Ερεικόμελο

Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2018


Απ’ την ερείκη το ποτό
Είναι λησμονημένο από καιρό.
Μα ήταν πιο γλυκό κι από το μέλι,
Κι από τον οίνο πιο μεθυστικό.


Το έβραζαν μες στα καζάνια
Και έπιναν όλοι μαζί,
Οι νάνοι ποτοποιοί
Στις σπηλιές τους κατ’ απ’ τη γη.



Ο βασιλιάς των Σκωτσέζων ήρθε,
Αλύπητος προς τους νάνους-μαχητές,
Στρίμωξε τους καημένους Πίκτους
Στις βραχώδες ακτές.



Στο λιβάδι με ρείκι
Στο πεδίο της μάχης αιματοβαμμένο,
Ο λαβωμένος κειτόταν πάνω στον νεκρό
Κι ο σκοτωμένος πάνω στον λαβωμένο.



Ήρθε το καλοκαίρι
Η ερείκη ξανά ανθεί.
Αλλά δεν είναι κανείς να κάνει
Το ερικόμελο που μεθύει.



Μες στις πατρίδας τα βουνά,
Μέσα στους τάφους τους στενούς,
Οι νάνοι ποτοποιοί
Βρήκαν το άσυλό τους.



Ο βασιλιάς πηγαίνει κατά μήκους της πλαγιάς
Δίπλα στη θάλασσα, πάν’ απ’ το άτι,
Γύρω του κοιτάζει,
Σαν να τον ανησυχεί κάτι.



Κι ο βασιλιάς σκληρομιλά στη συνοδεία:
«Πάνω σας βλέπω μαύρη νεφέλη,
Βλέπω το ρείκι να ανθεί,
Αλλά δεν έχουμε να πιούμε μέλι!».



Εδώ οι συνοδοί είδανε δυο νάνους,
Κατάχλωμους σαν πανί,
Ποτοποιούς τελευταίους 
Που ήταν ζωντανοί.



Κρύβονταν κάτω από μια πέτρα
Τους έβγαλαν στο φως με το ζόρι:
Γέρος καμπούρης νάνος
Και δεκαπέντε ετών αγόρι.



Στις θάλασσας την απότομη ακτή
Για ανάκριση τους οδήγησαν
Όμως οι αιχμάλωτοι
Δεν μίλησαν.



Ο βασιλιάς καθόταν στη σέλλα,
Κρύβοντας την οργή,
Ενώ οι μικρόσωμοι άνθρωποι,
Στέκονταν πάνω στη γη.



«Η πυρά σας περιμένει!
Φώναξε ο βασιλιάς με σκληρόγελο:
Εάν δεν πείτε, αλήτες, 
Πώς κάνετε το ερεικόμελο!»



Ο πατέρας και γιός σιωπούσαν,
Στεκάμενοι πάνω στον βράχο.
Το ρείκι τους αποχαιρετούσε
Και αγκάλιαζε το αέρι μονάχο.



Αίφνης ακούστηκε φωνή:
«Άκου εσύ των Σκωτσέζων ηγεμόνας,
Μαζί σου θέλω να μιλήσω
Κατά μόνας.



Τα γηρατειά τον θάνατο φοβούνται
Με προδοσία θ’ αγοράσω τη ζωή,
Είπε στον βασιλιά ο νάνος,
Εξαντλημένος είμαι για ανυπακοή».



Τα λόγια του σαν μολυβένιες σφαίρες
Λες και δεν ήταν γονιός:
«Το μυστικό θα έλεγα αμέσως,
Εάν δε με εμπόδιζε ο γιος.



Το αγόρι τη ζωή δεν ξέρει να τιμά,
Ο θάνατος είναι χίμαιρα γι’ αυτόν,
Την συνείδηση μου να πουλήσω,
Ντρέπομαι δίπλα σ’ αυτόν.



Να τον ρίξουν στη θάλασσα,
Δένοντας τα χέρια του σφιχτά.
Κι εγώ θα πω στους Σκωτσέζους
Πώς κάνουν από το ρείκι τα ποτά!»



Ένας Σκωτσέζος στρατιώτης
Έδεσε το παιδί δυνατά,
Κι απ’ τους κρημνώδους βράχους
Στη θάλασσα το έριξε μετά.



Τα κύματα το σκέπασαν
Έσβησε η τελευταία του κραυγή…
Και σαν ηχώ απάντησε
Του πατέρα η έντονη φωνή:



«Αλήθεια είπα Σκωτσέζοι,
Από τον γιο μου περίμενα τη συμφορά.
Δεν πίστευα στην αλυγισιά των νέων
Στον βάσανων την τρομερή φορά!



Εγώ την πυρά δε φοβάμαι.
Ο θάνατος είναι η νίκη μου,
Κράτησα το ιερό μυστικό:
Πώς κάνω μέλι απ’ το ρείκι μου!»



Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον
















Μετάφραση 
Γ. Σοϊλεμεζίδης

Share
 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah