Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΓΙΑ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΟΥΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ

 ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΝΡΩΣΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΤΑΪΓΑΝ (1917) 
ΣΤΟ ΠΑΝΕΝΩΣΙΑΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΓΕΛΕΝΤΖΙΚ (1991)

Οι πρώτες προσπάθειες των Ελλήνων της ρωσικής αυτοκρατορίας για την οργά­νωσή τους σε ενιαίο φορέα, σε πανρωσική κλίμακα, μπορούν βάσιμα να τοποθετη­θούν στην πρώτη δεκαετία του αιώνα μας, μετά την επανάσταση του 1905 (περίο­δο κατά την οποία άρχισε, με αργούς ρυθμούς, προσπάθεια εκδημοκρατισμού του συστήματος).
Οδησσός 1820 (Λιθογραφία)
Η ιδέα καλλιεργήθηκε από τις στήλες του ελληνόφωνου τύπου, της Οδησσού ιδιαίτερα, όπου τόσο η εφημερίδα «Κόσμος» (1907 - 1914), όσο κυρίως η βραχύβια «Φως» (1909 - 1911) είχαν αρχίσει εκστρατεία για την σύγκληση ενός πανελλήνιου συνεδρίου (στο οποίο θα εκπροσωπούνταν όλες οι ελληνικές κοινότη­τες της Ρωσίας) καθώς και για την ενθάρρυνση της επαφής τους μέσω της ελληνικής τους γλώσσας. 
Τις προσπάθειες αυτές στήριζε και ενίσχυε ο Γενικός Πρόξενος της Οδησσού Δημήτριος Κακλαμάνος (1867 - 1949), που υπήρξε εκδότης της σημαντι­κής αθηναϊκής εφημερίδας «Νέον Άστυ» (από τις 8 Δεκεμβρίου 1901) μέχρι την είσοδό του (1907) στο διπλωματικό σώμα.
Δεν άργησαν να ακολουθήσουν οι πρώτες ενθουσιώδεις, αλλά σπασμωδικές πρωτοβουλίες για την ανασύνταξη των δυνάμεων του ελληνικού στοιχείου της Ρωσίας, που έγιναν αρχικά σε περιφερειακό επίπεδο, σε περιοχές με συμπαγή ελληνικό πληθυσμό. Οι περιορισμοί μάλιστα που έθεταν οι ρωσικές αρχές στην αυτόνομη πολιτιστική και θρησκευτική ζωή των Ελλήνων, έρχονται σε αντίθεση με το ανανεωμένο εθνικό αίσθημα των παροίκων (ιδιαίτερα μάλιστα μετά τη νικηφόρα έκβαση των βαλκανικών πολέμων, στους οποίους πολέμησαν, ως εθελοντές και Έλληνες  από τον Καύκασο και άλλες περιοχές της Ρωσίας).
Ως φυσική συνέπεια όσων προαναφέρθηκαν υπήρξε η σύσκεψη που προαναφέρθηκε, τον Ιούνιο του 1914 στο Αικατερινοντάρ (σημερινό Κρασνοντάρ) με πρωτο­βουλία της εκεί ελληνικής κοινότητας, στην οποία πήραν μέρος εκπρόσωποι των ελληνικών παροικιών του Μαϊκόπ, της Ανάπας, της Κρίμσκαγιας, του Νοβοροσίσκ, του Τουαψέ, του Σότσι, του Σοχούμ και του Γελεντζίκ. Στη σύσκεψη αποφασίστη­κε να ζητηθεί από την ελληνική κυβέρνηση, να μεσολαβήσει στην Πετρούπολη, ώστε να αναγνωριστούν τα σχολεία των ελληνικών κοινοτήτων ως εκπαιδευτήρια του ελληνικού κράτους, να διοριστούν δύο Έλληνες γενικοί επιθεωρητές, που θα εποπτεύουν τη λειτουργία τους και θα μισθοδοτούνται από το ελληνικό δημόσιο και τέλος να γίνουν εκ μέρους της Αθήνας οι δέουσες παραστάσεις προς τη ρωσική κυβέρνηση, ώστε να επιτραπεί η διδασκαλία, επί ίσοις όροις, της ελληνικής και της ρωσικής γλώσσας. Στα αιτήματα των Ελλήνων δε φαίνεται να δόθηκε καμιά συνέ­χεια ούτε από την πρεσβεία της Ελλάδας ούτε πολύ περισσότερο από την ελληνική κυβέρνηση, καθώς η ικανοποίησή τους θα αποτελούσε παρέμβαση στις πολιτικές και εκπαιδευτικές επιλογές ενός ξένου κράτους και μάλιστα σε μια περίοδο κατά την οποία δεν υπήρχαν καν οι αναγκαίες σχετικές διακρατικές συμφωνίες.
Βατούμ
Λίγα χρόνια αργότερα, με πρωτοβουλία αυτή την φορά των Ελλήνων του Βατούμ (όπου είχε κάνει την εμφάνισή του το Ελληνικό Εθνικό Δημοκρατικό Κόμμα) και ύστερα από εμπιστευτικές διαβουλεύσεις με τους διπλωματικούς και προξενικούς εκπροσώπους της Ελλάδας, συγκλήθηκε στο Ταγανρόγκ (Ταϊγάν) στις 29 Ιουνίου 1917 το πρώτο συνέδριο των ελληνικών κοινοτήτων της Ρωσίας.
Στο συνέδριο αυτό που κράτησε δώδεκα μέρες (ώς τις 10 Ιουλίου), πήραν μέρος 43 αντιπρόσωποι, οι οποίοι συζήτησαν τα προβλήματα (πολιτικά, εκπαιδευτικά, εκ­κλησιαστικά, ανθρωπιστικά κλπ.) που συνδέονταν τότε με την τύχη του ελληνικού στοιχείου στη μετεπαναστατική (μετά την επανάσταση του Φεβρουάριου) Ρωσία, όσο και τις σχέσεις του με την Πετρούπολη και το εθνικό κέντρο. Ιδιαίτερα απασχό­λησε τους συνέδρους η οργανωτική δομή των ελληνικών κοινοτήτων, η διάσωση των περιουσιακών τους στοιχείων και κληροδοτημάτων, η εκπαιδευτική και πνευ­ματική συγκρότηση του ελληνικού πληθυσμού της Ρωσίας, αλλά και η εκκλησιαστι­κή οργάνωση. Ολα τα ζητήματα συμβάδιζαν με τις επαγγελίες της νέας ρωσικής κυ­βέρνησης για το σεβασμό των ελευθεριών των κατοίκων της ρωσικής επικράτειας.
Στο συνέδριο επίσης θίχτηκαν και επιμέρους ζητήματα, όπως π. χ. η ίδρυση ελλη­νικών τραπεζών και συνεταιρισμών, η δημιουργία και η στήριξη ρωσόφωνου ελλη­νικού τύπου, αλλά και ειδικά θέματα που άπτονταν των ειδικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν οι Έλληνες της υπαίθρου.
Κατά τη διάρκεια των εργασιών του συνεδρίου εμφανίστηκαν δύο οργανωμένες πολιτικές ομάδες Ελλήνων: Το Ελληνικόν Εθνικόν Δημοκρατικόν Κόμμα του Βα­τούμ και οι αντιπρόσωποι από το Ροστόβ. Το πρώτο κινήθηκε με προσοχή, ώστε οι προτάσεις του να εναρμονίζονται με τις επικρατούσες τότε αντιλήψεις για τη λύση των εσωτερικών πολιτικών και κοινωνικών προβλημάτων των ρωσικών χωρών. Γι’ αυτό και έριξε το βάρος σε ζητήματα καθαρά εκπαιδευτικά και κοινοτικά και με αρ­κετές επιφυλάξεις και σε εκκλησιαστικά. 
Οι αντιπρόσωποι όμως της κοινότητας του Ροστόβ (Μ. Ευμορφόπουλος, Μ. Λεοντίδης, I. Συμεωνίδης, Λ. Ταβανιώτης, Σ. Μακρίδης και Λ. Χωραφάς), συνεπικουρούμενοι και από μερικούς παρατηρητές από την Οδησσό, πρόβαλαν επιπλέον θέσεις που είχαν πολιτικό χαρακτήρα. Οι θέσεις αυτές, που καταγράφτηκαν σε ειδικό φυλλάδιο, που τυπώθηκε στο Ροστόβ, θεωρή­θηκαν από τους περισσότερους συνέδρους - ύστερα και από διακριτική επισήμανση του εκπροσώπου της ελληνικής πρεσβείας στην Πετρούπολη γενικού προξένου στο Αικατερινοντάρ (Κρασνοντάρ) Ξεν. Στελλάκη - ως άκαιρες παρεμβάσεις στα ζη­τήματα εσωτερικής πολιτικής της χώρας και συνεπώς επιζήμιες για τα πραγματικά εθνικά συμφέροντα των Ελλήνων.
Σε ότι αφορούσε το οργανωτικό, οι σύνεδροι αποφάσισαν να συστήσουν ένα νέο όργανο συντονισμού των ελληνικών κοινοτήτων, τον Σύνδεσμο των Ελλήνων της Ρωσίας, στον οποίο θα μπορούσε να εγγραφεί κάθε Έλληνας κάτοικος της ρωσικής επικράτειας, άνδρας ή γυναίκα, πάνω από 18 ετών, εφόσον κατέβαλλε ετήσια συν­δρομή ένα ρούβλι. Θα συμπεριλαμβάνονταν όλες οι ελληνικές κοινότητες (υπό την προϋπόθεση ότι θα διέθεταν 100 τουλάχιστον μέλη, διαφορετικά θα συνενώνονταν δύο κοινότητες) που θα διοικούνταν από δικά τους διοικητικά συμβούλια. Προσδι­ορίστηκαν, επίσης, οι δώδεκα περιφέρειες, στις οποίες κατανέμονταν οι κοινότητες αυτές, μαζί με το αντίστοιχο διοικητικό κέντρο, όπου θα έδρευε το περιφερειακό διοικητικό τους συμβούλιο.
Ως ανώτερο όργανο του Συνδέσμου ορίστηκε επταμελής εκτελεστική επιτροπή, που ονομάστηκε Κεντρικό Συμβούλιο και θα είχε την έδρα του στο Ροστόβ.
Ιδιαίτερη υπήρξε η ευαισθησία των συνέδρων στην εκπαίδευση των Ελληνοπαίδων σε εθνική βάση. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Κεντρικού Συνδέσμου, οι Έλληνες του Καρς, της Τσάλκας και της Μαριούπολης είχαν μεγαλύτερη ανάγκη από την ίδρυση ελληνικών σχολείων, για να τονωθεί το εθνικό τους αίσθημα, το οποίο δοκιμαζόταν εξαιτίας της φοίτησής τους σε ρωσικά σχολεία, της θητείας τους στο ρωσικό στρατό, της απόκτησης της ρωσικής υπηκοότητας και της άγνοιας της ελληνικής γλώσσας.
Ιδιαίτερα λεπτό ήταν το εκκλησιαστικό ζήτημα: κατά τη διάρκεια των σχετικών συζητήσεων καταγράφτηκε η τάση για ανεξαρτητοποίηση των Ελλήνων από την ομόδοξη, αλλά εξαιρετικά καταπιεστική ρωσική εκκλησία. Η απαγκίστρωση από τη δικαιοδοσία της Ιεράς Συνόδου της Μόσχας θα έπρεπε να συνδυαστεί με την επιστροφή των ελληνικών εκκλησιών που είχαν αποσπαστεί από τις κοινότητες για να δοθούν στους Ρώσους (στη νότια Ρωσία, στην Κριμαία, αλλά κυρίως στον Καύ­κασο και την Υπερκαυκασία), αλλά και με την ελευθερία για την οικοδόμηση νέων και το σημαντικότερο το διορισμό Ελλήνων εφημερίων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο, στις περιοχές αυτές υπήρχαν ήδη 123 ελληνικές εκκλησίες με 126 ιερείς.
Αλλά η τολμηρότερη πρωτοβουλία που πήρε το συνέδριο σε ότι αφορά την εκκλησιαστική πλευρά της διαβίωσης των Ελλήνων της Ρωσίας ήταν το αίτημα για την ίδρυση 6 ή το λιγότερο 3 αυτόνομων ελληνικών επισκοπών. Πάντως, οι σύνε­δροι πείστηκαν να μην προχωρήσουν - όπως ζήτησαν μερικοί - στην απαίτηση για τη δημιουργία Αυτοκέφαλης Ελληνικής Εκκλησίας της Ρωσίας, αλλά την υπαγωγή των ελληνικών επισκοπών στη δικαιοδοσία της Ιεράς Συνόδου της Μόσχας.
Στο Συνέδριο ελήφθησαν επίσης και άλλες αποφάσεις για ποικίλα ζητήματα (οι­κονομικά, κοινωνικά, πολιτιστικά, κλπ.), που απασχόλησαν ορισμένες ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας. Τέλος, για την ευκολότερη διασύνδεση των ελληνικών ορ­γανώσεων και την ενημέρωση των μελών τους για τις πρωτοβουλίες του Συνδέσμου και γενικά για τις εξελίξεις στις διεκδικήσεις του ελληνικού στοιχείου της χώρας, αποφασίστηκε η έκδοση ρωσόφωνης εφημερίδας, σε ιδιόκτητο ελληνικό τυπογρα­φείο, με ελληνικά και ρωσικά στοιχεία. Ως τότε θα εκδιδόταν στην ελληνική γλώσ­σα περιοδικό με τον τίτλο «Ειδήσεις» του Κεντρικού Εκτελεστικού Συμβουλίου του Συνδέσμου των εν Ρωσία Ελλήνων.
Από το 1926, λοιπόν, και στο εξής (για τα επόμενα δέκα τουλάχιστον χρόνια) άρχισε μια νέα περίοδος, όχι μόνο για τη σοβιετική εκπαίδευση, αλλά και για την ελληνική. Μια από τις βασικές αλλαγές, που αφορούσαν την εκπαίδευση των Ελ­ληνόπουλων της Ένωσης, ήταν η αντικατάσταση στα «ρωμεικα σοβιετικά σχολεία» της καθαρεύουσας με τη δημοτική και της ιστορικής ορθογραφίας με τη φωνητική. Η αλλαγή στηρίχτηκε στην απόφαση της Πανσυνδεσμικής Σύσκεψης, που έγινε στο Ροστόβ το 1926 και επικράτησε τελικά στις αρχές της δεκαετίας του 1930, εξοβε­λίζοντας την πρόταση για χρήση της ποντιακής, ως επίσημου γλωσσικού οργάνου όλων των Ελλήνων. Η χρήση όμως των διαλέκτων, της ποντιακής και της Μαριουπολίτικης, θα γινόταν με τρόπο που να προκαλούσε σταδιακά τη σύγκλισή τους - μέσω του λεξιλογικού τους εμπλουτισμού - με τη δημοτική. Και για να επιτευχθεί αυτό αποφασίστηκε, επίσης, να ζητηθεί η δημιουργία ελληνικού τμήματος στο Παιδαγω­γικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας, που θα αναλάμβανε το έργο της εκπαίδευσης των κατάλληλων στελεχών, «για τη γλωσσική οικοδόμηση των Ελλήνων».
Μαριούπολη
Μέσα στο κλίμα αυτό, συνήλθε στη Μόσχα στις 15-16 Ιουλίου η Πανενωσιακή Ιδρυτική Συνδιάσκεψη των Σοβιετικών Ελλήνων. Στη συνδιάσκεψη εμφανίστηκαν δύο τάσεις: Η πρώτη έθετε ως στόχο τη διεκδίκηση αυτονομίας, με βάση τα προβλε- πόμενα από τους συνομοσπονδιακούς θεσμούς της Σοβιετικής Ένωσης. Υποστήριζε το αίτημα της δημιουργίας μιας Αυτόνομης Ελληνικής Δημοκρατίας ή Αυτόνομης Περιοχής στην κοιλάδα του Κουμπάν στη Νότια Ρωσία. Οι πιθανότητες τότε της ανεξαρτητοποίησης της Γεωργίας, καθώς και των κεντροασιατικών δημοκρατιών, έκαναν να φαίνεται επιτακτική η ανάγκη για την ίδρυση της Αυτονομίας αυτής, ώστε να συγκεντρωθεί έγκαιρα εκεί ο ελληνικός πληθυσμός πριν από την εδαφική αποκρυστάλλωση των επιμέρους ανεξαρτήτων επικρατειών. Η «ρεαλιστική» τάση απέκρουσε το αίτημα της αυτονομίας, καθώς διέβλεπε τον κίνδυνο να εμπλακούν οι Έλληνες σε διαμάχες με τους ντόπιους πληθυσμούς των περιοχών, όπου θα ζη­τούσαν να δημιουργηθεί η Αυτόνομη Ελληνική Επικράτεια (προβλήματα ανάλογα, όπως έλεγαν, με εκείνα που συναντούσαν οι Τάταροι της Κριμαίας και οι Γερμανοί του Βόλγα κατά την προσπάθεια τους να επιστρέψουν στις περιοχές από τις οποίες είχαν εκτοπισθεί επί Στάλιν). Για τον λόγο αυτό η δεύτερη τάση υποστήριζε ότι η μόνη δυνατή λύση του ελληνικού προβλήματος ήταν τελικά μια μαζική «έξοδος» των Ελλήνων των χωρών της ΕΣΣΔ προς την Ελλάδα. Η αντιπαράθεση οδήγησε στην αποχώρηση των ρεαλιστών, ενώ οι υποστηρικτές της λύσης της Αυτόνομης περιοχής προχώρησαν στην ίδρυση ενός Πανενωσιακού Συνδέσμου των Σοβιετικών Ελλήνων, με πρόεδρο το Γαβριήλ Ποπόφ και με τη σύσταση περιφερειακών οργα­νώσεων σε ολόκληρη σχεδόν την επικράτεια. Είναι πάντως γεγονός ότι ουδέποτε αποκρυσταλλώθηκε η ιδεολογική και γραφειοκρατική φυσιογνωμία του Συνδέσμου, ενώ παράλληλα οι ραγδαίες εξελίξεις και ανακατατάξεις στο χώρο της ΕΣΣΔ δεν επέτρεψαν την υλοποίηση του βασικού στόχου. Αλλά και οι εκπρόσωποι της ρεαλι­στικής αντιμετώπισης του προβλήματος των Ελλήνων της πρώην ΕΣΣΔ, μολονότι δικαιώθηκαν ως ένα βαθμό από τις εξελίξεις, δεν είδαν να πραγματοποιείται, όπως προσδοκούσαν η συνολική έξοδος των Ελλήνων προς την Ελλάδα.
Θα πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι όσο και αν φάνταζε ουτοπική η πρότα­ση του Συνδέσμου, θα κατανοούνταν πληρέστερα αν τοποθετούνταν στο πλαίσιο των συνθηκών που επικρατούσαν στην τ. ΕΣΣΔ το 1989 και παραλληλιζόταν, όπως ήδη προαναφέρθηκε, με ανάλογες επιδιώξεις άλλων μικρών εθνοτήτων (Καλμύκων, Τατάρων της Κριμαίας, Γερμανών του Βόλγα κ. α.), αλλά και παράλληλες διακη­ρύξεις της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ για τα δικαιώματα των εθνοτήτων: τη διασφάλιση δηλαδή “όλων των δικαιωμάτων και των συνθηκών για τη διατήρηση των εθνικών παραδόσεων, την ανάπτυξη της κουλτούρας και της γλώσσας των λαών που κατοικούσαν εκτός των εθνικών ορίων τους ή που δεν είχαν εθνικά όρια” και την εκπροσώπησή τους στα όργανα εξουσίας.
Ως συνέχεια, λοιπόν, των εξελίξεων αυτών θα μπορούσε να ιδωθεί η δημοσιο­ποίηση (17 Σεπτεμβρίου 1989) των απόψεων του Γαβριήλ Ποπόφ για το ελληνικό πρόβλημα, τη δημιουργία δηλαδή Αυτόνομης Ελληνικής Δημοκρατίας που δεν ταυ­τιζόταν αναγκαστικά με ενιαία εδαφική επικράτεια. Τελικά στις 14 Νοεμβρίου 1989 το Ανώτατο Σοβιέτ της ΕΣΣΔ εξέδωσε μια διακήρυξη, που υποσχόταν την αποκα­τάσταση όλων των βίαια εκτοπισμένων λαών και τη διασφάλιση των δικαιωμάτων τους. Ήταν ωστόσο προφανές ότι το Ανώτατο Σοβιέτ δε θέλησε να προχωρήσει στην ουσία του υπομνήματος του Πανενωσιακού Συνδέσμου Σοβιετικών Ελλήνων (υπο­βλήθηκε τον Οκτώβριο του 1990). Ούτε, επίσης, έδειχνε έτοιμο να αντιμετωπίσει το γενικό πρόβλημα των μικρών εθνοτήτων σε μακροχρόνια βάση.
Καθώς λοιπόν το υπόμνημα του συνδέσμου είχε εμπλακεί πλέον στα γρανάζια της γραφειοκρατίας, χωρίς ελπίδα απεμπλοκής, οι οργανώσεις που δρούσαν σε το­πικό επίπεδο και που είχαν λιγότερο φιλόδοξους στόχους, άρχισαν να παίζουν ουσι­αστικότερο ρόλο.
Χαρακτηριστική λ. χ. είναι η περίπτωση του Συνδέσμου Ελληνοποντίων της Τιφλίδας (τον Μάρτιο του 1990 πραγματοποιήθηκε στην Τιφλίδα η ιδρυτική του συνδιάσκεψη και η εκλογή της 41μελούς κεντρικής του επιτροπής). Στους στόχους του Συνδέσμου ήταν η κυκλοφορία ελληνικής εφημερίδας, η ίδρυση τυπογραφείου, η οργάνωση θεάτρου, η ανάπτυξη της παιδείας και της λαϊκής δημιουργίας, η κα- τάκτηση της γλώσσας και γενικά η αναζήτηση μέσων για τη συσπείρωση όλων των Ελλήνων της Γεωργίας. Ανάλογους στόχους έθεσαν και πολλοί άλλοι σύλλογοι και οργανώσεις, που άρχισαν να ξεφυτρώνουν αθρόοι, ιδιαίτερα στη Νότια Ρωσία.
Σταθμός στη διασύνδεση των ελληνικών συλλόγων της ΕΣΣΔ ήταν η πραγμα­τοποίηση στο Σότσι της Νότιας Ρωσίας στις 22 και 23 Δεκεμβρίου 1990 της Συν­διάσκεψης των Ελληνικών Οργανώσεων της Σοβιετικής Ενωσης, κατά τις εργασίες της οποίας εκλέχτηκε 20μελής Επιτροπή με επικεφαλής τον Γαβριήλ Ποπόφ, για να προετοιμάσει τη σύγκλιση Συνεδρίου.
Το κεντρικό θέμα ήταν προφανώς το ζήτημα της αυτονομίας, αίτημα του οποίου η λύση δεν ήταν ούτε ορατή ούτε και σίγουρη. Οι περισσότεροι ομιλητές εξαρτούσαν την έκβαση του σχεδίου με την ίδια την επιβίωση του Ελληνισμού της Σοβιετικής Ένωσης


Άρτεμις Ξανθοπούλου - Κυριακού


Δ' Παγκόσμιο Συνέδριο του Ποντιακού Ελληνισμού 

      Θεσσαλονίκη 13-16 ιουνη 1997