Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

«Η συμμετοχή μου στους λαϊκούς αγώνες». Μερος 1ο

Ο Γρηγόρης Τσιλιγκαρίδης (1910-2001) ανήκει στην πρώτη γενιά των προσφύγων, των Ποντίων εκείνων που πέρασαν πολλά, πόνεσαν πολύ και που παρέμειναν, ωστόσο, όρθιοι, αγωνιζόμενοι, όχι μόνον για τη δική τους καλύτερη επιβίωση, αλλά και για την εξάλειψη της αδικίας και του πόνου, πρώτα από τους συμπατριώτες του και  στη συνέχεια, από όλον τον κόσμο. Μετά τη λήξη του εμφυλίου, βρέθηκε πολιτικός πρόσφυγας στην Τσεχοσλοβακία, απ' όπου γύρισε στην πατρίδα μετά την πτώση της χούντας .
Είναι χαρακτηριστικοί, επί του προκειμένου, οι στίχοι που τον αφιέρωσε, βγάζοντάς τους μέσα από τα κατάβαθα της ψυχής του, ο μικρότερος αδελφός του Θεόδωρος Τσιλιγκαρίδης, που ζει στο Μεταλλικό Κιλκίς:
Μια ζωή επάλαιψες
 τον κόσμο να αλλάξεις
 την αδικία την τρανή 
θέλησες για να θάψεις.
Παιδιά, γυναίκα και αδελφούς
 και τους γονείς σου ακόμα
χρόνους τριάντα άφησες
 ζούσες σε ξένη χώρα.
Για ιδανικά που πίστεψες
 γι’ αυτά που θυσιάσθης
 βόλια εδέχθης από εχθρούς
 βόλια και από φίλους
Τα των εχθρών τα άντεξες 
των φίλων σε πονέσαν 
το στόμα σου να κλείσουνε
 αυτό δεν το μπόρεσαν. 
Αιώνια η μνήμη σου, αδελφέ
εύχονται τα παιδιά σου
στο εύχονται τ' αδέλφια σου
και όλη η φαμελιά σου.

Η αυτοβιογραφία του Γρηγόρη Τσιλιγκαρίδη, με τίτλο «Η συμμετοχή μου στους λαϊκούς αγώνες», αρχίζει και συνεχίζεται έτσι: 
Προσπαθώ να θυμηθώ και να περιγράψω τις περιπέτειες και τη δράση του λαού μας και ιδίως τους αγώνες των Κίλκισιωτών και ακόμη ειδικότερα, των κατοίκων του Μεταλλικού.

Η γέννηση και η παιδική μου ζωή
Γεννήθηκα στο χωριό Βεζίνκιοϊ του Καρς, στον Καύκασο, στις 3 Γενάρη του 1910. Το χωριό μας απείχε δώδεκα χιλιόμετρα από το Καρς. Ήταν πλούσιο, με βασική απασχόληση των κατοίκων του τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Στην περιοχή του Καρς, οι οικογένειες ήταν μεγάλες, πατριαρχικές, είκοσι και τριάντα ατόμων. Τα παιδιά, ακόμη και τα παντρεμένα, ζούσαν μαζί με τους γονείς τους.
Θυμάμαι την περιουσιακή κατάσταση του παππού μου. Είχαμε 500 πρόβατα, εκατό αγελάδες με τα μοσχάρια τους, εφτά ζευγάρια βόδια, ένα ζευγάρι βουβάλια και δώδεκα άλογα.
Το σπίτι μας ήταν φτιαγμένο από πέτρα και αντί για σκεπή είχαν ριγμένο επάνω περίπου ένα μέτρο χώμα. Τα μαντριά ήταν χτισμένα πλάι στο σπίτι, ξεχωριστά για τα μεγάλα ζώα και τα πρόβατα. Πίσω βρισκόταν μια μεγάλη αχυρώνα. Ένας μεγάλος διάδρομος οδηγούσε στο σπίτι και στα μαντριά. Υπήρχε ένα μεγάλο δωμάτιο, εβδομήντα μέτρα μήκος και είκοσι μέτρα πλάτος. Τα κρεβάτια σε μια  γωνιά, κάθε ένας με τη γυναίκα και τα παιδιά του. Ο παππούς και η γιαγιά στο κέντρο του δωματίου. Οι Τούρκοι παραγιοί, που φρόντιζαν τα ζώα, κοιμούνταν στο μαντρί.

Στιγμές από τη ζωή μας εκεί
Το ντύσιμό μας, παρ’ όλα τα πλούτη, ήταν πρωτόγονο. Οι περισσότεροι φορούσαν τσαρούχια. Τα γιορτινά ήταν κάπως περιποιημένα, φτιαγμένα από δέρματα ζώων, τα ποστάλια.
Τα τρόφιμα, στην αποθήκη, ήταν άφθονα: βούτυρο, τυρί, κορκότα, πληγούρι, μακαρόνια, ευριστόν, όλα φτιαγμένα από τους ίδιους. Φαγητό έτρωγαν πρωινό και βραδινό. Το μεσημέρι δεν έστρωναν τραπέζι. Καθένας έτρωγε ό,τι εύρισκε στην αποθήκη: βούτυρο, αυγά, τυρί κ.τ.λ.
θυμάμαι το μεγάλο καζάνι, που έβραζε στο τζάκι η θεία μου και αργότερα η μάνα μου από τα χαράματα και μαγείρευε για 30 άτομα. Οι υπόλοιπες γυναίκες αναλάμβαναν τις άλλες δουλειές του σπιτιού: πλύσιμο των ρούχων, καθαριότητα κ. τ. λ.
Το χωριό μας, το Βεζίνκιοϊ, είχε μια μεγάλη εκκλησία και ένα μοναστήρι, του Προφήτη Ηλία, και ένα μικρότερο. Του Προφήτη Ηλία, κάθε 20 Ιουλη, γινόταν μεγάλο πανηγύρι. Σε κάποιο από τα πανηγύρια σκοτώθηκε, από παρεξήγηση, ένα εικοσάχρονο παλληκάρι, ο Χαριτωνίδης.
Ο κάμπος μας ήταν γεμάτος από μικρά υψώματα και είχε πολλά λουλούδια, κυρίως αμάραντα, που μοσχοβολούσαν.
Καλοκαίρι είχαμε μόνον τέσσερις μήνες. Τον χειμώνα, που κρατούσε πολλούς μήνες, το χιόνι έφτανε από ένα μέχρι πέντε μέτρα. Έκανε πολύ κρύο και όλοι φορούσαμε γούνες, φτιαγμένες από προβατίσιο δέρμα. Οι άνδρες έπιναν βότκα, για να ζεσταθούν και διασκέδαζαν στα σπίτια τους. Όποιος γύριζε από τον ρωσικό στρατό και έπαιρνε κανέναν βαθμό, τον θεωρούσαν έξυπνο άνθρωπο.
Τα γύρω χωριά ήταν αρμένικα και τούρκικα και oι συμμορίες τους έκλεβαν τους Έλληνες. Για να τους αντιμετωπίσουμε, ήμασταν πάντοτε οπλισμένοι. Ο τσάρος μας το επέτρεπε, γιατί τα χωριά μας ήταν παραμεθόρια.
Το 1914, όταν κηρύχτηκε ο α' παγκόσμιος πόλεμος, θυμάμαι μόνον τον θείο μου Κοσμά, που έκλαιγε, γιατί θα πήγαινε στρατιώτης.
Ο Γρηγόρης Τσιλιγκαρίδης με τη μητέρα του Δέσποινα

Τα  αδέλφια του πατέρα μου
Από τα παιδιά του παππού μου, τον Θεόδωρο, τον Κοσμά, τον Στάθη, τον Νικόλαο και τον Παναγιώτη, μόνον ο πατέρας μου, ο Παναγιώτης, είχε παιδιά. Όλοι οι άλλοι ήταν άτεκνοι. Ο Θεόδωρος τραυματίστηκε στο γερμανικό μέτωπο (στον α' παγκόσμιο πόλεμο, 1914-1918) και πέθανε ύστερα από τρία χρόνια στη Ρωσία, στο νοσοκομείο «Πετιόφσκι». Ο θείος μου, ο Στάθης, φοιτητής, πέθανε επάνω στο καράβι, στην καραντίνα, στον Άγιο Γεώργιο του Πειραιά.
Εμένα, ο παππούς μου ήθελε να μάθω γράμματα. Εφτά χρόνων πήγα στο σχολείο και έβγαλα την πρώτη δημοτικού. Το 1917 με πήγε ο παππούς μου στο Καρς και με μέσον του νομάρχη Χατζηπαναγιώτη, που ήταν θείος του, με έβαλε στο σχολείο Ρεγέλνι Ουσίλιτσα, όπως το έλεγαν. Τη σχολή αυτή την τέλειωσα όταν έγινα δώδεκα χρόνων. Πληρώναμε 250 ρούβλια το χρόνο, τα μισά προκαταβολή, δηλαδή δύο ζευγάρια βόδια μόνον για το σχολείο. Έπρεπε να έχουμε ειδική μαύρη στολή. Επιπλέον, είχαμε το φαγητό και άλλα έξοδα για τη συντήρησή μας. Από το χωριό μας παρουσιάστηκαν εξήντα παιδιά και πήραν μόνον τρεις: εμένα, τον Στυλιανό Σοφιανίδη και τον Γιάννη Χαραλαμπίδη.

Έκλεισαν τη σχολή κατά την επανάσταση των μενσεβίκων
Μετά από δύο μήνες από την εγγραφή μου στη σχολή (1917) έγινε η επανάσταση των μενσεβίκων (μειοψηφούντων στη ρωσική Βουλή, τη Δούμα). Τα παιδιά των ανώτερων τάξεων της σχολής Ρεγέλνι Ουσίλιτσα βγήκαν στους δρόμους και έκαναν διαδηλώσεις, άλλοι με τους μπολσεβίκους (πλειοψηφούντες) και άλλοι με τους μενσεβίκους, θυμάμαι ότι μια μέρα, στο προαύλιο του σχολείου, εμείς οι μικροί μαθητές χωριστήκαμε σε μπολσεβίκους και μενσεβίκους, για να παίξουμε. Εγώ, που ήμουν με την ομάδα των μπολσεβίκων, χωρίς να το θέλω, χτύπησα στο μάτι έναν από την ομάδα των μενσεβίκων. Μόλις το αντιλήφθηκε ο δάσκαλος, με έδειρε και με τιμώρησε να στέκομαι στην πόρτα μέχρις ότου τελειώσει το μάθημα. Εγώ επί μία ώρα έκλαιγα, γιατί φοβόμουν πως το ξύλο ήταν προειδοποίηση ότι θα υπέφερα σε όλη μου τη ζωή.

Ταραχές μεταξύ μπολσεβίκων και μενσεβίκων
Στο μεταξύ, οι ταραχές ανάμεσα στους μπολσεβίκους και του μενσεβίκους συνεχίζονταν και, τελικά, μέσα σε δέκα μέρες, τα χάσαμε όλα και από πλούσιοι γίναμε φτωχοί και πρόσφυγες. Ο Λένιν, που επικράτησε στη Ρωσία, παραχώρησε την περιοχή του Καρς στους Τούρκους, για να κάνει ειρήνη μαζί τους. Εμείς, σχεδόν τζάμπα, πουλούσαμε στους Τούρκους την περιουσία μας, αλλά εκείνοι δεν την αγόραζαν, όσο φθηνή κι αν ήταν. Τελικά φύγαμε και τα πήραν όλα, χωρίς να δώσουν δεκάρα.
Απ' όλα τα χωριά οι Έλληνες πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς για το εσωτερικό της Ρωσίας. Οι Αρμένιοι σφάζονταν με τους Τούρκους μέχρι που επικράτησαν και έκαναν αυτόνομη δημοκρατία της Αρμενίας, με πρωτεύουσα το Ερεβάν.
Εμείς, όπως φύγαμε από το Καρς με λιγοστά χρήματα στο χέρι, πήγαμε στην περιοχή της Τιφλίδας, σε μια κοντινή πόλη, το Ματζικέρτ, αλλά η σκέψη μας ήταν να πάμε στη Ρωσία, γιατί φοβόμασταν να μείνουμε στη Γεωργία, που συνόρευε με την Τουρκία. Η Γεωργία, πατρίδα του Στάλιν, έγινε αυτόνομη δημοκρατία, με πρωτεύουσα την Τιφλίδα. Ύστερα από ένα εξάμηνο, νοικιάσαμε κάρα και φορτώσαμε επάνω τα λιγοστά μας πράγματα και τα μικρά παιδιά. Οι μεγαλύτεροι ακολουθούσαμε πεζοί. Έτσι περάσαμε με ταλαιπωρίες το όρος Αραράτ και φτάσαμε στο Βλαντικαυκάς. Όμως, και εκεί είχε ανάψει ο εμφύλιος πόλεμος και τη μισή πόλη κατείχαν οι μπολσεβίκοι και την άλλη μισή οι τσαρικοί. Εμείς οι Έλληνες πρόσφυγες κοιμόμασταν στα υπόστεγα του σιδηροδρομικού σταθμού.
Το χωριό Βενζίκιοϊ του Καρς πατρίδα του Γρηγόρη Τσιλιγκαρίδη και άλλων Μεταλλικιωτών

Αλλαγή του τόπου διαμονής μας
Τελικά, φύγαμε και από το Βλαντικαυκάς και οι μεγάλοι, δηλαδή οι ηλικιωμένοι, που είχαν την πονηριά και πίστευαν στον τσάρο, μας οδήγησαν στο Κουμπάν, όπου επικρατούσαν οι τσαρικοί Κοζάκοι. Σε αυτούς ήθελαν να μας πάνε και πήγαμε, χωρίς να μας ενοχλήσει κανείς. Όλοι οι χωριανοί μας έμειναν στο Κουμπάν, ο παππούς μου, όμως, επειδή το 1912 έκανε στην πόλη Σταυροπόλ, μας οδήγησε όλο το σόι -περίπου δεκαπέντε οικογένειες - σε ένα ελληνικό χωριό, όπου είχε συγγενείς, στο Τούποβα Πόλκα. Το χωριό αυτό δεν είχε νερό, γιαυτό μάζευαν βροχόνερο για να πιουν ή έβγαζαν νερό από πηγάδια και το στράγγιζαν, για να φύγουν τα σκουλήκια και να το πιουν ή να μαγειρέψουν.
Για διαμονή, μας παραχώρησαν οι συγγενείς το μαντρί τους, στο οποίο μείναμε μερικές μέρες, αφού το καθαρίσαμε. Επειδή, όμως, οι συνθήκες ήταν άθλιες και υπήρχε κίνδυνος να αρρωστήσουμε και να πεθάνουμε, ο πατέρας μου, ο Παναγιώτης, που ήταν μέσα στο σόι μας ο πιο αποφασιστικός και έξυπνος, πήγε στους μπολσεβίκους που εξουσίαζαν στην περιοχή. Η τοπική αυτοδιοίκηση μας παραχώρησε κάρα, στα οποία φορτώσαμε τα υπάρχοντά μας οι δεκαεφτά οικογένειες και πήγαμε στο χωριό Αλεξίεβα, σε ένα τσιφλίκι. Εκεί μας έδωσαν σπίτια και μείναμε περίπου έναν χρόνο. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού ήταν Κοζάκοι και εμείς τους αγαπούσαμε, γιατί δεν θέλαμε τους μπολσεβίκους. Οι Κοζάκοι μας βοηθούσαν και από φιλανθρωπία, αλλά και από τον φόβο της αυτοδιοίκησης των μπολσεβίκων, που επικρατούσαν εκεί. Όλοι οι άντρες δούλευαν στα χωράφια ή έκαναν μαύρη αγορά ή άλλες δουλειές, όπως χτίστες κ.τ.λ.

Νέα μετεγκατάσταση - Καλίνκα
Κάποτε χτύπησαν οι κοζάκοι τους μπολσεβίκους και επικράτησαν στην περιοχή αυτή. Τότε, μας έδιωξαν και μας έστειλαν σ' ένα διπλανό χωριό, φτωχό, που λεγόταν Καλίνκα. Ο εμφύλιος πόλεμος συνεχιζόταν και άλλοτε επικρατούσαν οι κοζάκοι άλλοτε οι μπολσεβίκοι. Εμείς πια δεν ξέραμε με ποιανού το μέρος να πάμε. Βάζαμε σκοπό στις πόρτες και όταν μας ρωτούσαν «Ποιοι κάθονται εδώ;», τους απαντούσαμε «Έλληνες πρόσφυγες» (πεζένσκι Γκρέκι). Οι μπολσεβίκοι δεν μας πείραζαν, γιατί ήμασταν φτωχοί, ούτε, όμως, και οι κοζάκοι, γιατί ήξεραν ότι εμείς οι Έλληνες αγαπούσαμε τον τσάρο.
Επικράτηση των μπολσεβίκων στον Καύκασο
Το 1921 επικράτησαν στο Σταυροπόλ οι μπολσεβίκοι και όλα τα τσιφλίκια, που ήταν απέραντα, έμειναν άδεια και πέρασαν στην τοπική αυτοδιοίκηση. Μια μέρα, θυμάμαι, κάλεσαν τον παππού μου στην κοινότητα. Επειδή πήγε  προσκυνητής στα Ιεροσόλυμα, τον έλεγαν Χατζή και  0 λόγος του περνούσε. Αυτό το γνώριζαν και οι αρχές του τόπου και του πρότειναν να παραχωρήσουν στους Έλληνες πρόσφυγες χωράφια από το εγκαταλειμμένο τσιφλίκι, ζώα και γεωργικά εργαλεία. Να δημιουργήσουν μικρό χωριό και να ζήσουν. Ο παππούς μου, όμως, είχε τις επιφυλάξεις του και γύρισε πίσω ανήσυχος και στενοχωρημένος. Συγκέντρωσε αμέσως τα αδέλφια του και τα παιδιά του και τους ενημέρωσε για την πρόταση των μπολσεβίκων. «Ακούστε», είπε, «αυτοί θέλουν να μας δώσουν το τσιφλίκι, για να μας κάνουν μπολσεβίκους. Πρέπει να φύγουμε από εδώ. Πουλήστε ό,τι έχουμε». Είπε στον πατέρα μου να νοικιάσει βαγόνια και να φύγουμε για το Κουμπάν, κοντά στους άλλους χωριανούς μας, για να γλιτώσουμε από τους μπολσεβίκους. Σε τρεις μέρες βρεθήκαμε στο Κουμπάν, κοντά στους χωριανούς μας και στους αγαπημένους τσαρικούς κοζάκους.
Βατούμ
Από εκεί φεύγουμε για το Βατούμ
Όμως, εκεί βρήκαμε άλλη κατάσταση. Οι αντιπρόσωποι του Βενιζέλου έκαναν τη δουλειά τους. Μοίρασαν σε κάθε άτομο δέκα οκάδες αλεύρι και 25 ρούβλια. Μας έλεγαν ότι, αν πάμε στην Ελλάδα, θα μας βοηθήσουν ο βασιλιάς και ο Βενιζέλος. Εμείς θέλαμε να πάμε στο Βατούμ, όμως εκείνος που διαχειριζόταν τα λεφτά, τα καταχράστηκε και δυσκόλευε την απόφασή μας. Μετά από πολλά, έγινε συνεδρίαση, υπογράψαμε όλοι, πήραμε δέκα βαγόνια από το Κρασνοντάρ (Αικατερινοντάρ), που μας παραχώρησαν οι μπολσεβίκοι, και περάσαμε τα ρωσικά σύνορα. Φτάσαμε στο Βατούμ. Εκεί βρήκαμε χιλιάδες Έλληνες, που αποφάσισαν να πάνε στην Ελλάδα, παρασυρμένοι από τους πράκτορες του Βενιζέλου. Αυτοί παρουσίαζαν την Ελλάδα ως παράδεισο και γη της επαγγελίας. Ήμασταν κάτοικοι 17 χωριών και συγκροτήσαμε δεκαεφταμελή επιτροπή. Μάζεψαν χρήματα για τα εισιτήρια και μας ανέβασαν σε ένα μεγάλο βαπόρι με τέσσερα πατώματα, πέντε χιλιάδες άτομα. Τα μέλη της επιτροπής ταξίδεψαν δωρεάν.Το βαπόρι, γεμάτο, ξεκίνησε με τη συνοδεία δύο ρωσικών πολεμικών. Ο κόσμος κατάγγειλε τους πράκτορες - τη δεκαεφταμελή επιτροπή - που τους πήραν τα λεφτά και η αστυνομία τους συνέλαβε για ανάκριση. Μετά από δύο ημέρες, τους έστειλαν με άλλο βαπόρι και μας συνάντησαν πλέον στον Πειραιά.
Πριν έλθουμε στην Ελλάδα, στην Κωνσταντινούπολη, κάποια ελληνική επιτροπή μας μοίρασε ψωμί και ελιές. Πριν φτάσουμε στον Πειραιά, μας χτύπησε η χολέρα και πέθαναν δεκάδες παιδιά και ηλικιωμένοι. Τους τύλιγαν σε κουρέλια και τους πετούσαν στη θάλασσα, για να τους φάνε τα σκυλόψαρα.

Άφιξη στον Πειραιά και στον Άγιο Γεώργιο Χαλκίδας
Μετά από κουραστικό ταξίδι, στα τέλη Μαη 1921, φτάσαμε, επιτέλους, στον προορισμό μας. Αμέσως μάς έβαλαν στον κλίβανο και μας κούρεψαν σύρριζα όλους, γυναίκες, άντρες και παιδιά. Όμως, η χολέρα συνέχιζε το καταστροφικό της έργο και κάθε πρωί πέθαιναν δεκαπέντε έως και 20 άνθρωποι, που τους κατέβαζαν στη στεριά και τους έκαιγαν.
Τελικά, μας επιβίβασαν σε τρία παλιοκάραβα, για να μας πάνε στη Χαλκίδα. Μετά από πολλές ταλαιπωρίες, πείνα, θανάτους κ. τ. λ., φτάσαμε στον Άγιο Γεώργιο της Χαλκίδας. Εκεί μας παραχώρησαν από ένα αντίσκηνο για κάθε οικογένεια. Στα αντίσκηνα ζήσαμε περίπου δύο χρόνια, χωρίς καμιά βοήθεια από το κράτος. Τα αγόρια και τα κορίτσια, οι πλούσιοι της Χαλκίδας τα πήραν στα σπίτια τους ως ψυχοπαίδια. Οι άντρες και οι γυναίκες δούλευαν στα χωράφια, στα εργοστάσια και όπου αλλού έβρισκαν δουλειά. Μερικά παιδιά έφτιαξαν κασελάκια και έκαναν τον λούστρο. Αντί για μια δραχμή το γυάλισμα των παπουτσιών, έπαιρναν πενήντα λεπτά, ακόμη και τριάντα. Κάποτε, ένας κύριος μου είπε ότι αν βάψω τα μούτρα μου με τη βούρτσα, θα μου δώσει μια δραχμή. Το έκανα, πήρα τη δραχμή και πήρα καραμέλες για τα αδέλφια μου. Αρκετοί άντρες και μερικές γυναίκες έκαναν χαμάλικες δουλειές και ό,τι έβρισκαν.


Γρηγόρης Τσιλιγκαρίδης

Μαης 2009