Ασχολίαι των κατοίκων της Ματσούκας

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2018

Η κυριώτερη ασχολία των κατοίκων της Ματσούκας ήτο η πρωτόγονος γεωργία με το άροτρον, κυριολεκτικά του Ησιόδου και κτηνοτροφία και ιδιαίτερα η αγελαδοτροφία, διότι η διατροφή των προβάτων κατά τους χειμερινούς μήνες, που ο τόπος επειδή είναι ορεινός είναι χιονοσκεπασμένος, ήτο πολύ δύσκολος, γι' αυτό και τα πρόβατα ήσαν πολύ λίγα.
Η γεωργία κυρίως ήτο η καλλιέργεια αραβοσίτου κατά 9/10 και ολίγα σιτηρά. Ο τόπος ήτο άγονος και ο αραβόσιτος απέδιδε σχετικά περισσότερα. Ο τόπος ήτο άγονος και ο κλήρος τόσο μικρός, ώστε ελάχιστες οικογένειες απεκόμιζαν το αραβόσιτον «το τσουπάδ» όπως τον έλεγαν και δεν ξέρω από που προήλθεν η ονομασία «τσουπάδ» τόσον καρπόν, ώστε να τους επαρκέση δια το ψωμί της χρονιάς. 
Τον υπόλοιπον αραβόσιτον επρομηθεύοντο από την αγοράν πουλούντες τα κτηνοτροφικά προϊόντα, δηλαδή βούτυρον, "μαντζίραν" στραγγιστό γιογούρτι και τυρί. Λένε το όνομα του γιογουρτιού "μαντζίρα" είναι λέξις αρμενική. Το έλεγαν όμως και "ξύγαλαν" ποτέ όμως γιογούρτι.


Καθαρίζ' νε  τα σκεύα

Από το λιγοστό στάρι, που έσπερναν έκαμναν για τις μεγάλες γιορτές πίτες ή ψωμιά και το έλεγαν «καθαρόν ψωμίν», καθαρόν ψωμίν όμως η περιφέρεια Ματσούκας και όσο ξέρω και η περιφέρεια Τραπεζούντος έτρωγαν μόνο στις μεγάλες γιορτές. Από σιταρίσιο αλεύρι έκαμναν ακόμα και τις τηγανίτες τους, «τα τσιριχτά», με γνήσιο βούτυρο, τις μέρες που δεν ήταν σαρακοστή, που η ευλογημένη ήταν εκεί τον μισόν χρόνο και μας τυρρανούσε εμάς προ παντός τα παιδιά, που θέλαμε να φάμε και λίγο γάλα ή κανένα «τσιορτάν», αποξηραμένη ούρδα.
Άλλη ασχολία ήταν η κτηνοτροφία, κυρίως αγελαδοτροφία. Κάθε οικογένεια είχε 6-8-12 αγελάδες τις οποίες έτρεφαν και για την κοπριά, διότι άλλο λίπασμα δεν υπήρχε. Από το γάλα κατεσκεύαζαν εξαιρετικό και αρωματικό «βούτορον», βούτυρον, περιζήτητο και ονομαστό και στην Πόλη, τυρί, κατά το περισσότερο αποβουτυρωμένο γιογούρτι στραγγιστόν, της σακούλας, «υλιστόν» τον οποίον πουλούσαν.
 Από το γιογούρτι δε αυτόν αποστραγγισμένον και αποξηραμένον έκαμναν το «πασκιτάν» δια τα «ταρχανά», τραχανά και ένα είδος σούπας πολύ νόστιμης, την «πασκιτανοτσορβάν» το ειδικό αυτό πασκιτάν έβαζαν και αρκετό καϊμάκι και το απεξήραναν στον ίσκιο με σακούλες. Το καλαμπόκι για το ψωμί και τα γαλακτοκομικά και τα φασόλια ήσαν τα κυριώτερα είδη διατροφής. Καλλιεργούσαν βέβαια και λίγες πατάτες και ελάχιστα κηπευτικά είδη αλλά και ο τόπος δεν ήτο κατάλληλος και οι άνθρωποι δεν γνώριζαν πώς να τα καλλιεργούν. Μόνο σε μερικά χαμηλότερα παραποτάμια χωριά καλλιεργούσαν μελιτσάνες, ντομάτες και πιπεριές. Δεν ήξεραν ακόμα ούτε το λάχανο να καλλιεργούν και έλεγαν πως δεν γίνεται και καλλιεργούσαν μόνον το μαυρολάχανο, λαχανίδα. Και όμως οι Ρώσσοι δια δύο χρόνια κατοχής του τόπου 1916 και 1917 παρήγαγαν λάχανα, θαυμάσια όπως και άφθονες πατάτες. 
Το κράτος δεν ενδιαφέρονταν καθόλου όχι μόνο για την γεωργία, ούτε για τίποτε άλλο εκτός από την είσπραξη των φόρων, γεωπόνοι, ούτε το όνομά τους υπήρχε. Οι άνθρωποι ήσαν αμόρφωτοι και καλλιεργούσαν  ότι ήξεραν από τους παππούδες των και όπως ξέραν.   Και όμως κατά ένα τρόπο ήσαν ευτυχέστεροι από τους σημερινούς γεωργούς μας. Καμία στέρησις, εκτός από την στέρηση του ψωμιού δεν τους ενοχλούσε. Και η μεν γεωργία ήτο κατά κύριον λόγον έργον των γυναικών, ελάχιστα δε εβοηθούσαν οι άνδρες εις τας γεωργικάς εργασίας. Η κτηνοτροφία επίσης ήτο αποκλειστικώς σχεδόν δουλειά των γυναικών
Ξηραντέρ

Θα ερωτηθή αφού οι κυριώτερες ασχολίες ήταν έργο των γυναικών, τι έκαμναν οι άνδρες.
Βέβαια βοηθούσαν στις γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες, όταν δεν ήταν απασχολημένοι με τις δικές τους καθαρά ανδρικές δουλειές.
Οι άνδρες στην ορεινή και άγονη εκείνη περιφέρεια ασχολούνταν, όσοι δεν ξενιτεύονταν εις την κατασκευή ξυλοκάρβουνων, τα οποία επουλούντο εις την αγοράν  Τραπεζούντος εις την μεταφοράν και πούλησιν των καρβούνων αυτών και των κτηνοτροφικών προϊόντων εις την πόλιν και εις την μεταφοράν από κει των τροφίμων εις την περιφέρειαν. Η τάξις αυτή των μεταφορέων, ελέγοντο «κατιρτζήδες».
Ασχολούνταν επίσης και εις την κατασκευήν των «χαρτωμάτων». Ήσαν δε τα χαρτώματα ένα είδος σανίδια λεπτά από έλατα με τα οποία εσκέπαζαν τα σπίτια όχι μόνον στην περιφέρεια της Ματσούκας αλλά και τα σπίτια της περιφερείας Τραπεζούντος, εκτός ολίγων εξαιρέσεων, που χρησιμοποιούσαν για σκεπή τα παλαιού τύπου κεραμίδια και από το προϊόν των εργασιών αυτών επρομηθεύοντο τα χρήματα δια την αγοράν των απαραιτήτων ειδών διατροφής και δια τα ολίγα ήδη ρουχισμού, όσα δεν έκαμναν οι γυναίκες με τον εγχώριο αργαλειό τους.
Στην εποχή μου, όμως οι περισσότεροι άνδρες εξενιτεύοντο στην Πόλη, όπου ασκούσαν διάφορα επαγγέλματα και κυρίως του «χάλατση» παπλωματά, του «καλαντζή» χαλκουργού, του «καλαϊτσή» γανωτσή, του «κουντουρά» υποδηματοποιού, κυρίως όπως διέπρεπαν ως εξαιρετικοί τεχνίται στην χαλκουργίαν και την κατασκευήν      κλινοστρωμνής. 
 Πολλοί  επίσης, περισσότεροι αυτοί, Τούρκοι και χριστιανοί, ταξίδευαν στην Ρωσία, όπου κυρίως ασχολούνταν εκτός από τις παραπάνω τέχνες και στις γεωργικές εργασίες, στην οικοδομικήν, λιθοξοϊκήν, εργάται δημοσίων έργων, αρτοποιοί κτλ. και έφθαναν μάλιστα, ως το Βλαδιβοστόκ της Σιβηρίας. Από την Ρωσία δε απεκόμιζαν πολλοί, περισσότεροι κέρδη.
Μετά το 1900 εξενιτεύοντο και στην Αμερική λίγοι, όπου παρέμειναν περισσότερον καιρό, απ' όπου έφερναν ασύγκριτα περισσότερα κέρδη και πολλά χρυσά δαχτυλίδια οι Αμερικάνοι.




Οι γυναίκες εξ άλλου δεν είχαν μόνον τις ασχολίες της γεωργίας και της κτηνοτροφίας. Εκείνο που ήτο βασανιστικό γι αυτές αν και ελαφρότερη εργασία, ήτο η κατασκευή του ρουχισμού εσωτερικού και εξωτερικού.

Και τα μεν εξωτερικά κατεσκεύαζον από πρόβειο μαλλί, το οποίον ελανάριζον, έγνεθον, έβαφον και ύφαινον στον αργαλειό, «τ' αργατήρ» τα δε εσωτερικά από τις ίνες του φυτού της κανάβεως «καναβούρι», το οποίον έσπερναν οι ίδιες, έξαιναν, έκλωθαν, νηματοποιούσαν με την ρόκα, ύφαιναν, εργασία εξαντλητική σε προσπάθεια και με την οποία κατεγίνοντο τις περισσότερες ώρες της νύχτας του χειμώνα.

Όσο όμως καλλιτέρευαν οι βιωτικές συνθήκες με τα κέρδη προ πάντων της ξενιτιάς, οι ασχολίες αυτές των γυναικών λιγόστευαν και οι άνθρωποι επρομηθεύοντο πολλά είδη ρουχισμού εκ της αγοράς, με υφάσματα λεπτότερα και κομψότερα.



Περικλής  Τριανταφυλλίδης
Εκπαιδευτικός

Σ.Σ. Προσπαθήσαμε να μην κάνουμε επεμβάσεις στο αρχικό κείμενο , αφού πρόκειται για ένα είδος απομνημονευμάτων, τα οποία δεν μεταβάλλονται "επ' ουδενί λόγω"


Share
 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah