Η οικονομική δύναμη του υπόδουλου Ελληνισμού, ήταν επόμενο, να αποτελέσει την υποδομή της κοινωνικής, πολιτιστικής και πνευματικής ανάπτυξης, που συντελούνταν, παρά τις απαγορεύσεις και τις διώξεις του δυνάστη.
Με τις δυσμενείς, αυτές συνθήκες, οι Έλληνες της Μικράς Ασίας, Πόντου και της Αν. Θράκης, δημιούργησαν μια λαμπρή παράδοση υψηλής κοινωνικότητας, πολιτισμού και ζηλευτού πνευματικού επιπέδου.
Η Εκκλησία, στις πιο καλές της στιγμές, οι τοπικοί και κοινωνικοί παράγοντες, οι άνθρωποι του Εμπορίου και γενικά της Οικονομίας συνετέλεσαν στη δημιουργία ενός πλέγματος εκπαιδευτηρίων, κοινωνικών και πνευματικών συλλόγων, αδελφάτων, συνδέσμων κ.λ.π και βοήθησαν με κάθε τρόπο την ανύψωση της στάθμης του πνευματικού επιπέδου των Ελλήνων της Τουρκίας.
Στον πίνακα, που θα παρατεθεί στο τέλος και εμφανίζει στη συντομία του την εκπαιδευτική και εκκλησιαστική κατάσταση του υπόδουλου Ελληνισμού, αν και δεν είναι πλήρης, δίνεται όμως η χαρακτηριστική εικόνα μιας ακμάζουσας πνευματικής δραστηριότητας, που συντηρούνταν με υλικά μέσα των ιδίων των Ελλήνων, όχι μόνο των πλουσίων, αλλά και των χαμηλών εισοδημάτων, χωρίς καμιά επιχορήγηση του επίσημου ελληνικού κράτους, ή ευρωπαϊκών, ή άλλων ξένων οργανισμών.
Σαν πρώτο παράδειγμα της υψηλής αντίληψης της εκπαίδευσης στο χώρο της Τουρκίας θέλω να προσκομίσω την περίπτωση της πατρίδας μου, του Ερζιγκιάν (η αρχαία Αρσίγγη), όπου βρίσκονταν στα ενδότερα της Τουρκίας, κοντά στην Αρμενία, μακρυά από τα κύρια ποντιακά κέντρα. Μέσα σε μια πόλη 40.000 κατοίκων - Τούρκων και Αρμενίων - υπήρχαν 23 οικογένειες Ελλήνων, που από παλιά έφθασαν από την Αργυρούπολη (Κιμίς-χανέ).
Αυτές οι 23 ελληνικές οικογένειες διατηρούσαν σχολείο εξατάξιο, με περίλαμπρο κτήριο που οι δάσκαλοί του έρχονταν από το Φροντιστήριο Τραπεζούντας, ή από το επίσης περίφημο Φροντιστήριο της Αργυρούπολης. Μάλιστα, ο αείμνηστος και πολυγραφότατος δάσκαλος και συγγραφέας ιστορικών βιβλίων Γεώργιος Κανδηλάπτης (Κάνις) διατέλεσε δάσκαλος στο Ερζιγκιάν για πολλά χρόνια. Όλες οι δαπάνες φυσικά, καταβάλλονταν από τις 23 ελληνικές οικογένειες.
Στο σπίτι μας, στο Ερζιγκιάν, όπως έλεγε ο πατέρας μου ο Νεοκλής, -ανώτατος υπάλληλος του τουρκικού μονοπωλίου, Ρεζί - και το βεβαίωνε η μητέρα μου Ουρανία, είχαμε μια μεγάλη βιβλιοθήκη, που την αφήσαμε άθικτη φεύγοντας. Μόνο η θεία μου Σοφία Γρηγοριάδου, που έφυγε τελευταία από την πατρίδα μας, διέσωσε δυο τόμους του Λεξικού του Βυζαντίου και ένα βιβλίο Ευαγγελίων, με ελληνικούς χαρακτήρες, στην τούρκικη όμως γλώσσα, για τους τουρκόφωνους Έλληνες και ένα άλλο, όλη η Θεία Λειτουργία στα τούρκικα πάλι, με ελληνικούς χαρακτήρες, εκδόσεις του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης.
Όμως ας συνεχίσουμε ακόμα με μερικά μικρά παραδείγματα εκπαιδευτικής και εκπολιτιστικής προσπάθειας, γιατί τα μικρά παραδείγματα δίνουν πειστική εικόνα, όχι μόνο της επιθυμίας για μάθηση στους μικρούς αυτούς χώρους, τριγυρισμένους από Τούρκους και απειλούμενους από φοβέρες και διωγμούς, αλλά επιπλέον τονίζουν τα μεγάλα επιτεύγματα στους μεγάλους χώρους, στις πόλεις και τις κωμοπόλεις της Τουρκίας, που έζησαν οι Έλληνες. Αν ένα μικρό χωριό είχε σχολείο, βιβλιοθήκη, εκπολιτιστικό σύλλογο κλπ., τι θα μπορούσε να είχε μια πόλη... Και να μερικά μικρά, αλλά πολύ μεγάλα στη σημασία τους:
Η Πέραμος, στη χερσόνησο της Κυζίκου - μια απόφυση του μικρασιατικού χώρου στην Προποντίδα - είχε στα 1914 περίπου 5.000 κατοίκους Έλληνες, που η Κοινότητά τους, είχε έναν γραπτό Κανονισμό της λειτουργίας της, που θα τον ζήλευε και η σημερινή τοπική αυτοδιοίκηση της χώρας μας.
Η Πέραμος, λοιπόν, φυσικά και η κοντινή Μηχανιώνα, η Αρτάκη και η Διαβατή - στην ίδια χερσόνησο της Κυζίκου - είχαν τα σχολεία τους. Στο σχολείο των αγοριών της Περάμου δινόταν και θεατρικές παραστάσεις κάθε χρόνο με ελληνικά έργα («Γκόλφω», «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας», «Η λύρα του Γερονικόλα», «Ο Φιάκας», «Η Βαβυλωνία» και άλλα).
Σε λίγο στο σχολείο των αγοριών που φοιτούσαν 200 μαθητές προστέθηκε και το «Παπαδοπούλειον Παρθεναγωγείον» στα 1911 δωρεά του Μικέ Παπαδόπουλου, πλούσιου Περαμιώτη, που έλεγε ότι «μόνον όταν οι μητέρες είναι μορφωμένες, τότε θα φροντίσουν τα παιδιά τους να μάθουν περισσότερα γράμματα και έτσι θα ανέβει το πνευματικόν επίπεδον των Περαμιωτών και θα προοδεύσει και το χωριό».
Σ' ένα άλλο χωριό - στον Πόντο αυτό - στην Ατρα, στα βάθη της Χαλδίας, κοντά στην Αργυρούπολη (Κιμίς-χανέ), με 150 ελληνικές οικογένειες και 30 τούρκικες, είχε οκτατάξιο «Αστικό σχολείο», που χτίσθηκε από τρεις πλούσιους χωριανούς, τους Ν. Προκοπίδη, Γρ. Κωνσταντινίδη και τον Κ. Χρυσονίδη.
Το σχολείο αυτό είχε 145 μαθητές, όπου διδάσκονταν, εκτός από την ελληνική και τούρκικα, γαλλικά και ρωσικά. Είχε, μάλιστα και πλούσια βιβλιοθήκη, που ένα μέρος της το μετάφεραν οι κάτοικοι της Ατρας στην Ελλάδα, στο χωριό Παναγίτσα της Έδεσσας, όπου εγκαταστάθηκαν οι περισσότεροι.
Το Τσαρδάκ, ήταν ένα χωριό, με τον σιδηροδρομικό του σταθμό της γραμμής Σμύρνης - Αϊδινίου - Εγερντίρ και η Αππα, με ελάχιστες ελληνικές οικογένειες, που είχαν «Επιτροπή Κοινωφελών Έργων», που ίδρυσε σχολεία και εκκλησίες. «Σ' αυτό το πέτρινο σχολείο με τη μεγάλη σοφίτα - γράφει ο Μ. Θαβωρίτης - συνεχίσθηκαν τα μαθήματα, μέχρι πού ήρθε η μέρα της εξορίας. Μπρος από το κτήριο βρίσκονταν μεγάλος χώρος, με πολλά και υψηλά δέντρα... Από τον Αλ. Χαραλαμπίδη έχω πληροφορηθεί ότι η «Επιτροπή Κοινωφελών Εργων», με πρόεδρο τον Σαρδινάκη, είχε φροντίσει και χτίσθηκε καινούργιο σχολικό κτήριο...».
Τέτοια παραδείγματα είναι άπειρα στο χώρο της Μικρασίας, του Πόντου και της Θράκης. Μια έρευνα από το περίφημο «Κέντρο Μικρασιατικών μελετών» που συστάθηκε με την αγάπη της αξέχαστης Μέλπως Μερλιέ και του συζύγου της Οκτάβ Μερλιέ, θερμού φιλέλληνα, μας παρουσίασε εκπληκτικά επιτεύγματα προσπάθειας ελληνικής εκπαίδευσης, μέσα σε βαρβαρικό περιβάλλον και χωρίς ξένη ενίσχυση.
Τα στοιχεία πού συγκέντρωσε το παραπάνω Κέντρο και τα εξέδωσε σ ένα πολυτελή τόμο, πλούσια εικονογραφημένο, με τον τίτλο: «Ο τελευταίος Ελληνισμός της Μικράς Ασίας» , εμφανίζουν μια αμυδρή εικόνα της εθνικής και εκπαιδευτικής κατάστασης του υπόδουλου Ελληνισμού. Δίνουμε ελάχιστα στοιχεία αριθμητικά, για να είναι δυνατό να εκτιμηθεί η επιθυμία για μάθηση ελληνική, για τη διατήρηση της ελληνικότητας.
Από τους 2.163 ελληνικούς οικισμούς της Μικράς Ασίας, πού κατέγραψαν και μελέτησαν οι συνεργάτες του Κέντρου - από τους 3.000 που υπήρχαν οι 1.050 οικισμοί μιλούσαν ελληνικά, οι 426 τουρκικά και αρμενικά, ή είχαν διγλωσσία, ενώ στους υπόλοιπους 688 οικισμούς δεν βρέθηκαν στοιχεία. Στους οικισμούς του Πόντου μιλούνταν η ποντιακή, παραφθορά της αρχαίας ελληνικής, ενώ στα σχολεία και στην αλληλογραφία των καταστημάτων, και επιχειρήσεων και των τραπεζών της περιοχής, χρησιμοποιούνταν η ελληνική, και κυρίως η καθαρεύουσα, επίδραση των δασκάλων που έρχονταν από την Ελλάδα, οι οποίοι μάλιστα εξελλήνιζαν τα ονόματα των Ποντίων, με βάση τις αρχαίες καταλήξεις (-ίδης, -ιάδης).
Πάντως, κατά σχετικούς υπολογισμούς του Κέντρου, στους περίπου 3.000 ελληνικούς οικισμούς της Τουρκίας, τουλάχιστο, στους 2.300 μιλούνταν η ελληνική, ενώ στους υπόλοιπους μιλούνταν η τουρκική και αρμενική, εξαιτίας της γειτονίας των χωριών με τούρκικα, ή αρμένικα χωριά, ή συγκατοίκηση σε μικτά χωριά και το πιο πιθανό, από τον φόβο, όταν ένας ελληνικός οικισμός ήταν περιτριγυρισμένος από φανατισμένο τούρκικο πληθυσμό.
Φωτεινό παράδειγμα αποτελεί η περιοχή της Αμισού και ενδότερα, η περιοχή Καππαδοκίας, όπου περισσότεροι Έλληνες μιλούσαν τουρκικά, ενώ γνώριζαν άριστα την ελληνική γλώσσα και τη χρησιμοποιούσαν στην αλληλογραφία τους, είτε προς συγγενείς και φίλους, είτε προς τις επιχειρήσεις, με τις οποίες συνεργάζονταν. Άλλωστε, στις περιοχές αυτές υπήρχε πυκνό δίκτυο ελληνικών σχολείων . Το προσωπικό των σχολείων προέρχονταν, όπως προαναφέραμε, από τη μητροπολιτική Ελλάδα, όταν επρόκειτο για Φροντιστήρια και Γυμνάσια υψηλής παιδείας.
Γεώργιος Ν. Λαμψίδης
Με τις δυσμενείς, αυτές συνθήκες, οι Έλληνες της Μικράς Ασίας, Πόντου και της Αν. Θράκης, δημιούργησαν μια λαμπρή παράδοση υψηλής κοινωνικότητας, πολιτισμού και ζηλευτού πνευματικού επιπέδου.
Η Εκκλησία, στις πιο καλές της στιγμές, οι τοπικοί και κοινωνικοί παράγοντες, οι άνθρωποι του Εμπορίου και γενικά της Οικονομίας συνετέλεσαν στη δημιουργία ενός πλέγματος εκπαιδευτηρίων, κοινωνικών και πνευματικών συλλόγων, αδελφάτων, συνδέσμων κ.λ.π και βοήθησαν με κάθε τρόπο την ανύψωση της στάθμης του πνευματικού επιπέδου των Ελλήνων της Τουρκίας.
Στον πίνακα, που θα παρατεθεί στο τέλος και εμφανίζει στη συντομία του την εκπαιδευτική και εκκλησιαστική κατάσταση του υπόδουλου Ελληνισμού, αν και δεν είναι πλήρης, δίνεται όμως η χαρακτηριστική εικόνα μιας ακμάζουσας πνευματικής δραστηριότητας, που συντηρούνταν με υλικά μέσα των ιδίων των Ελλήνων, όχι μόνο των πλουσίων, αλλά και των χαμηλών εισοδημάτων, χωρίς καμιά επιχορήγηση του επίσημου ελληνικού κράτους, ή ευρωπαϊκών, ή άλλων ξένων οργανισμών.
Σαν πρώτο παράδειγμα της υψηλής αντίληψης της εκπαίδευσης στο χώρο της Τουρκίας θέλω να προσκομίσω την περίπτωση της πατρίδας μου, του Ερζιγκιάν (η αρχαία Αρσίγγη), όπου βρίσκονταν στα ενδότερα της Τουρκίας, κοντά στην Αρμενία, μακρυά από τα κύρια ποντιακά κέντρα. Μέσα σε μια πόλη 40.000 κατοίκων - Τούρκων και Αρμενίων - υπήρχαν 23 οικογένειες Ελλήνων, που από παλιά έφθασαν από την Αργυρούπολη (Κιμίς-χανέ).
Αυτές οι 23 ελληνικές οικογένειες διατηρούσαν σχολείο εξατάξιο, με περίλαμπρο κτήριο που οι δάσκαλοί του έρχονταν από το Φροντιστήριο Τραπεζούντας, ή από το επίσης περίφημο Φροντιστήριο της Αργυρούπολης. Μάλιστα, ο αείμνηστος και πολυγραφότατος δάσκαλος και συγγραφέας ιστορικών βιβλίων Γεώργιος Κανδηλάπτης (Κάνις) διατέλεσε δάσκαλος στο Ερζιγκιάν για πολλά χρόνια. Όλες οι δαπάνες φυσικά, καταβάλλονταν από τις 23 ελληνικές οικογένειες.
Στο σπίτι μας, στο Ερζιγκιάν, όπως έλεγε ο πατέρας μου ο Νεοκλής, -ανώτατος υπάλληλος του τουρκικού μονοπωλίου, Ρεζί - και το βεβαίωνε η μητέρα μου Ουρανία, είχαμε μια μεγάλη βιβλιοθήκη, που την αφήσαμε άθικτη φεύγοντας. Μόνο η θεία μου Σοφία Γρηγοριάδου, που έφυγε τελευταία από την πατρίδα μας, διέσωσε δυο τόμους του Λεξικού του Βυζαντίου και ένα βιβλίο Ευαγγελίων, με ελληνικούς χαρακτήρες, στην τούρκικη όμως γλώσσα, για τους τουρκόφωνους Έλληνες και ένα άλλο, όλη η Θεία Λειτουργία στα τούρκικα πάλι, με ελληνικούς χαρακτήρες, εκδόσεις του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης.
Όμως ας συνεχίσουμε ακόμα με μερικά μικρά παραδείγματα εκπαιδευτικής και εκπολιτιστικής προσπάθειας, γιατί τα μικρά παραδείγματα δίνουν πειστική εικόνα, όχι μόνο της επιθυμίας για μάθηση στους μικρούς αυτούς χώρους, τριγυρισμένους από Τούρκους και απειλούμενους από φοβέρες και διωγμούς, αλλά επιπλέον τονίζουν τα μεγάλα επιτεύγματα στους μεγάλους χώρους, στις πόλεις και τις κωμοπόλεις της Τουρκίας, που έζησαν οι Έλληνες. Αν ένα μικρό χωριό είχε σχολείο, βιβλιοθήκη, εκπολιτιστικό σύλλογο κλπ., τι θα μπορούσε να είχε μια πόλη... Και να μερικά μικρά, αλλά πολύ μεγάλα στη σημασία τους:
Η Πέραμος, στη χερσόνησο της Κυζίκου - μια απόφυση του μικρασιατικού χώρου στην Προποντίδα - είχε στα 1914 περίπου 5.000 κατοίκους Έλληνες, που η Κοινότητά τους, είχε έναν γραπτό Κανονισμό της λειτουργίας της, που θα τον ζήλευε και η σημερινή τοπική αυτοδιοίκηση της χώρας μας.
Η Πέραμος, λοιπόν, φυσικά και η κοντινή Μηχανιώνα, η Αρτάκη και η Διαβατή - στην ίδια χερσόνησο της Κυζίκου - είχαν τα σχολεία τους. Στο σχολείο των αγοριών της Περάμου δινόταν και θεατρικές παραστάσεις κάθε χρόνο με ελληνικά έργα («Γκόλφω», «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας», «Η λύρα του Γερονικόλα», «Ο Φιάκας», «Η Βαβυλωνία» και άλλα).
Σε λίγο στο σχολείο των αγοριών που φοιτούσαν 200 μαθητές προστέθηκε και το «Παπαδοπούλειον Παρθεναγωγείον» στα 1911 δωρεά του Μικέ Παπαδόπουλου, πλούσιου Περαμιώτη, που έλεγε ότι «μόνον όταν οι μητέρες είναι μορφωμένες, τότε θα φροντίσουν τα παιδιά τους να μάθουν περισσότερα γράμματα και έτσι θα ανέβει το πνευματικόν επίπεδον των Περαμιωτών και θα προοδεύσει και το χωριό».
Σ' ένα άλλο χωριό - στον Πόντο αυτό - στην Ατρα, στα βάθη της Χαλδίας, κοντά στην Αργυρούπολη (Κιμίς-χανέ), με 150 ελληνικές οικογένειες και 30 τούρκικες, είχε οκτατάξιο «Αστικό σχολείο», που χτίσθηκε από τρεις πλούσιους χωριανούς, τους Ν. Προκοπίδη, Γρ. Κωνσταντινίδη και τον Κ. Χρυσονίδη.
Το σχολείο αυτό είχε 145 μαθητές, όπου διδάσκονταν, εκτός από την ελληνική και τούρκικα, γαλλικά και ρωσικά. Είχε, μάλιστα και πλούσια βιβλιοθήκη, που ένα μέρος της το μετάφεραν οι κάτοικοι της Ατρας στην Ελλάδα, στο χωριό Παναγίτσα της Έδεσσας, όπου εγκαταστάθηκαν οι περισσότεροι.
Το Τσαρδάκ, ήταν ένα χωριό, με τον σιδηροδρομικό του σταθμό της γραμμής Σμύρνης - Αϊδινίου - Εγερντίρ και η Αππα, με ελάχιστες ελληνικές οικογένειες, που είχαν «Επιτροπή Κοινωφελών Έργων», που ίδρυσε σχολεία και εκκλησίες. «Σ' αυτό το πέτρινο σχολείο με τη μεγάλη σοφίτα - γράφει ο Μ. Θαβωρίτης - συνεχίσθηκαν τα μαθήματα, μέχρι πού ήρθε η μέρα της εξορίας. Μπρος από το κτήριο βρίσκονταν μεγάλος χώρος, με πολλά και υψηλά δέντρα... Από τον Αλ. Χαραλαμπίδη έχω πληροφορηθεί ότι η «Επιτροπή Κοινωφελών Εργων», με πρόεδρο τον Σαρδινάκη, είχε φροντίσει και χτίσθηκε καινούργιο σχολικό κτήριο...».
Τέτοια παραδείγματα είναι άπειρα στο χώρο της Μικρασίας, του Πόντου και της Θράκης. Μια έρευνα από το περίφημο «Κέντρο Μικρασιατικών μελετών» που συστάθηκε με την αγάπη της αξέχαστης Μέλπως Μερλιέ και του συζύγου της Οκτάβ Μερλιέ, θερμού φιλέλληνα, μας παρουσίασε εκπληκτικά επιτεύγματα προσπάθειας ελληνικής εκπαίδευσης, μέσα σε βαρβαρικό περιβάλλον και χωρίς ξένη ενίσχυση.
Τα στοιχεία πού συγκέντρωσε το παραπάνω Κέντρο και τα εξέδωσε σ ένα πολυτελή τόμο, πλούσια εικονογραφημένο, με τον τίτλο: «Ο τελευταίος Ελληνισμός της Μικράς Ασίας» , εμφανίζουν μια αμυδρή εικόνα της εθνικής και εκπαιδευτικής κατάστασης του υπόδουλου Ελληνισμού. Δίνουμε ελάχιστα στοιχεία αριθμητικά, για να είναι δυνατό να εκτιμηθεί η επιθυμία για μάθηση ελληνική, για τη διατήρηση της ελληνικότητας.
Από τους 2.163 ελληνικούς οικισμούς της Μικράς Ασίας, πού κατέγραψαν και μελέτησαν οι συνεργάτες του Κέντρου - από τους 3.000 που υπήρχαν οι 1.050 οικισμοί μιλούσαν ελληνικά, οι 426 τουρκικά και αρμενικά, ή είχαν διγλωσσία, ενώ στους υπόλοιπους 688 οικισμούς δεν βρέθηκαν στοιχεία. Στους οικισμούς του Πόντου μιλούνταν η ποντιακή, παραφθορά της αρχαίας ελληνικής, ενώ στα σχολεία και στην αλληλογραφία των καταστημάτων, και επιχειρήσεων και των τραπεζών της περιοχής, χρησιμοποιούνταν η ελληνική, και κυρίως η καθαρεύουσα, επίδραση των δασκάλων που έρχονταν από την Ελλάδα, οι οποίοι μάλιστα εξελλήνιζαν τα ονόματα των Ποντίων, με βάση τις αρχαίες καταλήξεις (-ίδης, -ιάδης).
Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών |
Φωτεινό παράδειγμα αποτελεί η περιοχή της Αμισού και ενδότερα, η περιοχή Καππαδοκίας, όπου περισσότεροι Έλληνες μιλούσαν τουρκικά, ενώ γνώριζαν άριστα την ελληνική γλώσσα και τη χρησιμοποιούσαν στην αλληλογραφία τους, είτε προς συγγενείς και φίλους, είτε προς τις επιχειρήσεις, με τις οποίες συνεργάζονταν. Άλλωστε, στις περιοχές αυτές υπήρχε πυκνό δίκτυο ελληνικών σχολείων . Το προσωπικό των σχολείων προέρχονταν, όπως προαναφέραμε, από τη μητροπολιτική Ελλάδα, όταν επρόκειτο για Φροντιστήρια και Γυμνάσια υψηλής παιδείας.
Εκκλ.
Επαρχίες
|
Έλληνες
|
Κοινότ
|
Εκκλ
|
Ιερείς
|
Σχολεία
|
Δάσκ.
|
Μαθ.
|
Καισαρείας
|
74074
|
45
|
57
|
114
|
84
|
183
|
6573
|
Εφέσου
|
271658
|
95
|
128
|
179
|
168
|
419
|
26270
|
Κυζίκου
|
111168
|
68
|
83
|
130
|
99
|
264
|
10802
|
Νικομήδειας
|
85000
|
60
|
76
|
73
|
83
|
103
|
4599
|
Νικαίας
|
59300
|
24
|
29
|
41
|
31
|
88
|
4265
|
Χαλκηδόνας
|
137920
|
27
|
55
|
110
|
68
|
177
|
12710
|
Αμάσειας
|
238206
|
281
|
511
|
620
|
463
|
799
|
21219
|
Προύσας
|
51535
|
14
|
28
|
33
|
26
|
68
|
4325
|
Νεοκαισάρειας
|
102563
|
150
|
300
|
400
|
165
|
336
|
13300
|
Ικονίου
|
90742
|
43
|
52
|
130
|
68
|
113
|
9065
|
Πισιδίας
|
49920
|
21
|
46
|
45
|
28
|
84
|
3840
|
Τραπεζούντας
|
86671
|
76
|
258
|
174
|
114
|
249
|
10671
|
Σμύρνης
|
244600
|
19
|
33
|
102
|
60
|
431
|
18300
|
Μοσχονησίων
|
10000
|
1
|
7
|
12
|
2
|
12
|
400
|
Αγκυρας
|
17267
|
4
|
11
|
16
|
9
|
32
|
1193
|
Φιλαδέλφειας
|
30150
|
19
|
20
|
22
|
23
|
42
|
1782
|
Προκονησίου
|
30300
|
13
|
26
|
33
|
225
|
442
|
11410
|
Κολωνίας
|
37585
|
95
|
122
|
143
|
21
|
67
|
3000
|
Χαλδίας
|
103523
|
119
|
248
|
300
|
96
|
185
|
5865
|
Ηλιούπολης
|
89960
|
43
|
53
|
77
|
60
|
149
|
6580
|
Ροδόπολης
|
36492
|
46
|
80
|
104
|
68
|
139
|
3910
|
Κρήνης
|
60055
|
34
|
46
|
75
|
48
|
97
|
6020
|
Αναίων
|
51550
|
22
|
36
|
74
|
31
|
98
|
5030
|
ΣΥΝΟΛΟ
|
2070238
|
1319
|
2305
|
2934
|
2040
|
4577
|
188587
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου