Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

Ιατρική (Γιατροσόφια) στην Σαντά του Πόντου. Μέρος 1ο

Αλοιφή - Μελιαχιάμ
Στον καλόγερο (αφού έσκασε) και σε μερικές πληγές έβαζαν αλοιφή από κερί, πίσσα, θυμίαμα, λάδι και άσπρο σαπούνι.
Σαντά

Αιμορραγία
Στη λεχώνα: Έβαζαν πανί βρεμένο με κρύο νερό στις μασχάλες στο λαιμό και στην καρδιά. Την έζωναν ζωνάρι. Ακινησία.
Στα τραύματα: Έβαζαν πάνω καπνό.
Στη μύτη: Σήκωναν το κεφάλι ψηλά και πίσω. Έχυναν κρύο νερό στο σβέρκο και στο κεφάλι. Πατούσαν με το δάχτυλο το ρουθούνι ή έβαζαν βαμβάκι. Έδεναν σφιχτά το χέρι πάνω από τον αγκώνα.

Αιμορροΐδες - Μαγιασίρ
Έβραζαν τσουκνίδες και ζεστές, έβαζαν τον άρρωστο να καθίσει πάνω όσο άντεχε. Τον πότιζαν ζουμί μασούρας (καρπού αγριοτριανταφυλλιάς).

Ακράτεια ούρων
Τσιλτέας - τσουλτού και τσιλτιάρκον, κατουρλιάρης. Εσύρναν τα μέσα 'τουν, δηλ. έβαζαν τον άρρωστο  μπρούμυτα, έπιαναν από τη μέση του το πετσί και τραβούσαν προς τα πάνω. Ζέσταιναν χώμα ακαλλιέργητο μέρος και έβαζαν το παιδί να καθησει πάνω. Από το βράδυ δεν το τάϊζαν νερουλό φαΐ.

Αμυγδαλές
Όταν μάζευαν πύο, τις πατούσαν με το κουτάλι ή με το χέρι από μέσα για να τιασεύκουν (σκάσουν).

Ανεμοβλογιά - Νεροβράσα
Πρόσβαλε τα παιδιά. Την αναγνώριζαν από τα νερουλωτά εξανθήματα  που παρουσιάζονται νωρίς. Τα προφύλαγαν  από το κρύο κι έκαναν και σχετική δίαιτα.

Ασφυξία από κάρβουνα
Επίασαν άτον τα καρβόνια. Για να την προλάβουν έριχναν πάνω στα κάρβουνα ζάχαρη και έβαζαν κομμάτι σίδηρο (καρφί μεγάλο, μασσιά). Όταν αισθάνονταν ζαλάδες και πονοκέφαλο, έκαιγαν φτερό μπροστά στη μύτη

Αυτιού (ωτί) πόνος
Ζέσταιναν νερό και κρατούσαν  πάνω το αυτί. Ζέσταιναν μια κεραμίδα, πλάκα, την τύλιγαν με μάλλινο και την τοποθετούσαν πάνω στο αυτί. Έκαναν από χαρτί ένα μακρύ χωνί, άλειφαν τη στενή άκρη του στο λάδι, έβαζαν μέσα στο αυτί και άναβαν το χωνί από πάνω όταν πλησίαζε η φωτιά στο αυτί, το αφαιρούσαν.

Αφροδίσια - Μάλιας
Τισί δηλ. δύσκολη θεραπεία με υδράργυρο.

Βήχας - Βεξίον η Βεχίον
Έβαζαν τα πόδια του σε ζεστό νερό. Τον έκαναν ατμόλουτρο.

Γιορτιακή
Αρρώστια των νεογέννητων. Χάραζαν με ξυράφι το βρέφος σε διάφορα μέρη του σώματος και το τύλιγαν με παλτό από βρασμένες κολοκύθες, μερικοί για να αποφύγουν το χάραγμα, τύλιγαν το μωρό με περιττώματα ανθρώπου.

Δάγκωμα
1 ) Σκύλου  (άρπαγμαν). Έπαιρναν λίγες τρίχες του ίδιου σκύλου και έβαζαν πάνω στην πληγή. Αν όμως ο σκύλος ήταν λυσσασμένος, σκότωναν, τον έσχιζαν στην μέση και ο άρρωστος περνούσε ανάμεσα. Την τεσσαρακοστή βραδιά δεν άφηναν τον άρρωστο να κοιμηθεί.
2) Σκορπιού. Στη Σαντά δεν ήσαν φαρμακεροί.

Σένα ή Σιναμική ή Φύλλα Αλεξανδρείας


Δυσκοιλιότητα
Έβραζαν φύλλα σιναμικής* (σιναμπεκής) και τον πότιζαν. Τον πότιζαν άβραστο γάλα.

Έκζεμα - Γλυκέα γεράδας
Πληγές στο κεφάλι, στο πρόσωπο, στα χέρια. Τις άλειφαν με σιρούλ (ερυθρό  οξείδιο του υδραργύρου). Την έπλυναν με το νερό στο οποίο οι σιδεράδες βουτούν τα εργαλεία που κατεβάζουν από τη φωτιά κόκκινα.

Ελονοσία
Η διαλείπουσα ελονοσία λεγόταν ψύχος, ή δε κακοήθης χαβά.
1)Σκάβανε λάκκο σαν τάφο ρηχό. Ξάπλωναν μέσα τον άρρωστο και τον σκέπαζαν με χώμα βρεμένο άφηναν έξω το κεφάλι στο οποίο έβαζαν πανιά.
2) Κοπάνιζαν σκόρδα, αλάτι και νισιατήρ, ανακάτωναν και ξύδι ή γιαούρτι, έβρεχαν μ' αυτά τα εσώρουχα, τον έντυναν και τον σκέπαζαν με ζεστά για να ιδρώσει από τα ίδια έβαζαν και στο κεφάλι του.
3) Έπαιρναν το τομάρι από νεοσφαγμένο ζώο, ξεγύμνωναν τον άρρωστο και τον τύλιγαν μ' αυτό.
Δίαιτα : Απόφευγαν τα ξινά, αλμυρά και τα φρούτα  κάποτε έτρωγαν και ξινά κ.τ.λ.
Κάποτε κρύωναν γιατί σηκώθηκαν πολύ πρωί και βγήκαν έξω ή ξεσκεπάστηκαν τη νύχτα και την αρρώστια ονόμαζαν Αγιάζ- χαβασί.

Εξάρθρωση- Έβγαλμαν
Μέσα σε ζεστή σαπουνάδα έτριβαν την κλείδωση και με μια κίνηση έκαναν την ανάταξη. Έβρεχαν ένα κομμάτι κατσιάν (πίλημα), το έβαζαν στη ζεστή πάχτη και τύλιγαν το μέρος. Το ίδιο γινόταν και όταν εκορδυλλιάουτον τομάρ δηλαδή μαζευόταν η φλέβα και το νεύρο.

Ευκοιλιότητα - Τσιλιατιαρίον
Για τους μεγάλους: Απίδια ξεραμένα στο φούρνο (απιδότσιρα). Βαρύ τσάι κινέζικο. Γιαούρτι, καφές, κράνια (τα έβραζαν και έπιναν το ζουμί ). Το έβαζαν να καθίσει πάνω σε ζεστό καζάνι.
Για τους μικρούς: Γιαούρτι, τσάι, κράνια και  ρύζι λαπάς.

Ευλογιά -Βράσα 
Ο εμβολιασμός δεν γινόταν προληπτικά, παρά όταν πληροφορούνταν «η βράσα έρθεν σο τάδε χωρίον». Το εμβόλιο ονόμαζαν κοτσάκ και κοτσακιάζω το εμβολιάζω. Ακοτσακίαστος, όχι εμβολιασμένος. 
Οταν το εμβόλιο εθολομάσσιανεν δηλ. πρηζόταν και κοκκίνιζε, τότε πετύχαινε (επίανεν). Μερικοί από άγνοια ή για λόγους οικονομίας, επαιρναν από την πληγή εμβολιασμένου και εμββολίαζαν το παιδί τους, μή γνωρίζοοντας πως αυτό μπορούσε να είναι επικίνδυνο. Δεν έβραζαν φαγητά, ούτε ρούχα (κ’ εχάσσευαν τη βράσαν) γιατί «εχολιάσκουτον η βράσα» και τους θανάτωνε. Για να μη ξύνονται τα μικρά παιδιά στο πρόσωπο, πού ήταν επικίνδυνο, γιατί θα έμεναν σημάδια από τά εξανθήματα (ρόχας, ροχασμένος), άλειφαν το πρόσωπό τους με ανάλατο βούτυρο και το σκούπιζαν με πανί. Σε κάθε χωριό υπήρχαν θύματα: θάνατοι και ροχασμένοι ή με χαλασμένα μάτια. ’Ήταν πολύ μεταδοτική: επαίρκουτον.

Στάθης Αθανασιάδης (Γεροστάθης
Εκπαιδευτικός - Λαογράφος









*Η λατινική ονομασία του βοτάνου είναι Cassia angustifolia (Κασσία η στενόφυλλη) ή Cassia senna (Κασσία η σέννα). Ανήκει στην οικογένεια των Χερδωπών.
Το συναντούμε με τα ονόματα Σέννα, Κασσία, Συναμική, φύλλα Αλεξανδρείας ή φύλλα Αιγύπτου.
Είναι θάμνος το ύψος του οποίου κυμαίνεται από μισό έως δύο μέτρα. Καλλιεργείται σε Ινδία και τις χώρες γύρω από την Ερυθρά θάλασσα (ιδιαίτερα στο Σουδάν). Έχει φύλλα σύνθετα, με φυλλάρια χωρίς χνούδι, ωοειδή-λογχοειδή. Άνθη ακανόνιστα με ελεύθερα σέπαλα. Τα άνθη είναι μεγάλα σε μέγεθος, χρώματος κίτρινου με τάση προς το καφέ.
Ο καρπός είναι πλατύς λοβός, ελαφρώς διογκωμένος πάνω από τους σπόρους και μοιάζει με της φασολιάς. Περιέχει περίπου 6 σπόρους σε κάθε λοβό.