Αν αποθάνω...

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018


Αν αποθάνω, θάψτε με ψηλά σ’ έναν ραχιόπον,
ν’ ακούω θάλασσας βοήν και καραβί λαλόπον,
ν’ ακούω βουκόλ’ σύριγμαν και γαβαλί’ ηχόπον.
Όνταν φυσά από θάλασσας, μυρίζει θαλασσέαν
κι όνταν φυσά από παρχαρί’, μυρίζ’ μανουσακέαν.

*****
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
ραχιόπον = βουναλάκι,
βουκόλ’ = τσοπάνου,
γαβαλί’ = φλογέρας, αυλού,
παρχαρί’ = εξοχικό τόπο,
μανουσακέαν = μυρωδιά από άγρια βιολέτα, μενεξέ.

Σαν πεθάνω...
Σαν θα πεθάνω, θάψτε με, ψηλά σε μια ραχούλα,
 ν’ ακούω θάλασσας βοή, ν’ ακούω τα καράβια,
σφυρίγματα και τον αυλό ν’ ακούω του τσοπάνη.
Την μυρωδιά της θάλασσας να μου την φέρνουν αύρες,
 να μούρθουν ανθομυρωδιές απ’ του βουνού τ’ αγέρι.

Ο λαϊκός ποιητής μισεί το θάνατο. Απεχθάνεται τον Άδη. Αφού όμως τελικά θα πεθάνει, εκφράζει προς τους ανθρώπους μια ύστατη επιθυμία. Να τον θάψουν πάνω σε ψηλή ραχούλα. Θέλει το νεκρό σώμα του να μείνει κοντά στη φύση. Θέλει να απομακρυνθεί ψυχολογικά από τον Άδη, που βρίσκεται στα έγκατα της γης.
Ελπίζει ο ανώνυμος ποιητής, ότι μέσα από τον τάφο θα ακούει τη βοή της θάλασσας, των καραβιών τη φωνή, τα σφυρίγματα του τσοπάνη και τον αχό της φλογέρας του. Τούτος ο πόθος του, που αποτελεί εξωπραγματικό οραματισμό, φανερώνει την απέραντη αγάπη του προς την επίγεια ζωή.

Share
 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah