο νοικοκύρης έστρωνε ένα τραπεζάκι. Στο τραπεζάκι που τους έκανε, έφερνε διάφορα φρούτα, βότκα και κουβέντιαζαν. Έπειτα αυτός τους ευχαριστούσε, δηλαδή τους έδινε όσα καπίκια ή ρούβλια είχε. Τους τα έδινε και οι άλλοι τον ευχαριστούσαν και μετά έφευγαν και πήγαιναν σε άλλο σπίτι».

2. Αφήγηση της Κυψελίδου Εμορφίλης του Αλεξίου, έτος γεννήσεως 1915.

 «Να τώρα θυμάμαι πώς ερχόντανε αυτοί στο σπίτι. Γυρίζανε όλα τα σπίτια, όλο το χωριό και χτυπάγανε την πόρτα. Όταν ανοίγαμε την πόρτα, τρομάζαμε. Αλά μαλάι! (εδώ: Θεέ μου) —βλέποντάς τους τρομάζαμε και κρυβόμασταν κάτω από τα κρεβάτια, κάτω από τα τραπέζια —ήμασταν φοβητσιάρηδες, μικροί. Δεν είχαμε μυαλό.
Αυτοί ήτανε μεταμφιεσμένοι. Είχανε το διάβολο, το γέρο και τη γριά, τη νύφη και το γαμπρό, υπήρχε και παπάς. Ναι. Κι όταν τους ανοίγαμε την πόρτα, μπαίνανε και αρχίζανε. Και χορεύανε αυτοί, και παίζανε και πηδάγανε και κάνανε διάφορα χαζά. Εμείς τους κρυφοκοιτάζαμε μέσα από τις τρύπες, αφού τους φοβόμασταν, επειδή ήταν ντυμένοι κάπως άγρια: φοράγανε κάτι δερμάτινα από αγελάδα και ταύρο, είχανε ουρές, κουδουνάκια, τα μάτια τους ήτανε άγρια, μάσκες, μούσι, μουστάκια.
Ο γαμπρός και η νύφη ήταν ντυμένοι ωραία. Ναι. Ο γαμπρός είχε μουστάκι. Η νύφη φορούσε ζουπούνα, παλιά ζουπούνα από τη Σάντα (εδώ από το χωριό Σάντα του βιλαετίου Τραπεζούντας). Και έτσι φορούσε ωραία μακριά τάπλα, επίχρυση από πάνω, με χρυσά διακοσμητικά στους κροτάφους. Όταν χόρευε αυτή, αυτά παίζανε τάγκα τάγκα τάγκα σαν να ήτανε κουδουνάκια. Διαφορετικό ήχο έβγαζε το νταούλι ντάμπα ντουμπ, ντάμπα ντουμπ, ντάμπα ντουμπ.
Εκεί στη μέση (της παράστασης) σκότωναν το γαμπρό. «Μπουμ!». Σκότωσαν το γαμπρό. Ο γαμπρός έπεφτε. Ο διάβολος έτρεχε στη νύφη και της έλεγε: «Εσύ πήγαινε και κλάσε πάνω του και θα συνέλθει αυτός». Έτρεχε η νύφη: «Πρ-ρ-ρ-ρουτς!» πάνω στο γαμπρό. Ο γαμπρός συνερχόταν και σηκωνόταν.
Πάλι: ντούμπου ντουμπ, ντούμπου ντούμπ. Ο γέρος άρχιζε να πειράζει τη γριά. Η γριά ήταν έγκυος. Ο γέρος με το μπαστούνι: λακς! τη γριά. Αυτός ήθελε να παίξει μαζί της, αλλά αυτή δεν ήθελε. Αυτός τη χτυπούσε: «Εσύ γιατί δε θέλεις;». Και άρχιζαν να μαλώνουν. Και έτσι γενικά άρχιζαν τα θαύματα, ωραία, γελούσανε εκείνοι, γελάμε κι εμείς. Και μετά άρχιζαν να χτυπούν το νταούλι και να παίζουν τη λύρα και να Χορεύουν εκείνο το χορόν, τον ωραίο παλιό κυκλικό χορό. Και να:
γκραν, γκραν, γκραν κουδουνάκια, γκραν-γκραν-γκραν, αυτό κρατούσε περίπου μια ώρα και μετά εμείς τους δίναμε λεφτά και έβγαιναν και έφευγαν. Αυτό!
Αυτοί οι μωμόγεροι που γύριζαν τα σπίτια είχανε κουδουνάκια. Είχαν κουδουνάκια ο διάβολος, ο γέρος, η γριά. Ο διάβολος τα είχε στην ουρά του. Αυτός φορούσε δέρμα κατσικίσιο με ουρά. Ο γέρος και η γριά τα είχανε στο λαιμό. Και χτυπάγανε αυτά τα κουδουνάκια. Πλησιάζοντας στην πόρτα εκτελούσαν έναν πολύ ωραίο χορό, γκραν γκρουν, χτυπάγανε παλαμάκια, έπαιζε η λύρα και το νταούλι. Οι νοικοκυραίοι. ανοίγανε την πόρτα και τους αφήνανε να μπουν μέσα.
Καμιά φορά ο κόσμος κοιμότανε, αλλά αυτοί τους ξυπνάγανε και μπαίνανε μέσα. Μπαίνανε μέσα και αρχίζανε να λένε αστεία: ο γέρος φιλούσε τη γριά, η γριά φιλούσε το γέρο. Ο γέρος τσίμπαγε τη γριά, η γριά ήταν έγκυος και δεν ήθελε. Αυτή γέλαγε, του φώναζε και τον μάλωνε. Και αυτοί που μπαίναν στο σπίτι φορούσαν διάφορες μάσκες.
Αυτές οι μάσκες ήταν πολύ άγριες. Και όταν τις έβλεπαν τα παιδιά, φοβόντουσαν. Κι εκείνοι χορεύανε, παρουσίαζαν την παράστασή τους, χτυπάγανε τα κουδουνάκια τους και η νύφη ήταν πάρα πολύ ωραία. Ο γαμπρός τη φύλαγε για να μην την κλέψει κανείς. Κι έτσι πηγαινοερχόντανε και πειράζανε τους νοικοκυραίους: «Ωραία νύφη, να την είχες στο σπίτι, ωραία νύφη!». Την άρπαζαν και τη φιλούσαν, την αγκάλιαζαν και οι άλλοι μωμόγεροι που ήταν εκεί. Όλοι οι μωμόγεροι πείραζαν τη νύφη, αλλά ο γαμπρός θύμωνε και τους χτύπαγε με Το μπαστούνι: κρακς, κρακς!
Είχανε ραβδιά από ξύλο μηλιάς, ναι. Και έτσι ερχόντανε και φεύγανε. Αυτά. Τους δίνανε ξερά φρούτα, φουντούκια και καρύδια, τσίρια (ξερά αχλάδια και μήλα). ‘Όταν τους τα έδιναν όλα αυτά, αυτοί τα έβαζαν στις τσάντες τους, τους δίναμε λεφτά και συνέχιζαν. (Γύριζαν όλο το χωριό. Ήταν μια ομάδα. Κι αυτό γινόταν σε μια νύχτα, —το χωριό ήταν μικρό). Γύριζαν όλο το χωριό. Εκείνα τα παλιά χρόνια το χωριό μας είχε Περίπου 60—70 σπίτια. Αυτοί πήγαιναν σε όλα τα σπίτια. Όλοι έμεναν ευχαριστημένοι. Όλα αυτά γίνονταν για διασκέδαση. Μαζευόταν καλός κόσμος, και για να ευχαριστήσουν τον κόσμο χόρευαν. Αυτό ήταν σαν πανηγύρι. Πανηγύρι — γιορτή, πανηγύρι, ναι. Οι μωμόγεροι μιλούσαν λίγο. Μόνο κουνιόντουσαν και πρόφεραν αυτούς τους ήχους:
«γκα γκα γκα, γκο γκο, γκο, οπ οπ οπ!» και χτυπούσαν παλαμάκια».

3. Αφήγηση της Σιδηροπούλου Βαλεντίνας του Δημητρίου, έτος γεννήσεως 1935

«Εμείς παίζαμε τους μωμόγερους, όταν ήρθαμε για πρώτη φορά στην Ντάγκβα. Συμμετείχαν 12 άτομα, οι γυναίκες ντυμένες σαν άνδρες και οι άνδρες σαν γυναίκες. Και κάνανε, να τέτοιο στήθος, τεράστιο, βάζανε κάτι από μέσα, φορούσανε παλιά ζακέτα, κουρελιασμένη, κουκούλες, και μαύριζαν το πρόσωπο, και έπειτα πήγαιναν στους συγγενείς και έπαιζαν τους μωμόγερους, μαζί με τον άντρα της Καλής, αλλά αυτή φοβήθηκε ν’ ανοίξει την πόρτα. Τον φοβήθηκε και η Μάγδα (ένας από τους μωμόγερους), και μετά πήγαμε στα σπίτια των άλλων 12, και μπαίνουμε μέσα και λέμε: «Δεν είμαι μόνος, είμαστε 12 άτομα!». Και άνοιξαν αυτοί την πόρτα και μας καλούσαν να μπούμε μέσα.
Εμείς χτυπάγαμε τα κουδουνάκια και μπαίναμε, χυνόμασταν μέσα και τους τρομάζαμε. Τσιμπάγαμε τη νοικοκυρά, το νοικοκύρη, κι αυτοί προσπαθούσαν να μας αναγνωρίσουν, ποιοι είμαστε, αλλά δε μας αναγνώριζαν, είμασταν βαμμένοι στο πρόσωπο, κουρελιασμένοι. Και να έτσι κάναμε, ορμάγαμε μέσα και τότε ένας από μας αρρώσταινε και έπεφτε κάτω. Εμείς είχαμε και το γιατρό μαζί μας, φωνάζαμε το γιατρό: «Πού είναι ο γιατρός;». Και τότε ερχόταν ο γιατρός και σαν να γιάτρευε, ζωντάνευε τον άρρωστο. Ο άρρωστος σηκωνόταν. Μετά με τη νύφη, —ο διάβολος συνέχεια προσπαθούσε να τσιγκλήσει τη νύφη, κι εμείς όλοι την προστατεύαμε, για να μην πειράξει τη νύφη. Κι έτσι τελειώναμε, πηγαίναμε παρακάτω στα άλλα σπίτια, σ’ όλα τα σπίτια, αλλά στα σπίτια που είχαμε συνεννοηθεί νωρίτερα ίνα τους επισκεφθούμε).
Μας δίνανε λεφτά κι εμείς λέγαμε: «Είναι λίγα, εμείς πολλά θέλουμε, πολλά!» Τότε αυτοί: «Αλλά δεν έχουμε μόνο αυτά». Εμείς: «Δώστε κι άλλα!», —και πάλι τους τσιμπάγαμε, και πάλι τους πειράζαμε. Και είχαμε ένα σάκο στην πλάτη, βάζαμε εκεί ξερά φρούτα, μανταρίνια, —ό,τι βρίσκαμε.
[...] Κότσακαρη γριά. Φώναζε ο γέρος τη γριά: «Εγώ έχω γριά». — «Ελάτε μέσα, πού είναι αυτή η γριά; φώναξέ την». Και να, έρχεται η γριά, ο γέρος την έπιανε από τη μασχάλη και χόρευαν το «χορόν». Τη λέγανε Κοτσάκαρη. «Έλα έλα», φώναζε αυτός τη γριά του. Και να, μπήκε η γριά του. Ο διάβολος φορούσε κουκούλα και είχε κέρατα. Ψηλή κουκούλα φορούσε αυτός και επίσης είχε 2 κέρατα. Μικρά κέρατα, που προεξείχαν λίγο από μπροστά, είχε ουρά σαν της αγελάδας, μόνο πιο μακριά.
Στο γέρο βάζανε καμπούρα στην πλάτη για να φανεί γέρος. Εκτός από αυτό κρατούσε ένα μπαστούνι που είχε και κουδουνάκια και (άλλο) κουδούνι κρατούσε αυτός στο χέρι του και κουνούσε: Γκριν γκριν γκριν. Όλη η παρέα πλησίαζε το σπίτι. Χτυπούσε αυτός την πόρτα και μετά έλεγε: «Πού είναι η γριά μου; πού είναι;». «Να την» και αλληλοπειράζονταν, τσιμπούσε α ένας τον άλλον.
[Σ η μ ε ί ω σ η: Ο μωμόγερος έπαιρνε οποιοδήποτε ραβδί, ξύλο, στο οποίο αναρριχάται φασολιά. Το κουδουνάκι της αγελάδας το κρεμούσε σ’ αυτό το ξύλο, στο οποίο αναρριχάται η φασολιά].
Παίζαμε εμείς στην πόρτα και αρχίζαμε να τραγουδάμε. Έπειτα η νοικοκυρά άνοιγε την πόρτα και μπαίναμε μέσα. Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να μπαίνω μέσα και να λέω: «Δεν είμαι μόνος, από πίσω μου έχω κι άλλους». Η νοικοκυρά τότε έλεγε: «Περάστε, περάστε. Ποιοι είστε; Περάστε, μη φοβάστε». Έμπαινα μέσα και άρχιζα να τσιμπάω τη νοικοκυρά, κι έπειτα έλεγε η νοικοκυρά: «Μαζί σου δεν είναι κανείς άλλος;». — «Πώς, μαζί μου είναι η γριά, αυτή η γριά είναι στην αυλή κι εκτός από αυτό είναι και έγκυος». «Και πού είναι αυτή η γριά, φώναξέ την, ας μπει μέσα». Έμπαινε η γριά, μετά ο διάβολος προσπαθούσε να περάσει. «Γριά, γριά πού είσαι; Έλα δω!». Έμπαινε η γριά, η οποία έγνεθε το μαλλί που κρατούσε στα χέρια της. «Εσύ ακόμα δουλεύεις, αλάι μαλάι» έλεγε (η νοικοκυρά) —αφού ήταν γριά— «γιατί;». — «Πρέπει να δουλεύει, πρέπει να δουλεύει, να πλέξει κάλτσες, Θα τις φοράνε τα παιδιά μου».
Έπειτα η γριά αρρώσταινε, έπεφτε. «Φωνάξτε το γιατρό, ας έρθει!». Ερχόταν ο γιατρός και σαν την εξέταζε από εδώ από εκεί, τη γιάτρευε. Η γριά σηκωνόταν.
«Από πού ήρθατε, από πού;». «Εεε, από μακρινό χωριό. ‘Ώσπου να φτάσουμε μας βγήκε η ψυχή μας, είμαστε διψασμένοι, πεινασμένοι. Με το ζόρι φτάσαμε σ’ αυτό το σπίτι. Περάσαμε λακκούβες, φθάρθηκαν τα ρούχα μας, γίνανε κουρέλια. Είμαστε ξυπόλυτοι, τσαρούχια κανείς μας δεν έχει. ‘Έχουμε να φάμε πολύν καιρό, συνάνθρωποι βοηθήστε μας, τι να κάνουμε; Είμαστε διψασμένοι». Μας έλεγαν: «Από πού ήρθατε;». Εμείς λέγαμε: «Από τη Σάντα, Σάντα, με τα πόδια είναι πολύ μακριά από δω, αυτοκίνητο δεν έχουμε, ώσπου να φτάσουμε με τα πόδια —σκοτωθήκαμε».

4. Αφήγηση, της Στεφανίδου Λευκής του Βασιλείου, έτος γεννήσεως 1911

«Και ερχόντανε αυτοί οι μωμόγεροι, δεν μπαίνανε μέσα στο σπίτι. Εκεί πάνω κρεμόταν μια αλυσίδα. Ο διάβολος πήδαγε στην αλυσίδα, μόνο εκεί, αλλά στο σπίτι δεν μπαίνανε. Εκεί αυτός έβλεπε τη σκάλα, η οποία ανέβαινε στο πατάρι, ανέβαινε στο πατάρι, και πήδαγε από εδώ από εκεί, φώναζε: «Ο γο γο γο!».
Αυτός χοροπηδούσε, τσίμπαγε τα κορίτσια, τσίμπαγε αυτούς με τους οποίους ήτανε (ήρθε). Οι άλλοι μωμόγεροι παίζανε τη λύρα, χορεύανε, χορεύανε και φεύγανε. Αυτοί πλησίαζαν το σπίτι έτσι: με κουδουνάκια, με κεμεντζέ. Έξω από το σπίτι χτυπούσαν τα κουδουνάκια. Είναι εκείνα τα κουδουνάκια, τα οποία κρεμάνε στο λαιμό των αγελάδων, κι αυτά τα κουδουνάκια είχαν. Ναι, κρεμόντανε, κρεμόντανε τα κουδουνάκια και κάνανε γκραν γκραν γκραν γκραν. Πίσω ο διάβολος στην ουρά είχε κουδούνια, και οι άλλοι είχανε κουδούνια, και ο διάβολος επίσης.
Το πιο μεγάλο κουδούνι. είχε ο διάβολος, Ο πιο μεγάλος μωμόγερος, αυτός έμπαινε μέσα και γκραν γκραν γκραν γκραν. Πλησίαζαν το σπίτι, ήταν πέντε, έξι, εφτά άτομα. Εάν θα σας πω όλα αυτά...
Και έτσι. παίζανε τη λύρα και το νταούλι.
Υπήρχαν γαμπρός και νύφη. Αυτή ήταν βαμμένη, για να μην τη γνωρίσουν. Της έβαφαν το πρόσωπο, αυτός (εδώ ο γαμπρός) ήταν ντυμένος γαμπριάτικα, αυτή είχε στήθος και κοιλιά, να τέτοια κοιλιά. Απλό φουστάνι. Και τη νύφη σκέπαζαν με τούλι.
Υπήρχε και γριά. Φορούσε γεροντίστικα ρούχα, κάτι σαν ποδιά, ζουπούνα, και γινότανε σαν γριά, και στο κεφάλι είχε ένα έτσι υψωμένο πράγμα. Και όλοι αυτοί ήταν βαμμένοι, έτσι απλώς (εδώ: μη βαμμένος) δεν υπήρχε κανείς.
Αλλά ο γέρος φορούσε μάσκα. Η μάσκα του γέρου ήταν βαμμένη και αυτός περπατούσε, να, έτσι: (αυτός είχε) γενειάδα, μουστάκι, τα μουστάκια του έφταναν μέχρι εδώ (η Λευκή έδειχνε μέχρι τη μέση), περπατούσε σαν κόκορας, και είχε γένια σαν της γίδας. Η γριά είχε στο κεφάλι τάπλα, ο γέρος φορούσε κουκούλα. Ο διάβολος φορούσε κάτι σαν κουκούλα, κέρατα δεν είχε. Η κουκούλα ήταν από πάνω με μύτη (μακριά)».

5. Αφήγηση Σάββα Τσαχουρίδη του Αβραάμ, έτος γεννήσεως 1883.

«Πριν έρθουμε από την Τουρκία, εκεί κάποτε μαζεύονταν τ’ αγόρια, αποφάσιζαν: «Θα κάνουμε μωμοερλούχα». ‘Ήταν Πρωτοχρονιά. Μαζεύονταν δέκα άτομα: ένας με κουδουνάκι, άλλος στα μαύρα, άλλος στα άσπρα. Κάνανε γένια, παίρνανε μαλλί προβάτου και κάνανε γένια, μουστάκια. Στην αυλή ο ένας τραγουδάει και ο άλλος χτυπάει την Πόρτα και φωνάζει: «Νοικοκύρη!». — «Τι συμβαίνει; ’Οι, ποιος είναι εκεί;». — «Επιτρέπεται;». — «Επιτρέπεται! Περάστε!».
Μπήκαν μέσα κουτσαίνοντας. «Δείξε χώρο θα χορεύουμε». Τους έδωσαν χώρο. Σ’ αυτούς έδωσαν χώρο. Και απ’ έξω άρχισαν να χορεύουν. Μπήκαν ο ένας πίσω από τον άλλον. Μπήκε και η γυναίκα με κουδουνάκι, και άρχισαν (οι μωμόγεροι) να μαλώνουν. Ο ένας λέει: «Αυτή είναι η γυναίκα μου». Ο άλλος λέει: «Δικιά μου είναι!». Και άρχισαν να τσακώνονται. Ο νοικοκύρης λέει: «Τι συμβαίνει; Τι πάθατε;», (αλλά
αυτοί τσιμπάνε τη γυναίκα). Τον Μαύρο τον έδιωξαν. Τη νύφη επίσης τη διώξανε, εκείνος την πήρε και έφυγε.
Όταν τελειώναμε την παράσταση, αυτοί μας έδιναν λεφτά. Τότε πηγαίναμε σ’ άλλο σπίτι, στο επόμενο σπίτι και γυρίζαμε όλα τα σπίτια. Τρεις νύχτες πηγαίναμε από το ένα σπίτι στο άλλο και παίζαμε τα μωμοερλούχα.
Αφού αυτή η γυναίκα ήταν άντρας, μόνο γυναικεία ρούχα φορούσε: Κρεμότανε κουδούνι, να στήθος, ο γο γο! Ο νοικοκύρης θέλει να την τσιμπήσει. Του είπαν: «Όχι». Ο Άσπρος μωμόερος λέει: «Όχι. Δεν
επιτρέπεται. Πάμε». Φεύγουν.
Εκείνοι Θεωρούν ήτανε γυναίκα, αλλά όταν έβγαλε τα ρούχα βλέπουν: «ο ο ο! ήταν άνδρας!» Και αρχίζουν να γελάνε».

6. Αφήγηση Ευρεθής Σαββίδου του Χρήστου, έτος γεννήσεως 1912

«Οι μωμόεροι τρόμαζαν τα παιδιά. Ο γέρος είχε κουδουνάκια στη ζώνη. Έμπαιναν μέσα και χορεύανε, τα κουδουνάκια κάνανε: γκραν γκραν γκραν. Στη μέση αυτός είχε κουδουνάκια. Οι μωμόεροι άρχιζαν να τσακώνονται με το διάβολο, τον ρίχνανε στο πάτωμα και κάθονταν από πάνω. Ο διάβολος φορούσε στρογγυλό καπέλο και προεξείχαν κέρατα. Το καπέλο λεγόταν κουκούλα.
Όταν άκουγα ότι έρχονταν οι μωμόγεροι, τους έδινα λεφτά έξω, για να φύγουν αμέσως και να μην τρομάξουν τα παιδιά».
3 Δεκεμβρίου 1990, Μόσχα


ΖΑΪΚΟΦΣΚΑΓΙΑ ΤΑΤΙΑΝΑ ΒΛΑΔΛΕΝΟΒΝΑ
Ινστιτούτο Εθνογραφίας της Ακαδημίας Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Μόσχα


Πηγή: Αρχείον Πόντου τομ. 47.

ΟΙ ΜΩΜΟΓΕΡΟΙ ΣΤΙΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΓΑΜΗΛΙΕΣ ΤΕΛΕΤΕΣ ΤΩΝ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΕΛΛΗΝΟΠΟΝΤΙΩΝ ΣΤΗΝ ΑΤΖΑΡΙΑ (ΝΟΤΙΟΣ ΚΑΥΚΑΣΟΣ) Μέρος 1ο

Οι πληροφορίες για τις συνήθειες μεταμφίεσης των Ποντίων καταγράφηκαν από μένα κατά το διάστημα των αποστολών μου από το 1978 ως το 1986 σε ελληνικά χωριά της Ατζάριας. Ως βάση της αποστολής ήτανε το χωριό Ντάγκβα.
Η μεταμφίεση είναι χαρακτηριστικό της πρωτοχρονιάτικης και γαμήλιας τελετής, τόσο σ’ αυτό το χωριό όσο και στο Κβίρικε, Άτσκβα και Αχαλσέν. Οι μεταμφιεσμένοι ονομάζονται από τους Ποντίους «Οι μωμόγεροι», «Οι μωμόεροι» (από το αρχαίο ελληνικό «ο μώμος» και ο γέρος), οι ενδυμασίες και τα σκηνικά τους «Τα μωμο(γ)ερλούχα», «Τα μωμο(γ)ερλούχα», από το «μωμόγερος» και «ρούχα» (ενδυμασίες των μωμογέρων). Η εμφάνιση των μωμογέρων στο σπίτι και η εκτέλεση του τραγουδιού «η αρχιμηνιά» και του πρωτοχρονιάτικου μυστηρίου ήταν το σύμβολο του ερχομού του νέου έτους.
Η προϋπάντηση του νέου έτους τη νύχτα της 31ης Δεκεμβρίου προς την 1η Ιανουαρίου, είχε για τους Ποντίους οικογενειακό, σπιτικό χαρακτήρα. Ήταν κακός οιωνός να περάσει κανένας το βράδυ της πρωτοχρονιάς έξω από το σπίτι, μακριά από την οικογένεια. Μόλις βράδιαζε, όλη η οικογένεια συγκεντρωνόταν κοντά στο σπιτικό τζάκι, περιμένοντας τον ερχομό των μωμογέρων, για τους οποίους ετοιμαζόταν με φροντίδα την παραμονή της γιορτής, επιστρέφονταν τα χρέη, για να μην αναγκασθούν με τον ερχομό του νέου έτους να δανεισθούν Κάτι, και γενικά τακτοποιούσαν το σπίτι. Για τους μωμόγερους έστρωναν ιδιαίτερο τραπέζι, στο οποίο έβαζαν κρασί, βότκα, φρούτα (μήλα, πορτοκάλια, μανταρίνια), ξηρά μήλα και αχλάδια «Τα τσίρα», καρύδια και «λεφτοκάρα» (φουντούκια), γλυκά και Χρήματα. Τώρα, στις μέρες μας, το έθιμο των μωμογέρων δε γίνεται, αν και το πρωτοχρονιάτικο τραγούδι «αρχιμηνιά» μερικοί ακόμα το θυμούνται και το τραγουδούν τη νύχτα της παραμονής του νέου έτους.
Για την εθιμοτυπική πρωτοχρονιάτικη επίσκεψη στα σπίτια, μια ομάδα της νεολαίας από 8—12 άτομα προετοιμαζόταν εγκαίρως, κρατώντας αυστηρά μυστικά όλες τις προετοιμασίες. Μερικοί έψαχναν για παλαιές ενδυμασίες στο σεντούκι των γιαγιάδων, άλλοι πήγαιναν στο κυνήγι, για να βρουν κατάλληλου χρώματος τομάρια τσακαλιών ή λύκων. Από αυτά καθώς και από τομάρια οικιακών ζώων έραβαν ρούχα για μερικούς ήρωες και έφτιαχναν μάσκες, παλιομοδίτικες ενδυμασίες, που φοριούνταν άλλοτε καθημερινά στον Πόντο· τις έσχιζαν, τις γύριζαν από την ανάποδη και τις στόλιζαν με μπαλώματα. Όλοι οι μεταμφιεσμένοι φορούσαν «Τα τσαρούχα» ή «παπούτσα», ένα είδος ρηχών παντοφλών από ακατέργαστο δέρμα, με τη μύτη γυρισμένη προς τα επάνω. Αυτή η υπόδηση ήταν από τα παλιά χρόνια διαδεδομένη στην Ανατολή, στον Καύκασο και σε όλη την καρπαθο-βαλκανική περιοχή. Οι Πόντιοι τα φορούσαν κάποτε όλο το χρόνο με μάλλινες κάλτσες.
Τα κύρια βασικά πρόσωπα που παρίσταναν το πρωτοχρονιάτικο μυστήριο του ιερού γάμου, του θανάτου και της ανάστασης (γέννησης) ήταν πέντε: «ο γέρος» ή «Ο μωμόγερος». Αυτός φορούσε μάσκα «Τη μάσκα», «Το προσωπίδ’», που εκάλυπτε εντελώς όλο το πρόσωπο και τα αυτιά και δενόταν στον αυχένα. Τη μάσκα την έβαφαν με λευκό χρώμα σε όλη την όψη, με κόκκινο τα μάγουλα, το άνοιγμα του στόματος και την ψεύτικη μύτη και με μαύρο τις ρυτίδες στο μέτωπο, τα μάτια και το στόμα. Έπειτα προσθέτανε μουστάκι και γένια «τα μουστάκα», «Τα γένα» μέχρι το στήθος και μακριά ως τη μέση της ράχης μαλλιά από στουπί. Ο γέρος φορούσε σκούρα, σκισμένα ρούχα, με ποικιλόχρωμα μπαλώματα: παντελόνι τη «ζίβρα» με πουκάμισο «το καμία’» απ’ έξω και την τσόχα «τζόχα», ένα είδος εξωτερικού χειμωνιάτικου ανδρικού ρούχου. Στα χέρια του κρατούσε ένα μακρύ μπαστούνι με λαβή «το ραβδίν», «το λαβρίν».
 Απαραίτητο εξάρτημα ήταν τα κουδουνάκια, «Τα κωδώνα», «Τα κωδωνόπα», τα οποία συνήθως τα χρησιμοποιούσαν για τις αγελάδες. 5-8 τέτοια κουδούνια ήσαν περασμένα σε σκοινί, μάκρους ενάμισι μέτρου. Ο γέρος ή τα είχε δεμένα στη μέση του ή τα τύλιγε στο μπαστούνι του. Στη ράχη του κάτω από το ρούχο, του έβαζαν μια καμπούρα. Ο γέρος είχε γυναίκα τη «γραία». Μερικοί πληροφοριοδότες την ονόμαζαν «κοτσάκαρη» —από το τουρκικό hoca «χόδζα», θεωρούμενη από τους Ποντίους σαν «αξιοσέβαστη», «αξιότιμη», και «κάτι παραπάνω» «σύζυγος, γυναίκα, χωριάτισσα».
 Η γριά φορούσε σκούρα ρούχα και το πρόσωπό της ήταν σκεπασμένο με μαντίλι, που άφηνε ελεύθερα μόνο τα φρύδια, τα μάτια και τη μύτη. Αυτός ο ήρωας δε φορούσε μάσκα και το ανοιχτό μέρος του προσώπου του ήταν βαμμένο με άσπρο χρώμα και με βαμμένες ρυτίδες. Το μαντίλι ήταν δεμένο κάτω από το πιγούνι, καλύπτοντας το στόμα. Οι γυναικείες της καμπυλότητες τονίζονταν πολύ καθώς και η καμπούρα της πλάτης. Στα περισσότερα κείμενά μου η γριά ήταν «έγκυος» και σπανιότερα κρατούσε στα χέρια της το νεογέννητο. Κατά την εξέλιξη της παράστασης αυτή ή αντιστεκόταν στο διεγερμένο γέρο ή βοηθούσε στο ξαναζωντάνεμα του «σκοτωμένου» ή «γεννούσε». 
Η νέα γενιά αυτής της ομάδας παρουσιαζόταν με ερωτικό τρίγωνο που το αποτελούσαν: «ο γαμπρός», «ο νιόγαμπρος», που σπανιότερα τον έλεγαν «ο άντρας», ο σύζυγος ή «ο αγαπητό ς», «ο εραστής» και «η νύφε» (στα ελληνικά αυτές οι έννοιες δεν ξεχωρίζονται)· σπανιότερα εμφανιζόταν «η γυναίκα» σύζυγος ή «η αγαπητή»—ερωμένη. Η περιγραφή των ενδυμασιών της νύφης και του γαμπρού στις αφηγήσεις των πληροφοριοδοτών μου συμπίπτουν πλήρως με τις ποντιακές παραδοσιακές ενδυμασίες του άνδρα και της γυναίκας των περιοχών Τραπεζούντας και Σάντας, γνωστές σ’ εμάς από ανατυπώσεις και φωτογραφίες του τέλους του ΧΙΧ και των αρχών του ΧΧ αι. Για το ρόλο της νύφης διάλεγαν το ωραιότερο, κομό και νέο παλικάρι, σχεδόν έφηβο. Το επιμελώς ξυρισμένο πρόσωπό του το μακιγιάρανε και το βάφανε, ώστε να γίνει αγνώριστο, γιατί ήταν εντελώς ανοικτό, χωρίς μάσκα· όπως στη γριά, έτσι και στη νύφε, ήταν τονισμένες οι καμπυλότητες του γυναικείου σώματος· κάποτε μάλιστα παρουσιαζόταν σαν έγκυος — «η βαριασμέντσα η νύφε». Τα ρούχα της ήταν άσπρα ή ανοιχτού χρώματος. Ο «γαμπρός» ήταν χωρίς μάσκα, με πουδραρισμένο και βαμμένο κόκκινο πρόσωπο, με μουστάκια βαμμένα, ρούχα ανοιχτού χρώματος και καπέλο την «κουκούλα».
Η πιο γραφική και ζωηρή φιγούρα των μεταμφιεσμένων είναι «ο διάβολος». Στην περιγραφή του ήρωα αυτού, οι γνώμες των αφηγητών μας δε συμφωνούν. Εμείς ξεχωρίσαμε αρκετές μορφές του διαβόλου. Η ενδυμασία του ήταν από ύφασμα και από γούνα, σε κόκκινο ή μαύρο χρώμα με δύο κέρατα και με καπέλο ή μ’ ένα κέρατο ή με καλπάκι, με μυτερό καλπάκι. Το κουστούμι (βρακί - μπλούζα) γινόταν αποκλειστικά από τα τομάρια των τσακαλιών που πετύχαιναν στο κυνήγι. 
Από τους τρεις χρωματισμούς αυτών των ζώων, μαύρο, γκρίζο, κόκκινο έδιναν προτίμηση στο τελευταίο. Στο βρακί του διαβόλου στερέωναν ουρά σκύλου ή λύκου ή αλεπούς και κάποτε και αγελάδας. Στα χέρια του μεταμφιεσμένου σε διάβολο φορούσαν ιδιόμορφα γάντια: σκυλίσια πόδια με νύχια στις άκρες. Η μάσκα του διαβόλου γινόταν από γούνα και εξείχε προς τα εμπρός. Για τα μάτια έκαμναν δύο σχισμές, στις οποίες στερέωναν κομμάτια από γυαλί. Στο βραδινό αμυδρό φωτισμό, αυτά τα γυαλιά γυαλίζανε βλοσυρά και προκαλούσαν φρίκη στον οικοδεσπότη και την οικογένειά του. Ο άνθρωπος, ο οποίος παρίστανε το διάβολο, όχι μόνο προσπαθούσε ν’ αλλάξει τη φωνή του, αλλά και την ανθρώπινη μορφή του. Ο ρόλος του διαβόλου ήταν ο πιο δύσκολος: ήταν σε διαρκή κίνηση, πρόφθαινε παντού και σ’ αυτόν περισσότερο από τους άλλους ξεσπούσαν και οι δικοί του και οι ξένοι. Γι’ αυτό το ρόλο του διαβόλου μπορούσε να τον παίξει ο πιο ανθεκτικός νέος.
Εκτός από τα κύρια πέντε πρόσωπα, που έπαιζαν το πρωτοχρονιάτικο μυστήριο, στην ομάδα των μωμογέρων συμπεριλαμβάνονταν και δευτερεύοντα πρόσωπα. Ο αριθμός τους καθώς και η εξωτερική τους εμφάνιση δεν ήταν καθορισμένα. Έτσι «ο γιατρός» ή «η γιατράβα», αν ήταν ρόλος γυναίκας, ήταν ντυμένος με την παραδοσιακή ποντιακή ενδυμασία και στα χέρια του κρατούσε ένα σωληνάκι, το οποίο χρησιμοποιούσε σαν στηθοσκόπιο κατά την εξέταση του «ασθενήσαντος» ή «πληγωμένου» μωμόγερου.
 Ο γιατρός είχε μια σακούλα «το δισάκ’» με ιαματικά χόρτα και υλικό επιδέσμων. Ο παπάς «ο ποπάς» φορούσε μαύρο ρούχο, που θύμιζε ράσο και κρατούσε στα χέρια του σταυρό· τον καλούσαν για να πει προσευχές ή να εκτελέσει την ιεροτελεστία για τον αποθνήσκοντα μωμόγερο. Ο αστυφύλακας «ο ζάνταρος», με απειλητικά μουστάκια, σπαθί ή όπλο, συνήθως κατεδίωκε, συνελάμβανε και τιμωρούσε το διάβολο, εκπληρώνοντας διαταγές του γέρου και των άλλων μωμογέρων. Στη σύγκριση των κειμένων περιγραφής του εθίμου των μωμογέρων, είναι φανερό ότι οι ήρωες: γιατρός, παπάς, αστυφύλακας εμφανίστηκαν μεταγενέστερα στο πρωτοχρονιάτικο μυστήριο, σαν αποτέλεσμα ανάθεσης σ’ αυτούς εθιμικών πράξεων μερικών από τους πέντε βασικούς ήρωες, όπως του γαμπρού, της γραίας και του διαβόλου. Γι’ αυτό αυτά τα δευτερεύοντα πρόσωπα τα κατατάσσουμε στη δεύτερη ομάδα.
Την τρίτη ομάδα των μωμογέρων αποτελούσαν οι μουσικοί και οι τραγουδιστές. Ο ρόλος στο έθιμο ήταν απολύτως συγκεκριμένος: αυτοί έπαιζαν, τραγουδούσαν και χόρευαν. Καθώς θυμούνται οι πληροφοριοδότες μας, ο μουσικός, ο οποίος έπαιζε λύρα, και οι τραγουδιστές (2-3 άνθρωποι), μπορούσαν να είχαν όψη ανθρωπόμορφη, τα ρούχα τους όμως ήταν χωρίς συγκεκριμένη γραμμή, ενώ τα πρόσωπά τους ήταν σκεπασμένα με μάσκες. Καμιά φορά παρίσταναν ζώα, όπως π.χ. το λύκο «ο λύκον», την αρκούδα «ο άρκον», την κατσίκα «τ’ αιίδ’».
Φωτίζοντας το δρόμο τους με πυρσούς «τα τσακλία», οι μωμόγεροι πλησίαζαν σιγανά στο σπίτι, σταματούσαν και ο γέρος στην αρχή σιγανά, κατόπιν δυνατότερα και κατόπιν πολύ δυνατά, τράνταζε την αρμαθιά με τα κουδούνια. Ο οικοκύρης του σπιτιού άνοιγε την πόρτα και οι μωμόγεροι από το κατώφλι, όλοι μαζί, έψαλλαν την «αρχιμηνιά». Παραθέτω το πλησιέστερο από τα ποικίλα των καταγραφέντων από μας, κειμένων.

«Αρχή μηνιά κι αρχή χρονιά
και αρχή στο νέγον έτος.
Αές Βασίλης έρχεται
και από την Καισαρεία.
Βαστά εικόνα και χαρτίν,
χαρτίν και καλαμάρι.
Το καλαμάρι έγραφτεν
και το χαρτί ομίλει:
—Βασίλη, απόθεν έρχεσαι
και απόθεν καταβαίνεις;
—Από της μάνας έρχουμαι
και στο σχολειό μου πάγω.
—Κάτσε να φας, κάτσε να πιεις,
κάτσε να τραγουδήσεις.
—Εγώ γράμματα έμαθα,
τραγούδια δεν ηξέρω.
—Και αν ηξέρεις γράμματα
πες μας την αλφαβήτα.
—Χλωρό ραβδί, ξερόν ραβδίν,
χλωρά βλαστάρια πέφτουν,
απάνω στα βλαστάρια τους
πέρδικες κελαηδούσαν.
Δεν ήταν μόνον πέρδικες
και άλλα περιστέρια.
Κατέβηκε η πέρδικα,
να βρέξει το φτερό της,
να βρέξει τον αφέντη μας
τον πολυχρονεμένον.
Και αδά ’ς σο σπίτ’ ντο έρθαμε
να ζει ο νοικοκύρης!
Να ζήσει χρόνους εκατόν,
ημέρες χιλιάδες!
Εις έτη πολλά!
Να βοηθά!
Το νέγον έτος!».

Μετά την εκτέλεση του τραγουδιού, επακολουθούσε διάλογος μεταξύ του οικοδεσπότη και του γέρου. Ο οικοδεσπότης επίμονα ρωτούσε το γέρο, από πού ήρθε και ποιος είναι, αν ήρθε μόνος του και γιατί ήρθε στο σπίτι του. Ο γέρος απαντούσε ότι δεν ήρθε μόνος του και ότι πέρασε από δύσκολους δρόμους ξυπόλυτος, χωρίς τσαρούχια, ότι κουράστηκαν όλοι και πείνασαν και διψούν. Ο οικοδεσπότης τότε προσκαλούσε το γέρο στο σπίτι, κι αυτός καλούσε τη γραία. Αυτή έμπαινε δηλώνοντας ότι είναι έγκυος, ότι έχει και άλλα παιδιά και ότι πρέπει να πλέξει γι’ αυτά μάλλινες κάλτσες «τα κάλτσας» για το χειμώνα κ.ά.
 Κατόπιν η γραία καλούσε το γιό της, ο οποίος «γίος»—γαμπρός έμπαινε μέσα και έλεγε ότι έξω από την Πόρτα στέκεται η γυναίκα του «η νύφε». Οι οικοκυραίοι παρακαλούσαν να μπει κι αυτή. Αλλά και ο γαμπρός καλούσε τη νύφη και αυτή έμπαινε ακολουθουμένη από το μουσικό και τους τραγουδιστές και τότε όλοι οι μωμόγεροι άρχιζαν να χορεύουν τον «χορόν», το «λαγγευτόν» ή «τρομαχτόν».
 Εν τω μεταξύ κρυφά πίσω από τους χορεύοντες και τους μουσικούς τρύπωνε ο διάβολος και κρυβόταν στο τζάκι. Εκεί περίμενε την κατάλληλη στιγμή, για να κλέψει τη νύφη που του άρεσε. Αυτό το κατάφερνε και την έσερνε προς την έξοδο, ενώ η νύφη φώναζε και έχανε τις αισθήσεις της (καμιά φορά ο διάβολος πυροβολούσε το γαμπρό, τον οποίο αργότερα θεράπευε ο γιατρός ή η νύφη σύμφωνα με τις υποδείξεις του διαβόλου). Καλούσαν τότε το γιατρό στην άρρωστη και αυτός τη θεράπευε, ενώ έδιωχναν το διάβολο έξω από το σπίτι· αυτός όμως προσπαθούσε να μπει από το παράθυρο. Σε άλλη περίπτωση ο διάβολος εγκατέλειπε τη νύφη, που έχασε τις αισθήσεις της, πηδούσε και σκαρφάλωνε από την αλυσίδα του τζακιού προς την οροφή (το επεισόδιο αυτό για κάποιο λόγο ήταν φοβερό για την οικογένεια). Εκεί αυτός, λικνιζόμενος και μορφάζοντας φώναζε, ούρλιαζε και κατατρόμαζε όλους. Τελικά συγχωρούσαν το διάβολο και στη συνέχεια οι μωμόγεροι και οι οικοδεσπότες χόρευαν τον «χορόν» και τραγουδούσαν τραγούδια.
Κατά τη διάρκεια του διαδραματιζόμενου μυστηρίου, όπως τόνιζαν οι πληροφοριοδότες μας, οι μωμόγεροι συμπεριφέρονταν άσεμνα και ξετσίπωτα: άλλοι κυνηγούσαν την οικοκυρά, που ξεφώνιζε, την τσιμπούσαν και ψαχούλευαν το στήθος της και το υπογάστριο, και τη στριμώχνανε στον τοίχο. Ορμούσαν και εναντίον του οικοκύρη και τρομάζανε τα παιδιά. Ο οικοκύρης όμως ποτέ δεν τους σταματούσε και δεν ανακατευόταν. Τέτοια συμπεριφορά επιτρεπόταν αυτήν τη νύχτα. Οι οικοκυραίοι προσπαθούσαν να αναγνωρίσουν ποιοι είναι οι μεταμφιεσμένοι σε μωμόγερους, να βγάλουν τις μάσκες τους και τα στολίσματα της κεφαλής τους. Στο δωμάτιο γινόταν φασαρία, σαματάς, ακουγόταν το σκούξιμο των παιδιών και των γυναικών, αλλά κάποτε και των μωμογέρων.
Μετά τους προσέφεραν όσα είχαν προετοιμάσει γι’ αυτούς: βότκα, κρασί, μεζέδες. Τα γλυκά και τα φρούτα τα έπαιρναν οι μωμόγεροι μαζί τους και πάλι ενοχλούσαν τον οικοκύρη, ζητώντας μεγαλύτερη αμοιβή και έτσι η φασαρία και τα σούρτα-φέρτα ξανάρχιζαν. Όταν έπαιρναν τα χρήματα που ζητούσαν, ευχαριστούσαν τους οικοκυραίους και πήγαιναν σε άλλο σπίτι.
Σε κάθε χωριό υπήρχε μια ομάδα μωμόγερων, που προσπαθούσαν να επισκεφθούν όλα τα σπίτια, εκτός από εκείνα που είχαν πένθος ή δεν υπήρχε νέο συζυγικό ζευγάρι. Κατά την τέλεση του πρωτοχρονιάτικου μυστηρίου-εθίμου, οι μεταμφιεσμένοι ποτέ δεν κυνηγούσαν εργένηδες και ηλικιωμένους ανθρώπους. Οι Πόντιοι το εξηγούν αυτό, λέγοντας ότι με τους ηλικιωμένους και τη νεολαία είναι απρέπεια να φέρεται κανείς κατ’ αυτόν τον τρόπο. Υπάρχουν όμως ενδιαφέρουσες προλήψεις: πίστευαν δηλ. ότι μετά το νέο έτος και την επίσκεψη των μωμόγερων, οι σύζυγοι θα μπορούσαν να συλλάβουν όποιο μωρό θελήσουν —αγόρι ή κορίτσι, ενώ οι άτεκνοι θα αποκτήσουν μωρό, οπωσδήποτε αγόρι, που θα φέρει το όνομα της οικογένειας και θα είναι συνεχιστής της γενιάς.
Στο Ιστορικό Λεξικό της Ποντικής Διαλέκτου του Άνθιμου Παπαδόπουλου, το ουσιαστικό ο μωμόγερος· (περιοχής Κερασούντας και Τραπεζούντας), ο μωμόερος (περιοχής Τραπεζούντας και Χαλδίας), ο μαμούγερος (περιοχής Ινεπόλεως) έχει τρεις σημασίες: 1) ξεδοντιάρης ή μπαμπόγερος, 2) μεταμφιεσμένος στην πρωτοχρονιάτικη καρναβαλίστικη Παράσταση και 3) φάντασμα δύσμορφου γέρου.6 Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς ότι και εκεί σημειώνεται το επίθετο μώμος, προερχόμενο από τα αρχαία ελληνικά ο Μώμος, ονομασία του θεού της κακολογίας και του εμπαιγμού (κοροϊδίας), που στη σύγχρονη ποντιακή διάλεκτο σημαίνει ανόητος, κουτός.
Για τους σύγχρονους Έλληνες της Ατζάριας, η ετυμολογία του εθιμικού «οι μωμόγεροι» δεν είναι πια σαφής. Επειδή όμως το έθιμο των μωμόγερων ήταν πλατιά διαδεδομένο στα ελληνικά χωριά μέχρι το 1930 και άρχισε να σβήνει κατά το 1950, στο καθημερινό λεξιλόγιό τους ο όρος αυτός περιλαμβάνει αρκετές άλλες σημασίες, τις εξής:
1) Υπονοούνται μεταμφιεσμένοι που εκτελούν ορισμένες εθιμοτυπικές πράξεις της πρωτοχρονιάτικης νύχτας.
2) Από την προέλευση των εθιμοτυπικών πράξεων των μωμόγερων (βωμολοχίες, ερωτικές χειρονομίες και κινήσεις του σώματος, το κυνηγητό της γυναίκας του οικοκύρη κλπ.) σχηματίσθηκε η έννοια «άγριος», «ατίθασος άνθρωπος», «αγριάνθρωπος».
3) Το έθιμο των μωμοερλούχων με τη μεταμφίεση (ντύσιμο με ρούχα του άλλου φύλου) με την ψυχολογική διείσδυση στη μορφή του απεικονιζόμενου προσώπου και τη συναίσθηση της γιορτής, άρχισε να εκλαμβάνεται ως λαϊκή παράσταση, θέαμα, και δεν ήταν τυχαίο το ότι ονόμαζαν μωμόγερους τους ηθοποιούς της ιδιωτικής καλλιτεχνικής δραστηριότητας και γενικά τους ηθοποιούς.
4) Στην επικράτηση της νέας αυτής σημασίας του όρου συνετέλεσε και η ταυτόσημη ονομασία της παράστασης «οι μωμόγεροι», που ήταν στο ρεπερτόριο της ιδιωτικής καλλιτεχνικής δραστηριότητας των Ποντίων Ελλήνων στην Ατζάρια και Απχάζια κατά τη δεκαετία 1930— 1940.
5) «Μεταμφιεσμένος που εμφανίζεται μόνο στο σπίτι της νύφης την ημέρα του γάμου».
Οι Πόντιοι Έλληνες ανέκαθεν, κατά τον αρραβώνα, είχαν τη συνήθεια οι συγγενείς της νύφης να προσφέρουν βραστή (ψημένη) όρνιθα στο γαμπρό. Αυτό το έθιμο (συνήθεια) πιστοποιείται σε πολλά εθνογραφικά δημοσιεύματα στην Ελλάδα. Οι απόγονοι των Ποντίων που μετανάστευσαν στον Καύκασο επίσης το διατήρησαν, με μερικές όμως παραλλαγές. Πρώτα τη βρασμένη όρνιθα την πρόσφεραν στο γαμπρό όχι μόνο κατά τον αρραβώνα, μετά την τελετή, αλλά και στο γάμο, όταν ο γαμπρός με τους συνοδούς του ερχόταν να πάρει τη νύφη. Εξ άλλου, αυτών την όρνιθα την προσφέρουν οι μεταμφιεσμένοι, τους οποίους σ’ αυτό το έθιμο τους ονομάζουν μωμόερους. Τα τελευταία χρόνια άρχισαν να τους ονομάζουν περιγραφικά «εκείν’ π’ εφτάνε τσιμπούσα: αυτοί που κάνουν γλέντια, αστεία, ευθυμία».
Στον αρραβώνα οι μωμόγεροι εμφανίζονταν τα μεσάνυχτα, στο αποκορύφωμα του εύθυμου γλεντιού, μετά το τέλος όλης της διαδικασίας των εθίμων του αρραβώνα. Πέντε ως οκτώ άνθρωποι από την πλευρά της νύφης και των γειτόνων της μεταμφιέζονταν σε κρυφά μέρη (υπόγειο του σπιτιού, ξυλαποθήκη, γκαράζ, ή κουζίνα), φορούσαν παλιά γυρισμένα από την ανάποδη ρούχα, μαύριζαν ή έβαφαν το πρόσωπό τους, το κουκούλωναν με μαντίλι και το σκέπαζαν με στολίδια κεφαλής. Άλλαζαν τη φωνή και το βάδισμά τους, οι νέοι παρίσταναν τους γέρους, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία παρίσταναν τους νέους, οι νεαροί τις έγκυες γυναίκες ή μητέρες με μωρά, σι κοπέλες τους άντρες. Στη σάλα, όπου κάθονταν οι μουσαφιραίοι, οι μεταμφιεσμένοι έμπαιναν κρατώντας με τα χέρια ένα μακρύ σκοινί ή ήταν με τη σειρά δεμένοι από τη μέση. Η σκηνή που παρίσταναν ήταν η προσφορά πιατέλας (πιάτου, δίσκου) με τη βρασμένη όρνιθα στο γαμπρό. Την πιατέλα αυτή κρατούσε ο μάγειρας (η μαγείρισσα) «ο μάερας», «η μαέρτσα» ή ο πρεσβύτερος συγγενής της νύφης, και η άκρη του σκοινιού ήταν δεμένη γύρω από τη μέση του. Μόνος αυτός από την ομάδα δεν ήταν μεταμφιεσμένος με καρναβαλίστικο κοστούμι και δεν είχε μάσκα στο πρόσωπό του. Όταν αυτός που κρατούσε την πιατέλα με την όρνιθα περπατούσε εμπρός από τους μεταμφιεσμένους, τον ονόμαζαν «ο οδηγός». Σ’ αυτήν την περίπτωση προσπαθούσε να προχωρήσει, οι μεταμφιεσμένοι όμως αντιστεκόμενοι τον τραβούσαν πίσω. Αν πήγαινε αυτός πίσω από όλους τους μεταμφιεσμένους, τον ονόμαζαν «ο τελευταίος» και τότε οι μεταμφιεσμένοι τραβούσαν το σκοινί με το οποίο ήταν δεμένοι, ενώ ο τελευταίος αντιστεκόμενος τους τραβούσε Πίσω. Αυτοί οι μεταμφιεσμένοι, αντίθετα από τους πρωτοχρονιάτικους, δε στριφογύριζαν στα δωμάτια, κανένα δεν προσβάλλανε και δεν πείραζαν, και οι μουσαφιραίοι, που κάθονταν γύρω στο τραπέζι, δεν επιχειρούσαν να αναγνωρίσουν τους μεταμφιεσμένους. Ήταν παθητικοί θεατές της παράστασης αυτής.
Την απόσταση από την Πόρτα του δωματίου ως την καρέκλα που καθόταν ο γαμπρός, περίπου 5—6 μέτρων, οι μεταμφιεσμένοι τη διέσχιζαν σε 20—30 λεπτά, εμποδίζοντας ο ένας τον άλλο και καταβάλλοντας υπεράνθρωπες προσπάθειες, για να σύρουν την εξαιρετικά «βαριά» όρνιθα. Οι μεγάλες διαστάσεις και το βάρος της όρνιθας τονίζονται και στο τραγούδι «ελέσα για λέσα». Ένας από τους μεταμφιεσμένους άρχιζε το τραγούδι και οι υπόλοιποι το επαναλάμβαναν ξεφωνίζοντας και σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον:

«Γιούργια, γιούργια!
Ελεσά για λέσα!
Η κοσσάρα έν’ βαρέσα!
Ελεσά για λέσα!
Γιούργια, συρ’ τεν κ’ έλα!
Η κοσσάρα έν’ βαρέσα!
Ελεσά για λέσα!
Η κοσσάρα στο μερίν
Ελεσά για λέσα!
Συρ’ τεν κ’ έλα!
Κίτρινον κι άμον κερίν!
Ελεσά για λέσα!
Σύρ’ τεν κ’ έλα!
Γιούργια, γιούργια!
Η κοσσάρα έν’ τρανόν!
Ελεσά για λέσα!
Φέρομ’ ατο τον γαμπρόν!
Ελεσά για λέσα!
Γιούργια, γιούργια
Σύρ’ τεν κ’ έλα!».

Το εθιμικό γαμήλιο τραγούδι «ελεσά λέσα» (άλλη ονομασία του «ελέσα γιόσα») από το στυλ του εμφανίζεται σαν τραγούδι της εργασίας, χαρακτηριστικά στοιχεία του οποίου διακρίνονται εδώ καθαρά: ο τύπος της μελωδίας, η περιορισμένη ένταση στη «διαπασών» και η ενοποίηση με την ίδια προφορά της ηχηρά τονισμένης συλλαβής. Το τραγούδι της εργατιάς «ελεσά γιόσα» (παρωδία του οποίου είναι το εθιμικό γαμήλιο τραγούδι που εκτελείται από τους μεταμφιεσμένους) το εκτελούν κατά την πραγματοποίηση κάποιας βαριάς δουλειάς, π.χ. κατά τη μετακίνηση φορτίου, κατά τη διάρκεια οικοδομικών εργασιών. Άλλοτε, στα παλιά χρόνια, όταν 10—15 άνθρωποι έβγαζαν από το υπόγειο το σατσναχέλι9 με χοντρά σκοινιά, φώναζαν: «Ελέσα, ελέσα, γιόσα!» Το ίδιο έλεγαν και στο γάμο και αστειεύονταν, όταν ο γαμπρός καθόταν στο τραπέζι. Γι’ αυτόν έφερναν την όρνιθα και έλεγαν πάλι: «Ελέσα» και αστειεύονταν ότι η όρνιθα ήταν βαριά. Έβαζαν την όρνιθα στο δίσκο και προσποιούνταν ότι οι μεταμφιεσμένοι σύρουν το σατσναχέλι στο τραπέζι μπρος στο γαμπρό. Έλεγαν: «Βαρύν κοσσάρα, ελέσα γιόσα, βαρύν κοσσάρα!». Από τη συνοδεία του γαμπρού, κάποιος από τους δικούς του όφειλε να πληρώσει γι’ αυτόν την όρνιθα.
Η δανεισμένη από το ποντιακό τραγούδι της εργατιάς επωδός «ελέσα για λέσα», και οι αναφωνήσεις «γιούργια», «σύρ’ τεν κ’ έλα» συνθέτουν τις προσπάθειες των μεταμφιεσμένων και το κωμικό της σκηνής, την οποία παίζουν, δηλώνοντας ότι γίνεται παρωδία όχι μόνο του τραγουδιού της εργατιάς αλλά και της βαριάς δουλειάς και εντάσεως που δημιουργείται με την εισαγωγή στο δωμάτιο του δίσκου με τη βρασμένη όρνιθα, οι υπερβολικές διαστάσεις της οποίας τονίζονταν στο εκτελούμενο τραγούδι.
Κατά το γάμο, η σκηνή της προσφοράς της πιατέλας με τη βρασμένη όρνιθα από τους μεταμφιεσμένους επαναλαμβάνεται πάλι στο σπίτι της νύφης, όταν έρχεται να την πάρει ο γαμπρός με την ακολουθία του. Και στους μωμογέρους οι μεταμφιεσμένοι πάλι εμφανίζονται από κρυφά μέρη συνήθως από το υπόγειο του σπιτιού, και τραγουδώντας το τραγούδι, σέρνουν την . . .πελώρια βαριά τους όρνιθα, παίρνουν από τον κουμπάρο του γαμπρού χρήματα για τους κόπους τους και ήσυχα φεύγουν.
Η εκτέλεση του τραγουδιού «Ελέσα λέσα» από τους μεταμφιεσμένους είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση που η νύφη είναι παρθένος, αν δηλαδή δεν την έκλεψαν ή δεν το ‘σκασε, συμφωνώντας με το γαμπρό. Κατά το διάστημα της αποστολής μας το 1984, εμείς παραβρεθήκαμε σε ποντιακό γάμο στο χωριό Ντάγκβα, τον οποίο γιόρταζαν, αφού ο γαμπρός και η νύφη έζησαν μαζί επί αρκετούς μήνες. Η διαδικασία (το σενάριο) αυτού του γάμου βασικά ανταποκρινόταν στην παράδοση, εκτός από το έθιμο του «νυφέπαρμαν». Το σόι της νύφης δεν τέντωσε το σκοινί στην είσοδο της αυλής εμπρός από τη συνοδεία του γαμπρού κι ούτε υπήρχαν μεταμφιεσμένοι, αλλά η όρνιθα για το γαμ3τρό είχε ετοιμασθεί και διασκευασθεί με ειδικό τρόπο: τα πόδια της είχαν περασθεί από κομμένο άνοιγμα της κοιλότητας του στήθους του πτηνού, ενώ τα άκρα τους εξείχαν από το πίσω μέρος (τον πρωκτό). Την πιατέλα με αυτήν την όρνιθα την έβαλαν σιωπηλοί στο τραπέζι εμπρός στον κουμπάρο του γαμπρού, και αυτός σιωπηλός επλήρωσε γι’ αυτήν. Αυτόν το γάμο οι γονείς της νύφης και του γαμπρού τον έκαμαν, για να αποζημιωθούν για τα έξοδα, στα οποία υποβλήθηκαν σε γάμους άλλων σπιτιών.
Η εμφάνιση των μωμόγερων στα πρωτοχρονιάτικα και γαμήλια έθιμα εξαρτάται από το δεσμό τους με τη λατρεία των προγόνων. Αυτό πιστοποιείται από την εμφάνισή τους τη νύχτα, από το αγνώριστο, τα παλιά και αναποδογυρισμένα ρούχα, το «τραβεστί», την αλλαγή της φωνής. Οι μεταμφιεσμένοι δεν αποκαλύπτουν τον τόπο από τον οποίο ήλθαν. Στις συνομιλίες τους με τους οικοκυραίους του σπιτιού, τονίζουν τη σημασία της απόστασης, την οποία υπερνίκησαν, το σκοτάδι, την πείνα, το κρύο, τη δίψα, την κούραση. Ακριβώς τα ίδια πράγματα λένε οι προξενητάδες και συγγενείς του γαμπρού στο κατώφλι του σπιτιού της νύφης κατά τον αρραβώνα, ότι δηλ. και αυτοί, όπως και οι μωμόγεροι, ήρθαν σε άλλο κόσμο. Για τους μωμόγερους, όπως και για τις ψυχές των προγόνων και των πνευμάτων της φύσης, ετοιμαζόταν ειδική τροφή, την οποία είναι δυνατόν να την ερμηνεύσει κανείς σαν μνημόσυνο: άλλωστε ξηρά και φρέσκα φρούτα, καρύδια και γλυκά οι Πόντιοι έφερναν πάντοτε σαν θυσία στην πηγή του χωριού το πρωί της 1ης Ιανουαρίου μετά την επίσκεψη των μωμόγερων στο σπίτι.
Η συμπεριφορά και μερικές λεπτομέρειες της ενδυμασίας του διαβόλου (σκυλίσια πόδια, αναμαλλιασμένη, φουντωτή ουρά, το ουρλιαχτό, οι γρήγορες κινήσεις και τα πηδήματα, η ενδυμασία, κατασκευασμένη εξ ολοκλήρου από τομάρια τσακαλιών) μαρτυρούν τη σχέση του με τη λατρεία του λύκου-προγόνου, τον οποίο πιθανώς κάποτε σέβονταν και οι Έλληνες Πόντιοι. Η Ανατολή, ένα από τα αρχαιότερα κέντρα λατρείας του λύκου και ο σεβασμός των Ποντίων στο πρόγονο ζώο, επιβεβαιώνεται και με τις ονομασίες συγγένειας: «ο λυκοπάππον», (κυριολ. σημαίνει τον προπάππο «λύκος-παππούς»), «η λυκογιάγια», (κυριολ. «λύκαινα-γιαγιά») σημαίνει την προγιαγιά, «ο αρκοπάππον», (κυριολ. «άρκος-παππούς») σημαίνει τον προπροπαππού, «η αρκογιάγια», (κυριολ. «άρκαινα-γιαγιά») σημαίνει την προπρογιαγιά. Η γυναίκα που έχει πολλά παιδιά ονομάζεται «η λυκοτσούνα» και ο παραγερασμένος γέρος «λυκάνθρωπος», δηλαδή λύκος-άνθρωπος.
Η αρχαία ελληνική θεότητα της κακολογίας, κοροϊδίας και κακών τεχνασμάτων «ο Μώμος», το όνομα του οποίου διατηρήθηκε στην ονομασία «Μωμόγεροι», ήταν γιος της Νύχτας, αδελφός του θανάτου, του Ύπνου, της Νέμεσης και άλλων χθονίων θεοτήτων που μένουν στον Άδη. Η περιγραφή της εξωτερικής εμφάνισης του γέρου (το ραβδί, τα κουδουνάκια, τα γένια, τα μακριά μαλλιά) όλα συμπίπτουν με την εμφάνιση του γέρου Μώμου από τους αρχαίους Έλληνες. Σημειώνουμε ότι η ονομασία του πρωτοχρονιάτικου ήρωα Μωμόγερος αντιστοιχεί στην ονομασία της λατινικής θεότητας των σατουρναλίων Mamurius Veturius με την ίδια ετυμολογία.
Η εμφάνιση των ψυχών-προγόνων κατά το νέο έτος έφερνε ευημερία, ευφορία και συντελούσε στην τεκνοποίηση. Σ’ αυτό αποβλέπουν η αχαλίνωτη συμπεριφορά των μεταμφιεσμένων, οι ερωτικές σκηνές, η εθιμοτυπική βωμολοχία, οι άσεμνες κινήσεις του σώματος και οι χειρονομίες, η αλλαγή του φύλου των μεταμφιεσμένων, το φαλλόσχημο ραβδί του Γέρου, τα κέρατα του Διαβόλου, η «εγκυμοσύνη» της Γριάς ή της Νύφης, τα υπερτροφικά γεννητικά όργανα και η πίστη των κατοίκων στη σύλληψη βρέφους μετά την επίσκεψη των μωμογέρων στο σπίτι.
Εμμέσως ο σκοπός ευχής για πλούτο, απογόνους και ευφορία στην οικογένεια, εκφράζονται και με την προσφορά της όρνιθας από τους μεταμφιεσμένους στο γαμπρό κατά τον αρραβώνα και το γάμο. Το γεγονός ότι συμπεριλαμβάνεται στα γαμήλια έθιμα των Ποντίων της Ατζάρια και αυτό των Μωμογέρων, αν και φαίνεται νεωτερισμός, όμως ακολουθεί το αρχέτυπο πρότυπο, καθότι κάθε γάμος των ανθρώπων, σαν επανάληψη του Ιερού γάμου (ιερογαμία), αναγεννά το «έτος», αποκαθιστά την τάξη στον κόσμο, και το έτος επαναλαμβάνει το έργο της κοσμογονίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι τόσο οι μεταμφιεσμένοι στην τελετή του γάμου όσο και οι μεταμφιεσμένοι της πρωτοχρονιάς εμφανίζονται στα σκοτεινά, εφόσον το σκοτάδι συμβολίζει μη διαφοροποιημένο σύνολο, την κοσμική νύχτα, το χάος: στον αρραβώνα εμφανίζονται τα μεσάνυχτα, στο γάμο όμως πριν αρχίσει το νυφέπαρμαν, αφού στην Ατζάρια γίνεται το βράδυ πριν από τη δύση του ήλιου (το έθιμο εμφανίζεται σαν απόηχος του αρχαίου ελληνικού εθίμου του γάμου, όταν έπαιρναν τη νύφη από το πατρικό της σπίτι τη νύχτα, με το φως των πυρσών).
Η μεταμφίεση στο γάμο είναι γνωστή και σε άλλους λαούς, όπως π.χ. γίνεται με το σατιρικό γάμο, γάμο από την «ανάποδη» στους ανατολικούς Σλάβους και τους Μαριουπολίτες ‘Έλληνες. Η μετατόπιση του εθίμου των μωμοερλούχων από το πρωτοχρονιάτικο στο γαμήλιο έθιμο συνδέεται, πιθανόν, με τη μεγαλύτερη προσήλωση στις οικογενειακές συνήθειες σε σύγκριση με τις ημερολογιακές, αν και η κατάργηση του εθιμικού ημερολογιακού κύκλου δε γίνεται ισόμετρα στους Ποντίους του Καυκάσου.  Στους Έλληνες της Ατζάρια η απώλεια μερικών ημερολογιακών εθίμων προήλθε Κυρίως από την αλλαγή του τρόπου ζωής, την απώλεια δηλαδή των παραδοσιακών ασχολιών, εφόσον κυρίως αυτοί ασχολούνται με την καλλιέργεια των εσπεριδοειδών και του τσαγιού. Ενδιάμεση κλιμάκωση σ’ αυτή τη διαδικασία, προφανώς, ήταν το πέρασμα του εθίμου από το κοινωνικό επίπεδο στο οικογενειακό επίπεδο, εφόσον και στις μέρες μας μπορούν να οργανώνονται μικρές ομάδες για την πρωτοχρονιάτικη επίσκεψη. Όμως δεν επισκέπτονται τώρα όλα τα σπίτια του χωριού, αλλά τα σπίτια των οικογενειών τους και μερικές οικογένειες συγγενών τους. Έπαιξε το ρόλο της και η αλλαγή των μωμοερλούχων σε θέαμα, με το ανέβασμά τους στη σκηνή στη δεκαετία του 1930, όταν το έθιμο αυτό καθεαυτό από υποχρεωτικό μεταβλήθηκε σε προαιρετικό, άρχισε να χάνει τις εθιμοτυπικές και μαγικές λειτουργίες (ιδιότητές) του και επομένως και τη σημασία του για τους φορείς της κουλτούρας.
Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τα γαμήλια μωμο(γ)ερλούχα διαφέρουν σημαντικά από τα πρωτοχρονιάτικα, αφού δεν ήταν υποχρεωτική η ύπαρξη των ηρώων και επομένως των ειδικών ενδυμασιών που κατασκευάσθηκαν «εκ των προτέρων». Οι μεταμφιεσμένοι του γάμου φέρονται ολωσδιόλου διαφορετικά από τους πρωτοχρονιάτικους και οι παραβρισκόμενοι φέρονται σ’ αυτούς διαφορετικά· δηλαδή τα γαμήλια μωμο(γ)ερλούχα είναι οπωσδήποτε εντελώς άλλο έθιμο, παρόλον ότι κίνητρο της εμφάνισής τους, προφανώς, ήταν η πρωτοχρονιάτικη εμφάνιση και οι διάφορες παραλλαγές των Ποντίων της Ατζάρια.



ΖΑΪΚΟΦΣΚΑΓΙΑ ΤΑΤΙΑΝΑ ΒΛΑΔΛΕΝΟΒΝΑ
Ινστιτούτο Εθνογραφίας της Ακαδημίας Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ., Μόσχα


Πηγή: Αρχείον Πόντου τομ. 47.

ΑΤΣΚΒA (Σχολειά & Εκκλησίες)

Ως συνοικισμός το χωριό Ατσκβα δημιουργήθηκε στα χρόνια 1883- 1885 από τους Έλληνες μετανάστες από την περιοχή της Τραπεζού­ντας. Οι περισσότεροι άνδρες ήταν γνωστοί μάστορες λιθοξόοι. Αργό­τερα το 1897 από την περιοχή της Τραπεζούντας σ’ αυτό το χωριό ε­γκαταστάθηκαν οικογένειες των Ιαλάμωφ και Σαπλαχίδν. Οι κάτοικοι του χωριού προσπαθούσαν να μην καθυστερούν την οικοδόμηση της εκ­κλησίας, όμως δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να πραγματοποι­ήσουν τα σχέδιά τους. Γι’ αυτό η εκκλησία σ’ αυτό το χωριό χτίστηκε λίγο αργότερα.
Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του χωριού Κάτω Άτσκβα

Το 1889 άρχισαν να κάνουν έρανο από τους κατοίκους του χωριού και το 1890 άρχισαν την οικοδόμηση της εκκλησίας, που ολοκληρώ­θηκε το 1891. Αυτή η εκκλησία αφιερώθηκε στη μνήμη του Αγίου Γε­ωργίου Μεγαλομάρτυρα.
Να σημειώσουμε ότι οι κάτοικοι του χωριού Ατσκβα το 1888 υπέ­βαλαν αίτηση στην τοπική αυτοδιοίκηση που λέγει το εξής: «Εμείς οι κάτοικοι του χωριού Ατσκβα επιθυμούμε να χτίσουμε τη δική μας εκ­κλησία στο κέντρο του νεκροταφείου και να διατηρήσουμε με τα έξοδά μας τόσο την εκκλησία όσο και τον ιερέα». Αυτή η αίτηση είχε γραφτεί από τον εξουσιοδοτημένο Χ. Γ. Αγγελίδη.

Όμως το χωριό Ατσκβα έγινε πολύ μεγάλο και ξαπλώθηκε στα βουνά. Γ ι’ αυτό οι κάτοικοι του χωριού δεν μπόρεσαν να συνεννοηθούν για να χτίσουν μόνο μια εκκλησία. Από τότε το χωριό διαιρέθηκε σε δύο τμήματα. Κάτω και Άνω Ατσκβα. Το 1905 αποφασίστηκε να χτιστεί και δεύτερη εκκλησία. Με την καθοδήγηση τον κ. Αβραάμ Αθανάσωφ οι κάτοικοι Άνω Ατσκβα άρχισαν την οικοδόμηση της δεύτερης εκκλησίας, η οποία μετά την αποπεράτωσή της αφιερώθηκε στη μνή­μη των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Πρώτος ιερέας σ’ αυ­τές τις εκκλησίες υπηρέτησε ο παπάς Φ. Ν. Παπαδόπουλος. Έχουμε ε­πίσημο ντοκουμέντο, που μας πληροφορεί ότι ο παπάς Παπαδόπουλος γεννήθηκε στην πόλη Τρίπολη.
Μετά τις εκκλησίες οι Έλληνες άνοιξαν σχολεία, όπου εκπαιδεύο­νταν τα παιδιά τους. Πρώτος δάσκαλος και στα δύο σχολεία ήταν ο πα­πάς Παπαδόπουλος, ο οποίος δίδασκε τους απλούς κανόνες της μητρι­κής γλώσσας, την αριθμητική, την καλλιγραφία, τη γεωγραφία, το τραγούδι και τους εκκλησιαστικούς κανόνες. Έτσι συνέχισε μέχρι τη Σοβιετική περίοδο, οπότε την τρίτη δεκαετία του 20ου αιώνα έκλεισαν οι εκκλησίες και τα ελληνικά σχολεία κατ’ εντολή του Σοβιετικού κα­τεστημένου. Παράλληλα έκλεισε το αριστούργημα της ρωσικής τεχνο­τροπίας και αρχιτεκτονικής, η Μητρόπολη του Βατούμ (Σομπόφ), στη θέση του οποίου κτίσανε το ξενοδοχείο Ιντουρίστ
Με τα υλικά της Μη­τρόπολης, που κατεδαφίστηκε, χτίστηκαν και άλλες δύο οικοδομές.

Σωκράτης Αγγελίδης
Διδάκτορας της Ιστορίας - Ανατολικολόγος

Με το ζόρ' διατρός

Συνεχίζεται  και σήμερα τελευταία μέρα, με μεγάλη επιτυχία στο Δημοτικό θέατρο Σταυρούπολης ¨Χρήστος Τσακίρης" η θεατρική παράσταση  :"Με Το Ζορ'  Διατρός" του Μολιέρου.
Αρχικά οι συντελεστές δήλωσαν ότι  θα δοθούν μόνο 3 παραστάσεις και μέχρι στιγμής δεν γνωρίζουμε αν θα δοθεί καμία παράταση ...
Συγχαρητήρια στον Σύλλογο Ποντίων Σταυρούπολης "ΑΚΡΙΤΕΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ" και όλους τους συντελεστές  της παράστασης , που για άλλη μια χρονιά μας εκπλήσσουν ευχάριστα!!!
Τηλέφωνο επικοινωνίας για κρατήσεις θέσεων : 6978775278.
Έναρξη παράστασης : 21.00'
Τα εισιτήρια τα παραλαμβάνεται απο το ταμείο του θεάτρου μετά τις 20.30'.

Γυναικοκτονία: Η Ελληνίδα,η Αρμένια, η Κούρδισα,η Ασσύρια.

Ροζίν Μοχάμεντ,Αναστασία Μαραμενίδου,
 Αλίς Φαρατζιάν, Θεοφάνης Μαλκίδης  

Εύξεινος Λόγος- Επιτροπή για τη Διεθνοποίηση και την Αναγνώριση της Γενοκτονίας- Ένωση Ποντίων Νέας Σμύρνης- Δάφνης- Αγίου Δημητρίου «Η Μαύρη Θάλασσα».

Το βιβλίο, του οποίου η  παρουσίαση θα γίνει το Σάββατο 29 Απριλίου στις 7:30μμ στον πολυχώρο ΓΑΛΑΞΙΑ στην κεντρική πλατεία της  Νέας Σμύρνης, περιλαμβάνει τις ομιλίες της ημερίδας που οργάνωσε η  Ένωση Ποντίων Νέας Σμύρνης- Δάφνης- Αγίου Δημητρίου  «Η Μαύρη Θάλασσα» στο κτίριο της Εστίας Νέας Σμύρνης, με την οποία και συνεργάστηκε για την υλοποίηση της εκδήλωσης. 

Η εκδήλωση καθώς και το βιβλίο για τη Γυναικοκτονία αποτελεί μία ιδιαίτερη συμβολή για την προβολή, τεκμηρίωση και ανάδειξη του μαζικού εγκλήματος εναντίον των γυναικών και έρχεται να συναντήσει τη συζήτηση που υπάρχει στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο, ακόμη και στην Τουρκία, για τη γνώση της ιστορίας και της τραγικής αυτής σελίδας των λαών της Μικράς Ασίας. 

Διαδηλώνοντας στην Άγκυρα (!) σιωπώντας στην Αθήνα.....



Με το σύνθημα ο «Γιάννης-Βασίλης Γιαϊλαλί δεν είναι μόνος»,συναγωνιστές μας διαδήλωσαν στην Άγκυρα, για να διαμαρτυρηθούν για τη φυλάκισή του από το Τουρκικό φασιστικό καθεστώς και να ζητήσουν την απελευθέρωσή του από τη κλειστή φυλακή του Σιρνάκ όπου κρατείται.  Η διαδήλωση η οποία έγινε την ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Αρμενίων, την οργάνωσαν κόμματα όπως το διωκόμενο HDP  και πρωτοβουλίες όπως η AKA-DER,  ESP,  ΑΚΚΑ. 

Ο Γιάννης-Βασίλης Γιαϊλαλί (Yannis VasilisYaylali) γεννημένος στον Πόντο συμμετείχε στον πόλεμο ως στρατιώτης εναντίον των Κούρδων το 1994, όπου τραυματίστηκε και βρέθηκε στα χέρια των μαχητών του  PKK. Η οικογένειά του κατά την υποβολή της αίτησης  προς το Γενικό Επιτελείο Στρατού για να μάθει την τύχη του, ειδοποιήθηκε  ότι έπρεπε να εγκαταλείψει την προσπάθεια, αφού ήταν  νεκρός, ενώ ως αποτέλεσμα των επίμονων ερευνών  οι τουρκικές αρχές προειδοποίησαν  να «μην μιλάτε πολύ γι’ αυτό το γεγονός, γιατί γνωρίζουμε ότι είστε Έλληνες»! 

Ο  Γιαϊλαλί  ο οποίος έμεινε αιχμάλωτος για μεγάλο χρονικό διάστημα των Κούρδων, έμαθε για την πραγματική του ταυτότητα,  άλλαξε  το όνομά του σε Γιάννης Βασίλης Γιαγιάλι και μπήκε μπροστά στον αγώνα για την ανάδειξη της Γενοκτονίας και ως εκ τούτου κατηγορήθηκε το 2016 για προσβολή του Κεμάλ, του Ερντογάν, τρομοκρατία και υποκίνηση σε ανυπακοή .
Τελικώς ο  Γιάννης Βασίλης Γιαϊλαλί συνελήφθη το βράδυ της 22ας Απριλίου 2017 και από τότε κρατείται  στη φυλακή τύπου  Τ στο Σιρνάκ του τουρκοκρατούμενου Κουρδιστάν.

Γνωρίζουμε ότι η  συνείδηση  του Γιαϊλαλί  είναι ενάντια στο καθεστώς που  καταδιώκει τους λαούς  στην Τουρκία,  που προετοιμάζουν το έδαφος για τη δολοφονία του Hrant Dink, ενάντια σε εκείνους που έχουν βομβαρδίσει και σκοτώσει χιλιάδες ανθρώπους. Το καθεστώς αυτό της τυραννίας δεν μπορεί να κρίνει αυτούς που αγωνίζονται για την Ελευθερία και εκείνοι που σήμερα ασκούν καταπίεση και δολοφονούν θα εξαφανισθούν από τη συνείδηση του  Γιάννη Βασίλη Γιαϊλαλί . Επειδή η φωνή της συνείδησής του είναι η φωνή των λαών και των παιδιών που καίγονται και σφάζονται, είναι η φωνή των ιστορικών λαών: Των  Ελλήνων, των Αρμενίων,  των  Κούρδων.

Παρά την ένοχη  σιωπή της Αθήνας και των «αρμοδίων», εμείς είμαστε με τη ζωή, τη   δικαιοσύνη, την αλήθεια, αγωνιζόμενοι για την Ελευθερία  του συμπατριώτη μας Γιάννη Βασίλη Γιαϊλαλί. 



Θεοφάνης Μαλκίδης



Ενα απο τα πρωτα εγκληματα κατα της ανθρωποτητας!!!!

Τα αεροσκάφη των Ναζί, συμμετείχε και η φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι, εμφανίστηκαν πάνω από την Guernica (Γκερνίκα η σωστή της προφορά στα ισπανικά) αργά το απόγευμα της 26ης Απρίλη 1937. Ήταν ανοιχτή η αγορά στην ιστορική πόλη των Βάσκων, με εκατοντάδες κατοίκους συγκεντρωμένους στην κεντρική πλατεία. Δεν μπορούσε κανείς να φανταστεί τι επρόκειτο να συμβεί....
 Την εποχή του βομβαρδισμού της Γκερνικα, ο Πάμπλο Πικάσο ετοίμαζε ένα πίνακα, παραγγελία της Δημοκρατικής Κυβέρνησης της Μαδρίτης. Μόλις πληροφορήθηκε τη μεγάλη σφαγή, ονόμασε τον πίνακα Γκερνικα, θέλοντας να εκφράσει την απέχθεια του προς τους στρατιωτικούς «που βύθισαν την Ισπανία στον ωκεανό του πόνου και του θανάτου».