Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

Φόνος του Ισεΐν τσαούση. Η δεύτερη αμνηστεία των Ανταρτών. Έλεγχος των βουνών Σάντας, Κρώμνης, Γαλίανας και Ματσούκας από τους αντάρτες μας.

Μια καλοκαιρινή μέρα του 1919 οι αντάρτες μας μπήκαν νύχτα στα χωριά της Ματσούκας, κρύφτηκαν αρκετές μέρες στο μοναστήρι Βαζελώνος  και από κει  με οδηγό τον παπά Κωνστάντιο έφτασαν στην τοποθεσία ο Καμμένον Αέρτς, όπου παραμόνεψαν τον Ισεΐν τσαούσ, για τον  οποίο μάθανε πως είναι φοβερός διαφθορέας των Ελληνίδων της Ματσούκας  και τον σκοτώσανε.
Μοναστήρι Βαζελώνος
Τον Μάη του 1920 ο Μητροπολίτης Ροδόπολης Κύριλλος ειδοποίησε τους αντάρτες της Σαντάς πως η τούρκικη κυβέρνηση είναι πρόθυμη να τους χορηγήσει δεύτερη αμνηστία και να τους διορίσει φρουρούς της ασφάλειας της υπαίθρου, φτάνει ν'  αφήσουν τα βουνά και να κατέβουν να ζήσουν στα χωριά σαν  έντιμοι πολίτες. Συγχρόνως τους ειδοποίησε πως μπορούν να κατέβουν οπλισμένοι στο Τσεβιζλήκ, όπου θα τους υποδεχθεί  ο καϊμακάμης.
Οι 7 οπλαρχηγοί της Σαντάς Ευκλείδης Κουρτίδης, Κωνσταντίνος Κουρτίδης, Θεόδωρος Κουρτίδης, Δημήτριος Τσιρίπ, Κωνσταντίνος Ατέσογλους, Αριστείδης Γουργενίδης  και Γεώργιος Σισμανίδης πήραν μαζί τους πολλούς οπλοφόρους, ανάμεσα στους οποίους ήταν κι ο Χριστόφορος Αγγελίδης, και κατέβηκαν στην Λιβερά.
 Οι  οπλοφόροι κατασκήνωσαν απ' έξω από την Λιβερά μέσ’ στα δάση  και από κει ειδοποίησαν τους προέδρους της Λιβεράς να φροντίσουν για την  ασφάλεια της ζωής των οπλαρχηγών. Τους κατέστησαν τους προεστούς αυτούς υπεύθυνους για κάθε ενδεχόμενο  και τους απείλησαν με θάνατο, αν δεν θα μπορούσαν να προλάβουν την τυχόν κακομεταχείριση των οπλαρχηγών εκ μέρους των Τούρκων.
Οι  οπλαρχηγοί δεν βρήκαν τον Μητροπολίτη στην Λιβερά και κατέβηκαν πάνοπλοι στο Τσεβιζλήκ, αφού τους διαβεβαίωσαν οι προεστοί της Λιβεράς ότι δεν έχουν να φοβηθούν τίποτε και ότι θα βρουν στο Τσεβιζλήκ και τον Μητροπολίτη. Πράγματι έγινε στους  οπλαρχηγούς ενθουσιώδης υποδοχή εκ μέρους του Καϊμακάμη, του Μητροπολίτη και των στρατιωτικών Αρχών. Τους χορήγησε  αμνηστία ο Καϊμακάμης και τους  ανέθεσε καθήκοντα εθελοντών χωροφυλάκων, την αμνηστία δε επακολούθησε χορός και γλέντι.
 Το βράδυ της ίδιας μέρας ανέβηκαν οι  οπλαρχηγοί μαζί με τον Μητροπολίτη στην Λιβερά όπου συνέχισαν μαζί με τους άλλους οπλοφόρους επί ένα διήμερο το ίδιο γλέντι και κατόπιν όλοι οι αντάρτες μαζί με τον Μητροπολίτη ανέβηκαν στην Σαντά, όπου πανηγύρισαν το γεγονός.
Δημήτριος Καθενιώτης
Εκεί ο Μητροπολίτης είπε  υπό αυστηρά  εχεμύθεια στους οπλαρχηγούς τα εξής: «Ο Βενιζέλος παιδιά πριν από λίγες μέρες  ανέθεσε στον Συνταγματάρχη Καθενιώτη την αμυντική  οργάνωση του Πόντου  και είναι ενδεχόμενο να δοθεί  διαταγή από τον Καθενιώτη για την διοργάνωση των ανταρτικών μας δυνάμεων. Στην περίπτωση αυτή  πιστεύω πως θα κάνετε το καθήκον σας  απέναντι της πατρίδας». 
Οι  οπλαρχηγοί μας αυτό περίμεναν. Ορκίστηκαν ότι μόλις δοθεί το σύνθημα θα υψώσουν πρώτα αυτοί την σημαία της  ανεξαρτησίας του Πόντου, και  ότι στην ανάγκη θα πεθάνουν κάτω από τις πτυχές της σημαίας αυτής, που θα την θεωρούσαν ισότιμη με την γαλανόλευκη.
 Έτσι λοιπόν δημιουργήθηκαν για την ανεξαρτησία του Πόντου μεταξύ των  ανταρτών και του Μητροπολίτη όνειρα.... Ύστερα  από αυτά ήταν φυσικό να περιμένουν οι αντάρτες μας κάποια βοήθεια  από την Ελλάδα, ή μάλλον την επέμβασή της για να  οργανωθούν στρατιωτικά  και να υποστηρίξουν δυναμικά την προσπάθεια της  Ελλάδας για την αυτονόμηση του Πόντου.
 Το σπουδαίο είναι ότι και οι αντάρτες μας και η θρησκευτική μας  Αρχή είχαν ακράδαντη την πεποίθηση πως θα επέμβει η  Ελλάδα, έφ’ όσον διηύθυνε τις τύχες του ελληνισμού ο Ελευθέριος Βενιζέλος, μα η απραξία της  ελληνικής κυβέρνησης τότε δεν τους επέτρεψε, όσο ενθουσιώδεις και αν ήσαν, να εκδηλωθούν υπέρ  ενός τέτοιου κινήματος, γιατί είχαν συναίσθηση της τρομακτικής διαφοράς μεταξύ των δυνάμεων των ανταρτών του Πόντου και των δυνάμεων του Μουσταφά Κεμάλ που ενισχυόταν κάθε μέρα και περισσότερο από όλους σχεδόν τους Συμμάχους, Γάλλους, Ρώσους και  Ιταλούς.
Οφείλουμε να πούμε ότι αρχικά  η δράση των Ελλήνων Ανταρτών του Ανατολικού και Δυτικού Πόντου δεν είχε καμία συνοχή, ούτε επιδίωκε κανένα  άλλο σκοπό εκτός από την περιφρούρηση της ύπαρξης αυτών των ίδιων και των οικογενειών τους  και την τιμωρία των Τούρκων που εγκλημάτισαν απέναντι τους. Θα ήταν διαφορετική η δράση και η νοοτροπία όλων των ανταρτών του Πόντου αν άναβε ο σπινθήρας της αυτονόμησης του Πόντου, οπότε αυτοί θα ήσαν η ψυχή της  εξέγερσης και θα θυσιάζονταν όλοι τους μέχρι ενός για να καταρρίψουν το είδωλο της τούρκικης φαυλοκρατίας, όπως το έκαναν και οι  αρματολοί και οι κλέφτες της Παλαιάς  Ελλάδας κατά την γιγαντομαχία του '21.
Έτσι όπως ήσαν οι Αντάρτες όλου του Πόντου χωρίς καθοδήγηση και χωρίς καμία ενίσχυση  από πουθενά, έμειναν καθηλωμένοι στην αυτοάμυνα, η οποία αυτοάμυνα δεν τους υποχρέωσε βέβαια να μείνουν ακίνητοι, αλλά τους παρακίνησε να χαϊδέψουν λιγάκι τα μούτρα των γύρω τους Τούρκων σκοτώνοντας εκείνους που έβλαψαν κάποτε τον ελληνικό πληθυσμό του Πόντου. Το αληθές είναι  ότι δεν είχαν οι Αντάρτες του Πόντου τον  οπλισμό που έπρεπε να έχουν ευθύς εξ αρχής. Όταν άρχισε η ανταρσία στην Σαντά από τους Τσιριπάντας και ενισχύθηκε αυτή αργότερα από τους Κουρτιδαίους, περιμέναμε όλοι μας να έχουν οι ανταρτικές μας ομάδες πολλές εκατοντάδες όπλων, μα αυτές μαζί με τα 100—150 όπλα της προπολεμικής περιόδου είχαν και 30 όπλα της «Ενώσεως» και 10 όπλα της ελληνικής στρατιωτικής φρουράς του Ακριταίου νοσοκομείου.
 Επίσης είχαν και 10 πιστόλια αυτόματα των 10 φυσιγγίων, 5 πιστόλια παλαιού τύπου  και αρκετές χειροβομβίδες δικής τους κατασκευής. Με όλα αυτά, αν και ήσαν  ανεπαρκή, κέρδισαν οι  αντάρτες μας την μεγάλη μάχη της Μάγαρας Χαρατσάντων, και έσωσαν 400 γυναικόπαιδα.
Λεγόταν και ήταν αληθινό πως οι Κεμαλικοί δεν  ανέχονταν την παρουσία  Ελλήνων στρατιωτικών στην επικράτεια τους  και έτσι το ελληνικό προσωπικό του Ακριταίου νοσοκομείου διέτρεχε τον κίνδυνο να αιχμαλωτισθεί από τους Κεμαλικούς. Επενέβη τότε ο Γάλλοι αρμοστής Λεπισιέ και τους έστειλε στην Κωνσταντινούπολη με γαλλικό αντιτορπιλικό.
Την δεύτερη αμνηστία που χορηγήθηκε στους αντάρτες μας την παραβίασαν οι ίδιοι μετά ένα μήνα και συνέχισαν να ληστεύουν στα βουνά τους Τούρκους που πήγαιναν στα παρχάρια τους. Έτσι ανέκτησαν τον έλεγχο όλων των βουνών της Σαντάς, της Κρώμνης, Ίμερας, της Γαλίανας, της Ματσούκας και του δημόσιου δρόμου Τραπεζούντας—Ερζερούμ μέχρι της Ζύγανας, μερικές φορές  τολμούσαν να εμφανίζονται και στα βουνά της Αργυρούπολης, προπαντός στο όρος Γορόσ.
 Για την τέτοια δράση των ανταρτών μας μετά την αποχώρηση του Ρωσικού στρατού κατά το 1918 γράφει ο Αγαθάγγελος Φωστηρόπουλος στην εφημερίδα "Μακεδονία" τα εξής:
"Την πρωτοχρονιά του 1919 ενώ οι μαθηταί της Αστικής Σχολής Ίμερας επέστρεφον από εκδρομήν εις την γειτονικήν Κρώμνην αντίκρυσαν παρά την βυζαντινήν μονήν του Αγίου Ιωάννου το σώμα του Ευκλείδη. Ο νεαρός σχολάρχης έδωσεν αμέσως το σύνθημα και αντήχησε το τραγούδι "Μάνα σου λέω δεν μπορώ τους Τούρκους να δουλεύω..." Οι ένοπλοι Σανταίοι παρηκολούθουν τους μαθητάς κατασυγκινημένοι και μερικοί εδάκρυσαν".
Έτσι κατάντησαν οι αντάρτες Σαντάς το φόβητρο των Τούρκων των γύρω μας χωριών, ακόμη και των Τούρκων της Γεμουράς, οι οποίοι δεν τόλμησαν να πατήσουν στα παρχάρια του Μετσίτ για πολλά χρόνια.
Μερικοί Σανταίοι εκάκισαν τότε την συμπεριφορά των ανταρτών προς την τούρκικη κυβέρνηση και είχαν την γνώμη ότι εφ' όσον η τούρκικη κυβέρνηση ταπεινώθηκε μπροστά τους έπρεπε κι αυτοί να κάτσουν ήσυχα και να εργαστούν για να ζήσουν έντιμα. Καλά αλλά πως μπορούσαν να ζήσουν;
 Εδώ θα υποψιαστεί κανείς μήπως υποστηρίζω τις παρεκτροπές των Κουρτιδαίων. Όχι, λέω  την  αλήθεια, την πραγματικότητα. Δεν μπορούσαν οι αντάρτες να εξασκήσουν κανένα επάγγελμα  για να ζήσουν έντιμα κατά την απαίτηση των τουρκικών αρχών μέσα στους ξερούς βράχους της Σαντάς, ούτε στη Ρωσία μπορούσαν να ταξιδέψουν για να βγάζουν το ψωμί τους όπως γινόταν στα τελευταία 50 χρόνια , ούτε την γεωργία μπορούσαν να εξασκήσουν στη Σαντά για το άγονο του εδάφους της.
Η ανάγκη τους έκανε να παραβούν τη συμφωνία και να συνεχίσουν να ληστεύουν τους Τούρκους για να μπορέσουν να ζήσουν τις οικογένειες τους. Έτσι ανταπέδωσαν οι αντάρτες μας στους Τούρκους τα όσα έπαθε απ' αυτούς ο ελληνισμός του Πόντου.

Μιλτιάδης  Κ. Νυμφόπουλος
Εκπαιδευτικός
Ιστοριογράφος  Σαντάς