Επιστροφή των Αργοναυτών

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2018

ΑΝΑΜΕΣΑ στα χωριά της περιοχής της Τραπεζούντας του Πόντου ήταν και η Σαντά με τις εφτά ενορίες της.
Ισχανάντων Σαντάς


Σε μια από τις εφτά ενορίες, στην ενορία Ισχανάντων, ζούσε ένα αγοράκι. Το έλεγαν, στην ποντιακή διάλεκτο, ο Συμιόντς τη Λιάν, δηλαδή ο Συμεών Λιανίδης, όπως άλλαξαν τα ποντιακά επίθετα οι δάσκαλοι της περιοχής του Πόντου, επί το ελληνικώτερον δηλαδή (δες Πηλείδης, Αγαμεμνονίδης κ.λ.π.) εξοστρακίζοντας τα βυζαντινών καταλήξεων τοτινά επίθετα.
Το αγοράκι αυτό, ο Συμιόντς τη Λιάν λοιπόν, ήταν ένα εξυπνότατο, λεπτοκαμωμένο, ψιλόλιγνο παιδάκι, με ωραία σγουρά υπόξανθα μαλλιά, με χοντρά υπογάλανα μάτια, πρόθυμο, φρόνιμο, εργατικό και φιλότιμο.
Οι γονείς του, ο Θόδωρον τη Λιάν κι η μάνα του, είχαν πεθάνει πολύ νέοι και άφησαν πίσω τους τον Συμιόν κι άλλα μικρότερα αδέλφια, ορφανά, να τα προστατέψει, να τα ζήσει, να τα μεγαλώσει ο μικρούλης τούτος πρωτότοκος.
Ξενοδούλευε λοιπόν το καημένο το παιδάκι να μπορέσει να ζήσει το ορφανό κοπάδι του.
Δε γόγγυζε, δεν παραπονιόταν, μόνο που αγαπούσε πολύ τα γράμματα και το έτρωγε ο καημός που θα έμενε αγράμματο. 
Πώς να πάει στο σχολείο; 
Ποιος θα το συντηρούσε κι αυτό και τα ορφανά;
Κάθε βράδυ λοιπόν, αφού τάιζε και κοίμιζε τ’ αδέλφια του, έπαιρνε ένα καρβουνιασμένο αποκαΐδι απ’ το τζάκι κι ώρες ολόκληρες πάλευε να μάθει γραφή και τις τέσσερις πράξεις της Αριθμητικής πάνω στο πλακόστρωτο του τζακιού. Και τα κατάφερε.
Η υπομονή κι η θέληση κάνουν θαύματα, λένε. Κι ο μικρός ορφανός τα είχε και τα δύο και μάλιστα συνοδευμένα από μια ευφυία, που λαμπύριζε στα έξυπνα υπογάλανα εκείνα μάτια του.
Δούλευε, ανάτρεφε τα ορφανά του και... σπούδαζε.
Έτσι έφτασε την εφηβεία, έγινε ένας σεμνός νέος δαχτυλοδειχτούμενος στο χωριό. Όταν τον πήραν στρατιώτη στον τούρκικο στρατό, η μοίρα τού έφερε έναν στρατιώτη τουρκόπουλο από το Ερζερούμ, κωμόπολη στα νότια της Τραπεζούντας, κέντρο αγροτικής και ιδιαίτερα σιτοπαραγωγικής περιοχής.
Οι δυο νέοι γνωρίστηκαν, συνδέθηκαν με φιλία και κάποτε ο νεαρός Τούρκος συστρατιώτης του αρρώστησε βαριά.
Ποιος να τον περιποιηθεί; Πρωτόγονες ήταν οι τούρκικες στρατιωτικές υγειονομικές υπηρεσίες κι όσο νάναι ένας δικός σου άνθρωπος, ένας φίλος, σε τέτοιες περιπτώσεις είναι κάτι πολύ σημαντικό.
Ο Συμιόντς τον περιποιήθηκε σαν αδελφός, κι ας ήταν Τούρκος, τον παραστάθηκε, τον φρόντισε ώσπου να γίνει καλά. Αυτό ένωσε τους δύο φίλους περισσότερο, κι η φιλία τους έγινε δυνατή κι αδελφική.
Όταν απολύθηκαν απ’ το στρατό, ο καθένας πήγε στον τόπο του. Δεν πέρασαν όμως πολλές μέρες και ο Συμιόντς παίρνει ένα γράμμα. Ήταν από τον πατέρα του φίλου του Τούρκου συστρατιώτη.

Ερζερούμ 1903

Τον καλούσε να πάει αμέσως στο Ερζερούμ. Τον ήθελε. Πήγε.
Τον καλοδέχτηκαν στο αρχοντικό τους, μάνα και πατέρας, με αγάπη για το καλό που έκανε στο παιδί τους.
-Έμαθα, του είπε ο πατέρας Τούρκος, πως είσαι ορφανός, φτωχός και προστάτης κι άλλων αδελφών σου ορφανών. Έμαθα πως έμαθες μόνος σου να γράφεις και να λογαριάζεις. Έμαθα ακόμα πως είσαι τίμιος και εργατικός νέος και ξέρω πόσο βοήθησες το άρρωστο παιδί μου, τον συστρατιώτη φίλο σου.
Ασκόλσουμ, όγλουμ. Μπράβο, παιδί μου.
Άκου, παιδί μου, συνέχισε ο Τούρκος πατέρας. Παιδιά σαν εσένα, εμείς οι μεγάλοι έχομε υποχρέωση να τα βοηθήσομε. Να τα παρασταθούμε. Πάρε λοιπόν αυτά τα χρήματα, και του έβαλε στο χέρι ένα πουγγί χρυσές λίρες, πήγαινε στο χωριό σου, χτίσε ένα μαγαζί και μια μεγάλη αποθήκη. Θα σου στέλνω όσα φορτία σιτάρι θέλεις να γεμίσεις την αποθήκη σου. Ξέρεις πως είμαι έμπορος σιτηρών, ο μεγαλύτερος στο Ερζερούμ.
Λοιπόν θα πουλάς σιτάρι στους συγχωριανούς σου καθώς και στις οικογένειες των ξενιτεμένων του χωριού σας, μια και το χωριό σας προμηθεύεται σιτάρι απόξω, γιατί ο τόπος σας είναι ορεινός και δεν έχει παραγωγή.
Θα δουλέψεις, θα κερδίσεις, θα ζήσεις κι εσύ και τα ορφανά σου. Θα γίνεις έμπορος σιτηρών σαν εμένα. Δυστυχώς δεν το επιτρέπουν οι θρησκείες μας, αλλιώς θα σ’ έκανα γαμπρό σε μια από τις κόρες μου. Το αξίζεις. Λοιπόν, σύμφωνοι; Θα γίνεις έμπορος. Δε σου επιτρέπω να αρνηθείς.
-Αγά μου, τραύλισε συγκινημένος ο Συμιόντς, το ορφανό της Σαντάς. Πώς θα μπορέσω να μπω κάτω από ένα τόσο χρέος;
-Σους. Δεν πειράζει, όγλουμ. Είσαι τίμιος και έξυπνος. Όταν κερδίσεις αρκετά, τάκουσες; όταν κερδίσεις αρκετά, θα μου φέρεις το χρέος σου. Γι’ αυτό μη στενοχωριέσαι καθόλου. Σύμφωνοι;
-Τι να κάνω; Σύμφωνοι, αγά μου.
Σε δύο μέρες ο Συμιόντς ξεκινούσε από το Ερζερούμ με δύο μουλάρια φορτωμένα του κόσμου τα καλά για τα ορφανά και το πουγγί με τις λίρες βαθιά-βαθιά στο ζουνάρι του. Έσκυψε, φίλησε το χέρι του πατέρα Τούρκου και κίνησε δακρυσμένος.
Τ ι ωραία εκείνα τα χρόνια και τι χρυσοί εκείνοι οι άνθρωποι!
Το ορφανό εκείνο πήγε στο χωριό του, έχτισε, δούλεψε, κέρδισε, πλήρωσε το χρέος του με τον καιρό, πλούτισε, ανάστησε κι αποκατάστησε τα ορφανά του αδέλφια και έγινε από τους πρώτους νοικοκυραίους του χωριού του.
Ο παλιός καημός του δεν τον άφησε, βοήθησε πολλά φτωχά παιδιά του χωριού, που ήθελαν να μάθουν γράμματα και δεν μπορούσαν από φτώχεια. Θυμόταν το δικό του πόθο για τα γράμματα και άπλωνε απλόχερα το χέρι του.
Ακόμα, πλήθος τα κορίτσια που προίκισε αθόρυβα και κρυφά και ήταν πάντα παρών σ’ όλη του τη ζωή, όπου η οικονομική βοήθειά του ήταν αναγκαία.
Έγινε αργότερα μουχτάρης και διοίκησε το χωριό του συνετά.
Παντρεύτηκε τη Ζωή Καγκελίδου, κόρη από το χωριό του, και απόχτησε έναν και μονάκριβο γιο, τον Φωκίωνα, που δυστυχώς δεν αγάπησε τα γράμματα κι αυτό στάθηκε αγιάτρευτη πληγή για τον φιλόμουσο Συμιόν.
Μιλτιάδης Νυμφόπουλος
Οι παλιοί, όπως ο ιστορικός και λαογράφος της Σαντάς Μιλτιάδης Νυμφόπουλος και άλλοι, διηγούνται πλήθος ανέκδοτά του, που φανερώνουν το βάθος της έμφυτης ευστροφίας και ευφυίας του.
Σαν μεγάλωσε ο γιος του ο Φωκίων, ο Συμιόντς σκέφτηκε πως ήρθε η ώρα να τον παντρέψει και το αποφάσισε.
Είχε έναν γκαρδιακό φίλο, τον Νικολή Ντεμιρτζόγλου, που ήταν κι αυτός Σανταίος και έμενε μόνιμα στην Τραπεζούντα στη Δαφνούντα. Εκεί εργαζόταν σαν ελεγκτής εισιτηρίων στη γραμμή Τραπεζούντα-Βατούμ των πλοίων μιας Αυστριακής Ατμοπλοϊκής Εταιρείας. Ο Νικολής αυτός είχε ανύπαντρη τη μικρή, τη δεύτερη, κόρη του την Ευρύκλεια. Ο Συμιόντς ζήτησε την Ευρύκλεια για το γιο του το Φωκίωνα.
Ο Νικολής χάρηκε, γιατί η φιλία τους θα γινόταν συγγένεια.
-Να σου τη δώσω μετά χαράς, του είπε, φίλε μου Συμιόν. Μα θα σε παρακαλέσω όμως κάτι. Ξέρεις, το κορίτσι μου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Τραπεζούντα... και...
-Καταλαβαίνω, Νικολή. Γι’ αυτό στενοχωριέσαι; Εγώ αδακά είμαι.
Και χωρίς καμιά άλλη κουβέντα ο Συμιόντς αγόρασε αμέσως ένα τριώροφο σπίτι στη Δαφνούντα, με ισόγειο μαγαζί, γέμισε το μαγαζί εμπορεύματα, επίπλωσε το σπίτι, προίκισε δηλαδή το γιο του, "παρά τα ειωθότα", και έγινε ο γάμος.
Η Ευρύκλη, ή Ευρύκλεια, λένε, ήταν μια εξαιρετικά όμορφη αρχοντοκόρη κι ο Φωκίων ένας ωραιότατος νέος, αρχοντοχωριατόπουλο, ψηλός σαν τον πατέρα του, με χοντρά όμορφα μάτια, με βλέμμα ήμερο και γλυκύ, που έδειχνε έναν πλούσιο συναισθηματικό εσωτερικό κόσμο.
Οι συμπέθεροι ήταν χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. Το ζευγάρι των νιόπαντρων ταιριασμένο και ζηλευτό.
Πόσο απλά και ωραία τακτοποιούσαν τα ζητήματά τους τότε οι άνθρωποι, τότε που ήσαν περισσότερο άνθρωποι!
Απ’ αυτόν το γάμο γεννήθηκαν πολλά παιδιά.
Ο Συμιόντς έβλεπε το δέντρο της φαμίλιας του να ξεπετάει καινούργιους μίσχους και κλαδιά και η ψυχή του αγάλλονταν.
Η Ευρύκλη αγαπούσε πολύ τον πεθερό της, σαν πατέρα, κι αυτός την αγαπούσε πολύ, σαν κόρη του, επειδή δεν είχε αποχτήσει κορίτσι.
Το καλοκαίρι που νύφη και παιδιά παραθέριζαν στη Σαντά, κοντά στον παππού τον Συμιόν και τη γιαγιά τη Ζωή, όταν το βράδυ ο παππούς Συμιόντς γυρνούσε από το μαγαζί του στο σπίτι, στέκονταν στο κατώφλι της εξώπορτας, άνοιγε διάπλατα τη μακριά γούνα, που φορούσε, και έλεγε.
-Τα πουλία μ’, τα πουλία μ’, ελάτεν ’ς σα κανάτια μ’. Δηλαδή: Τα πουλάκια μου, τα πουλάκια μου, ελάτε κάτω στις φτερούγες μου.
Και τα εγγονάκια του, ένα σμάρι πιτσιρίκια, χώνονταν, σαν κλωσσόπουλα, κάτω στη γούνα του, κι εκείνος βαδίζοντας σιγά-σιγά, τρισευτυχισμένος και χαμογελώντας έμπαινε στο χαγιάτι του σπιτιού, τα φιλούσε ένα-ένα, τα χάιδευε στα μαλλάκια και τάδινε χουρμάδες, λεπλεπία ( = στραγάλια), ξερά σύκα, σταφίδες, φουντούκια. 
Στιγμές ευφρόσυνες πατριαρχικής οικογενειακής ευτυχίας!
Ο παππούς έμενε μόνιμα στο χωριό, στη Σαντά, μαζί με τη γιαγιά τη Ζωή. Εκεί, βλέπεις, είχε το μαγαζί και το εμπόριό του. Άλλωστε κι η γιαγιά η Ζωή είχε τις αγελάδες και το νοικοκυριό της και ούτε ο ένας ούτε η άλλη μπορούσαν ν’ αποχωριστούν τις δουλειές, το βιος, τις συνήθειες και τον τόπο τους και να κατεβούν στην Τραπεζούντα να ζήσουν με το γιο και τα εγγόνια τους.
Γι’ αυτό η πολύκλωνη οικογένεια των απογόνων πήγαινε στο χωριό να παραθερίσει εκεί, να χορτάσει την όμορφη φύση και κυρίως τον αξιολάτρευτο παππού και την αγαπητή γιαγιά, τη Ζωή.
Τη γιαγιά, την υψηλόκορμη εκείνη λεβέντισσα Σανταία, που χαίρονταν τις αγελάδες της στα χιλιολουλουδιασμένα λιβάδια και στις ελατόσπαρτες πλαγιές των όμορφων βουνών της Σαντάς.
Έτσι περνούσαν τα χρόνια, έτσι πέρασαν πολλά και ο παππούς σαν όλους τους ανθρώπους, ήρθε καιρός που γέρασε, ήρθε καιρός που αρρώστησε, ήρθε καιρός που άφησε τον όμορφο τούτον κόσμο και τη γλυκιά ζωή.
Ήταν ευτυχισμένος τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Γύρω του, όπως είπαμε, βούιζε το χαρούμενο μελισσολόι των εγγονών, ο γιος του λεβέντης, η νύφη του χρυσονοικοκυρά, που τον λάτρευε, καθώς και τα εγγόνια του μικρά και μεγάλα. Κι αυτός χιονισμένος γενάρχης ανάμεσά τους καμάρωνε και χαίρονταν, ώσπου τον βρήκε ο αγύριστος μισεμός.
Αυτή, λένε, είναι η στερνή, η μεγαλύτερη χαρά του ανθρώπου. Κι αν είναι έτσι, τότε ο παππούς Συμιόντς το ορφανό και άξιο παιδί της φτώχειας, έφυγε ευτυχισμένος.
Λίγα χρόνια αργότερα, ένα καλοκαίρι, που η οικογένεια παραθέριζε πάλι στο χωριό, στη Σαντά, τώρα μόνο με τη γιαγιά Ζωή, γεννήθηκε το τελευταίο παιδί της οικογένειας.
-Ήταν πρώτη Σεπτεμβρίου του 1915, έλεγε η μητέρα μου η Ευρύκλεια, και συμπλήρωνε.
-Πρώτη Σεπτεμβρίου γεννήθηκες εσύ, παιδί μου, πρώτη Σεπτεμβρίου ο πατέρας σου ο Φωκίων, πρώτη Σεπτεμβρίου ο παππούς σου ο Συμιόντς. Δεν είναι παράξενη σύμπτωση;
Κι εγώ απορούσα πραγματικά για την παράξενη σύμπτωση.
Αγία Κυριακή  Ισχανάντων


Με βάπτισαν σε λίγες ημέρες στην εκκλησία του χωριού, του Ισχανάντων της Σαντάς στην Αγία Κυριακή, και μου δώσαν το όνομα του παππού. Το ζητούσε η παράδοση, το ήθελε κι η γιαγιά η Ζωή.
Έτσι έγινα κι εγώ ο Συμιόντς τη Λιάν, ο Σίμος Λιανίδης.
Ύστερα από λίγες μέρες μετά τη βάπτισή μου, κατεβήκαμε η οικογένεια στην Τραπεζούντα. Ο χειμώνας άρχιζε νωρίς στο ορεινό χωριό μας, τα παιδιά θα πήγαιναν στο σχολειό στην Τραπεζούντα κι ο πατέρας μας περίμενε.
Αυτός έμενε στην Τραπεζούντα και το καλοκαίρι. Δεν έκλεινε το μαγαζί του .
Ύστερα, με τα δύσκολα και ταραγμένα χρόνια που ακολούθησαν -άρχισε ο Α' παγκόσμιος πόλεμος - δεν ξαναπήγαμε στο χωριό, μήτε χειμώνα μήτε καλοκαίρι.
Τα βιβλία και οι γερόντοι μας λένε πως το χωριό μας, η Σαντά, ήταν ένα παραδείσιο χωριό - και θα το διαπιστώσουμε αργότερα "ιδίοις όμμασιν" - πνιγμένο μέσα στα έλατα και στο λουλούδι, ποτισμένο από μια σχεδόν καθημερινή ομίχλη, που τύλιγε τα πάντα μέσ’ τη λευκή υγρή αγκαλιά της.
"Εγώ Σαντάς πουλίν είμαι σην δύσαν μαθεμένον", λέει το σαντέικο τραγούδι.
Οι κάτοικοι ήσαν, λένε, φτωχοί μα ανοιχτόκαρδοι, φιλόπονοι χτίστες και ξενητιάρηδες, μα πρώτοι στα γράμματα και στην αντρειοσύνη.
Δεν άφησαν, όσους αιώνες υπήρχε το χωριό τους, Τούρκο να πατήσει το πόδι του στο χώμα της Σαντάς.
Η μόνη ένδειξη τουρκοκρατίας ήταν ο εισπράκτορας, που ερχόταν να πάρει τους κρατικούς φόρους. Άλλος ποιος να τολμήσει να μπει στα σύνορα του χωριού; Γι’ αυτό και για τους πολύχρονους ηρωικούς αγώνες του ενάντια στους κατακτητές ονομάστηκε το "Σούλι του Πόντου".
Μα ας τ’αφήσουμε αυτά. Θα τα δεις σ’ όποιο βιβλίο για τη Σαντά ανοίξεις και μάλιστα γραμμένο από άξια τέκνα της και άλλους ιστορικούς.
Σήμερα, ύστερα από την καταστροφή, τον πόλεμο και την Ανταλλαγή, το ηρωικό εκείνο χωριό κείτεται σε ερείπια θλιβερά, με χορταρισμένους κι αγνώριστους τους τάφους των προγόνων, όπως άλλωστε όλος ο Πόντος κι η Μικρά Ασία γενικά. Αυτά θα τα δούμε και θα τα πούμε λεπτομερειακά στα παρακάτω, όπως είπαμε.
Όμως ο νους μας είναι πάντα εκεί κι η ψυχή μας νοσταλγικά αναζητά συχνά τον τόπο όπου είδαμε το φως κι όπου μένουν τα κόκαλα των προγόνων.
Σ’ όσους πήγαν εκεί, στο χωριό μας, ύστερα από τόσες δεκαετίες, προσκυνητές στη γενέτειρα, επίμονη ήταν η παράκλησή μας να βρουν και να φωτογραφήσουν τουλάχιστον το μόνο μαρμάρινο χτιστό τάφο που υπήρχε στο κοιμητήρι της Αγίας Κυριακής, τον τάφο του παπού του Συμιόν.
Δυστυχώς κανείς δε βρήκε τίποτα, λέγανε.
Οι Τούρκοι πρώτα κι ο χρόνος ύστερα εξαφάνισαν τα πάντα.
Όμως εμείς βρήκαμε τ’ αχνάρια του, όταν αξιωθήκαμε να πάμε προσκυνητές, και εκεί σκύψαμε, φιλήσαμε το λουλουδιασμένο χώμα, κλάψαμε και μοιρολογήσαμε τον πόνο μας, τον πόνο των δικών μας, τον πόνο των Ποντίων, τον πόνο της προσφυγιάς....



Πρόλογος του εκδότη
Η “Επιστροφή των Αργοναυτών”  του Φιλολόγου, διακεκριμένου συγγραφέα και μελετητή του Ποντιακού Ελληνισμού κ. Σίμου Λιανίδη.
Ο εκδότης θεωρεί μοναδική τιμή και εύνοια το γεγονός ότι το εξαίρετο αυτό βιωματικό βιβλίο, γραμμένο de profundis με γλαφυρότητα και ενάργεια, περιλαμβάνεται στη σειρά των ιστορικών του εκδόσεων για τον Ελληνισμό της Ανατολής.
Στις σελίδες του ο κ. Σίμος Λιανίδης ζωντανεύει τις τραγικές μέρες που έζησε ο Ποντιακός Ελληνισμός, κυρίως, κατά την άφιξή του στην Ελλάδα, την προσωρινή εγκατάσταση στους θαλάμους της Καλαμαριάς και τα κατοπινά δύσκολα χρόνια. Οι μνήμες του συγγραφέα, μικρού, σχεδόν δεκάχρονου παιδιού τότε, παρέμειναν ανεξίτηλες, και ο αφηγηματικός του λόγος είναι τόσο δυνατός, που και χωρίς να το θέλει ο αναγνώστης, θα νιώσει έντονη συγκίνηση, αν μάλιστα, όπως ο υπογράφων, είναι μέλος της μεγάλης οικογένειας του ξεριζωμένου Ελληνισμού, θα αισθανθεί απέραντη ευγνωμοσύνη προς τον συγγραφέα, ο οποίος στην περίπτωση αυτή κατά τρόπο μοναδικό καταγράφει ένα χρονικό τόσο πολύτιμο για τις πρώτες μέρες και τα πρώτα χρόνια από τη Μεγάλη Έξοδο.

Τάσος Κυριακίδης
Θεσσαλονίκη, 12 Φλεβάρη 1995


Share
 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah