Νύφε κι αντραδέλφισσα

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2018


Νύφε και  αντραδέλφισσα συν δύος βαρυασμέν’ είν'.
Αμνούς, αμνούς  εθέριζαν κι αμνούς απάν’ ’κ’ εβγάλναν.
Η νύφε κι  αντραδέλφισσα οι δύ’ κοιλοπονούνε.
Την αντραδέλφισσαν βαστούν σ’ εφτά λαμπαδοφώσια,
την νύφεν την ξενίτζικον σ’ εφτά σκοτεινασέας.
Την αντραδέλφισσαν κρατούν χίλιοι-μύριοι μαμήδες,
την νύφεν την ξενίτζικον Αγέρ’τς κι  η Παναγία.
Ντ’ εποίκεν αντραδέλφισσα; Τρικέφαλον οφίδι!
Ντ’ εποίκεν η ξενίτζικος; Ολόχρυσον αγούρι!
Κι η πεθερά τ’ς  εν μάγισσα κι η μάνα τ’ς  εν ανούας.
Κοιμίζν’ τα λαμπαδόφωτα κι αλλάζνε τα γουντάχα.
Τρέν’ ημερών εγέντονε, εβγαίν’ και καλατσεύει,
πέντ’ ημερών εγέντονε κι έφαγεν το φουντάρι.
- Εγώ νύφες υιός είμαι, θείας γάλαν ’κί θέλω,
το γάλαν άτ’ς εν οφιδί, έκαψεν το στομόπο μ’,
τ’ εγκούνια είναι  οφιδί’, έκαψαν  τα μεσόπα μ’.


ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

βαρυασμέν’ = έγκυες,
αμνούς = τμήμα αγρού 1,50 μ. φάρδος και μήκος ακαθόριστο,
 λαμπαδοφώσια = λαμπαδόφωτα, 
σκοτεινασέας = σκοτεινιές, σκοτάδια,
ανούας = χωρίς νου, άμυαλη, αφελής,
κοιμίζν’ = σβήνουν,
γουντάχα = σπαργανωμένα βρέφη,
καλατσεύει = μιλάει,
φουντάρι = ολόκληρο φουσκωτό ψωμί,
εγκούνια = σπάργανα.

 Νύφη και κουνιάδα
Κι οι δυο τους ετοιμόγεννες κουνιάδα με τη νύφη.
Αμνούς, αμνούς θερίζανε κι αμνούς ποτέ δεν βγάζαν.
Η νύφη κι η κουνιάδα της μαζί κοιλοπονάνε.
Στις φωτεινές τις κάμαρες την έχουν την κουνιάδα,
 την νύφη την ολόξενη την έχουν στα σκοτάδια.
Την αντραδέλφισσα βαστούν μαμές χίλιες και μύριες, 
τη νύφη την παντάξενη η Παναγιά κι Αϊ-Γιώργης.
Τι γέννησε η αντραδέλφισσα; Τρικέφαλο ένα φίδι!
Τι γέννησε η παντάξενη; Ολόχρυσο αγοράκι!
Η πεθερά της μάγισσα κι άμυαλη η μαμά της.
Σβήνουν τα λαμπαδόφωτα κι αλλάζουνε τα βρέφη!
Σαν έγινε τριών μερών το βρέφος, τους μιλάει,
σαν γίνηκε πέντε μερών, ψωμί φουντάρι τρώει!
-Εγώ της νύφης είμαι γιος, θείας γάλα δεν το θέλω, 
φιδίσιο ειν’ το γάλα της και μούκαψε το στόμα,
φιδίσια και τα σπάργανα, μου κάψαν το κορμάκι.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ
Το παραπάνω ποιητικό κείμενο παρουσιάζει μια τραγική εικόνα από τη ζωή της οικογένειας. Τα στοιχεία, που συγκροτούν τον μύθο, είναι δραματικά.
Η τραγική σκηνή διαδραματίζεται μέσα στη νύχτα. Γεννοβολούν κουνιάδα και νύφη. Είναι παρούσα και η μάνα της νύφης. Θέλει να την συμπαρασταθεί, αλλά είναι πέρα για  πέρα  αφελής και δεν αντιλαμβάνεται τα σατανικά σχέδια της συμπεθέρας της.
Η κουνιάδα έχει όλες τις περιποιήσεις την ώρα του τοκετού. Είναι κοντά της «χίλιοι-μύριοι μαμήδες». Η νύφη έχει συμπαραστάτη τον Θεό.
Αλλά όταν η αδικία πάνω στη γη είναι μεγάλη, δονούνται τότε και οι ουρανοί, γιατί τότε, κατά την ποντιακή λαϊκή έκφραση, «Η αδικία σον ουρανών κιάν κράζ’ και πάει».
Γεννάει λοιπόν η κουνιάδα και ο καρπός της κοιλίας της είναι «τρικέφαλον οφίδι»! Η χωρίς ουσιαστική συμπαράσταση νύφη φέρνει στον κόσμο «ολόχρυσον αγούρι»!
Η έκφραση «ο Θεόν εδέκε μας παιδίν κλπ.», αποτελεί μάλλον πίστη του λαού για τη Θεία Προστασία γενικά. Σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία, ή εγκυμονούσα γυναίκα είναι ο  αποφασιστικός παράγοντας για τη δημιουργία του βρέφους. Η προς τούτο συμβολή  του  ανδρός είναι ασήμαντη. Γι’ αυτό, οι εκφράσεις «εποίκεν άτον έναν αγούρ’ κλπ.» η «εποίκε μας δύο έμορφα παιδία» έχουν ιδιαίτερη σημασία. Επιδαψιλεύουν στη νύφη ύψιστη τιμή, που δημιουργεί «εποίκεν» παιδί στον άντρα της και δίνει χαρά σε όλους τους σπιτικούς. Τιμή, μαζί και ευθύνη για το γέννημά της. Με βάση αυτή τη λαϊκή δοξασία και ψυχολογία, ή μεγάλη οικοδέσποινα αισθάνεται μεγάλη προσβολή, ότι ή κόρη της γέννησε «τέρας». Φουντώνει ή ψυχική της αναταραχή, βλέποντας ότι η νύφη της γέννησε ολόχρυσο αγοράκι. ’Επηρεάζεται από το πρόσωπο της νύφης της, που είναι ξένη γι’ αυτήν και αγνοεί το γιο της, τον πατέρα τού αγοριού, πού γεννήθηκε.
Η ψυχή της πεθεράς βρίσκεται σε έξαρση και εκδηλώνεται ανώμαλα. Η παθολογική της αγάπη προς την κόρη της εκφράζεται με πράξεις απάνθρωπες. Κινείται μέσα σε σκότος, που η ίδια δημιουργεί σβήνοντας «τα λαμπαδόφωτα» και αλλάζοντας τα βρέφη.
Η νύφη μαζί με τον βαρύ πόνο δοκιμάζει και βαθύ αίσθημα ντροπής. Έχει δίπλα της,  αντί για βρέφος, «τρικέφαλον οφίδι». Μαζί με την άμυαλη μάνα της βρίσκονται σε τραγική πλάνη. Αντίθετα, η άλλη λεχώνα βρίσκεται στις μεγάλες χαρές της. Αλλά και εδώ η πλάνη είναι τραγική. Το «ολόχρυσον αγούρι» δεν της ανήκει.
Η αποκάλυψη του εγκλήματος δεν αργεί. Το βρέφος μένει τρεις μέρες νηστικό. Του είναι ξένοι οι κόρφοι της θείας. Η αγνή του ψυχή έχει διαίσθηση και με τη βοήθεια της Θείας Πρόνοιας, αποκαλύπτει, την τρίτη μέρα από τη γέννησή του, την αλήθεια. Με τη Θεία Χάρη, μιλάει και διαλαλεί:
«Εγώ νύφες υιός είμαι, θείας γάλαν ’κί θέλω».
Με τούς τελευταίους δυο στίχους, η ποντιακή μούσα ολο­κληρώνει την αποστολή της. Είναι σκληρές οι διαπιστώσεις του βρέφους.
«το γάλαν άτ’ς εν οφιδί, έκαψεν το στομόπο μ’, τ’ εγκούνια είναι οφιδί, έκαψαν τα μεσόπα μ’». Αποκαθίσταται  ηθική τάξη. 'Η μάγισσα πεθερά δέχεται ήδη τα βέλη τής Θείας Νέμεσις. Λάμπει ή αλήθεια και ή δικαιοσύνη, με τρόπο μεγαλόπρεπο, τιμωρεί και δικαιώνει.

Στάθης Ι. Ευσταθιάδης


Share
 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah