Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

Ο Πόντιος ήρωας της κατοχής ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΚΙΔΗΣ

Στις αρχές της γερμανικής Κατοχής, στην Ελλάδα, το 1941, δύο γεγονότα που συνέβησαν στην Ακρόπολη, σκόρπισαν ρίγη εθνικής περη­φάνειας στους Έλληνες, ενώ έγιναν αντικείμενο διεθνούς θαυμασμού από όσους μάχονταν κατά των Γερμανών και των συμμάχων τους.
Το πρώτο είναι η πτώση από την Ακρόπολη, στις 27 Απριλίου 1941, του Κωνσταντίνου Κουκίδη, που, εκτελώντας χρέη φρουρού της ελλη­νικής σημαίας, αρνήθηκε να την υποστείλει και να αναρτήσει στην θέση της τη γερμανική με την σβάστικα. Ο Κώστας Κουκίδης τυλίχτηκε με την ελληνική ση­μαία και πήδησε από τον βράχο στο κενό, βρίσκοντας τραγικό θάνατο.
Το δεύτερο αφορά την υποστολή της γερ­μανικής σημαίας από την Ακρόπολη, έναν περίπου μήνα αργό­τερα, στις 30 Μαΐου 1941, από τον Μανώλη Γλέζο και τον Από­στολο Σάντα.
Σχετικά με την περίπτωση του Κωνσταντίνου  Κουκίδη, υπάρχουν 2-3 εκδο­χές. Η πιο δια­δεδομένη είναι ότι ήταν εύζωνος, φρουρός στην Ακρόπολη, στις 27 Απριλίου 1941, την πρώτη ημέρα της παρουσίας των Γερμανών στην Αθήνα. Το γερ­μανικό απόσπα­σμα, που ανέβηκε στην Ακρόπολη για να υψώσει τη γερμανική σημαία, ζήτησε από τον Κουκίδη να υποστείλει την ελληνική.
Λένε ότι τότε ο Κου­κίδης βουβός και βουρκωμένος, κατέβασε την ελληνική σημαία, τύλιξε το κορμί του με αυτήν και πήδησε από την Ακρόπολη.
 Άλλοι λένε ότι ο Κουκίδης αρνήθηκε να υποστείλει την ελληνική σημαία και το χρέος αυτό ανέλαβε ένας Γερ­μανός στρατιώτης, ο οποίος αφού υπέστειλε την ελληνική σημαία, την οποία πήρε ο Κουκίδης και έπεσε στο κενό.
Οι έρευνες που έχουν γίνει έκτοτε, δεν κατάφεραν να ανακαλύψουν κανέναν στρατιώτη ή εύζωνο στα στρατιωτικά αρχεία, με το όνομα Κωνσταντίνος Κουκίδης, προκαλώντας εύλογα ερωτηματικά. Ως απάντηση σ' αυτή την αδυναμία έρχεται μια άλλη εκδοχή που λέει ότι ο Κουκίδης δεν ήταν στρατιώτης και δεν βρισκόταν μ' αυτή την ιδιότητα στην Ακρόπολη (κάτι τέτοιο δεν προβλέπονταν ούτως ή άλλως όμως, καθώς είχε ήδη συναφθεί συνθήκη ανακωχής-παράδοσης με την Γερμανία). 
Ο Κωνσταντίνος Κουκίδης, σύμφωνα με τον συγγραφέα Ιωάννη Γιαννόπουλο (βιβλίο «Μυστική Ακρόπολη»), «Είναι μόλις 17 χρονών και μέλος της Εθνικής Οργάνωσης Νεολαίας (ΕΟΝ). Μόλις χθες (σ.σ: 26 Απριλίου 1941), η τοπική επιτροπή της Νεολαίας του Θησείου απεφάσισε όπως τα νεαρά της μέλη εκτελούν τα καθήκοντα του φρουρού της σημαίας μέχρις ότου το κατοχικό κράτος θα απεφάσιζε -με την συνεργασία των κατοχικών δυνάμεων- το τι θα έμελλε να γίνει».
Πάντως, αργότερα ο Γερμανός στρατηγός φον Στούμε έδωσε διαταγή και στις 3 το μεσημέρι της ίδιας μέρας, της πρώτης μέρας της Κατοχής, υψώθηκε στην Ακρόπολη και το Δημαρχείο και η ελληνική σημαία, δίπλα από τη γερμανική. Σύμφωνα με μια εκδοχή, οι προαναφερθέντες Γερμανοί αξιωματικοί, Γιάκομπι και Έλσνιτς, αναγνωρίζοντας το ηρωικό της πράξεως του Κουκίδη, ζήτησαν άδεια και την έλαβαν από την γερμανική διοίκηση (Βέρμαχτ) να αναρτείται και η ελληνική σημαία στην Ακρόπολη, όπως κι έγινε.

 Αυτή η εκδοχή όμως δεν φαίνεται να συμφωνεί με το γεγονός (που εμμέσως πάντως, επιβεβαιώνει το συμβάν) ότι γερμανική στρατιωτική διοίκηση Αθηνών υποχρέωσε την προδοτική κυβέρνηση Τσολάκογλου να δημοσιεύσει στον Τύπο ανακοίνωση, σύμφωνα με την οποία ο φρουρός της σημαίας μας, υπέστη έμφραγμα από την συγκίνηση όταν του ζητήθηκε να την παραδώσει. Κάποια άλλα στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της ηρωικής πράξης του Κουκίδη, είναι τα εξής: 
1. Η δήλωση του επικεφαλής της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρα­τού ότι τα ιστορικά αρχεία λένε ότι «ο φρουρός στρατιώτης της σημαίας ηυτοκτόνησεν περιβληθείς ταύτην».
2. Ο τότε αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος, στα απομνημονεύματα του, αναφέρει ότι: «Ο Έλλην φρουρός της ελληνικής σημαίας επί της Ακροπόλεως, μη θελήσας να παραστή μάρτυς τού θλιβερού θεάματος της αναρτήσεως της εχθρικής σημαίας, ώρμησεν εκ της    Ακροπόλεως κρημνισθείς και εφονεύθηΕκάθησα στό γραφείον μου περίλυπος μέχρι θανάτου και δακρύων...».

3. Η εφημερίδα Daily Mail αναφέρει στις 9 Ιουνίου 1941, σε δημοσίευμα με τίτλο «Α Greek carries his flag to the death» (Ένας Έλληνας φέρει την σημαία του έως τον θάνατο) γράφει: «Ο Κώστας Κουκίδης, Έλληνας στρατιώτης, ο οποίος φρουρούσε το εθνικό σύμβολο των Ελλήνων πάνω στην Ακρόπολη, τυλιγμένος με την  γαλανόλευκη,  εφόρμησε  στο κενό και αυτοκτόνησε (27/4/1941)».
4. Ο Νικόλας Χάμοντ (Nicolas Hammond), καθηγητής τού πανεπιστημίου του Κέμπριτζ, αξιωματικός ειδικών επιχειρήσεων Καΐρου στην Ελλάδα κατά την Κατοχή, γράφει: «Την 27ην Απριλίου 1941, λίγο προτού χαράξει, όλα ήσαν κλειστά. Τότε έμαθα ότι οι Γερμανοί διέταξαν τον φρουρό τής Ακρόπολης να κατεβάσει το ελληνικό σύμβολο. Πράγματι, εκείνος την υπέστειλε. Τυλίχθηκε με αυτήν και αυτοκτόνησε, πέφτοντας από τον βράχο...».
5. Μια αναφορά του λογοτέχνη Μενέλαου Λουντέμη στο διήγημά του «Τα άλογα του Κουπύλ», που γράφτηκε τον Οκτώβριο του 1944: «.. .την κατέβασε, τυλίχθηκε μέσα κι έπεσε χωρίς ηρωισμούς απ' το βράχο».
6. Στο λεύκωμα «Έπεσαν για τη ζωή», του ΚΚΕ: «Τη στιγμή που άλλοι έδιναν γην και ύδωρ στους χιτλερικούς, ο Έλληνας στρατιώτης, πιστός στα πατριωτικά ιδανικά, προτίμησε να αυτοκτονήσει, τυλιγμένος με τη γαλανόλευκη, πέφτοντας από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης, παρά ν' ανεβάσει στον ιστό τη σβάστικα».
7. Σύμφωνα με την ιστορική έρευνα του Κώστα Γ. Κωστόπουλου: «Ο Ήρωας Στρατιώτης, χτυπώντας πάνω στα βράχια, στην διαδρομή τής πτώσεώς του στον γκρεμό από τον βράχο τής Ακροπόλεως, όταν τελικά κατατρακυλώντας, έπεσε στην οδό Θρασύλλου στην Πλάκα, είχε πολτοποιηθεί και η στολή του ήταν καταξεσκισμένη. Όταν τον περιμάζεψαν δύο-τρεις κάτοικοι της Πλάκας, δεν βρήκαν τίποτε επάνω του εκτός από ένα τσαλακωμένο ταχυδρομικό δελτάριο στο οποίο έγραφε πολύ κακογραμμένα το όνομα τού παραλήπτη: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΥΚΙΔΗΣ. Αυτά τα στοιχεία είχαν καταθέσει δύο γέροντες (επιζώντες ακόμη) σχετικά με το ανωτέρω περιστατικό».
Μια προσωπική έρευνα του αντιστασιακού Χαράλαμπου Ρούπα, η οποία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα της Αιγιαλείας» (12 Μαΐου 2006):
«Εγώ και οι φίλοι μου, περίεργοι και αργόσχολοι συνταξιούχοι, αρχίσαμε να ψάχνουμε στην Πλάκα μέσα στα παραδοσιακά ταβερνάκια και καφενεία, μήπως βρούμε κάποιο γεροντάκι που να μας έλεγε κάτι το σχετικό. Όλοι γνώριζαν το περιστατικό, αλλά μας έλεγαν, "άκουσα… μου είπαν…", δηλαδή αυτά πού γνωρίζαμε κι εμείς. Τελικά, ψάχνοντας και κάνοντας με υπομονή την έρευνά μας, βρήκαμε μία γριούλα που μας είπε: "Πηγαίνετε κάτω στου Μακρυγιάννη (εμάς είπε περίπου την διεύθυνση), κι εκεί ζει ένας πρώην τσαγκάρης. Αυτός είναι ο γιος τού παγοπώλη ο οποίος με το καροτσάκι του πήρε τον νεκρό στρατιώτη, και τον επήγε στο Α’ Νεκροταφείο και τον έθαψε".
Τελικά, συναντήσαμε τον γερο-τσαγκάρη. Δυσκολευτήκαμε όμως να τού δώσουμε να καταλάβει το τι θέλαμε να μας πει, διότι ούτε άκουγε, κι ούτε έβλεπε καλά. Στο τέλος, συγκινημένος, μας είπε: "Εκείνη την ημέρα είχαμε κλεισθεί στα σπίτια μας, όπως κι όλη η Αθήνα. Εγώ τότε ήμουν 16 χρονών. Ακούσαμε στον δρόμο μία γριά που στρίγκλιζε. Πεταχτήκαμε τότε στον δρόμο δύο-τρεις, για να δούμε το τι συμβαίνει, και τότε είδαμε το τραγικό αυτό θέαμα: Ένα χιλιοστραπατσαρισμένο πτώμα ντυμένο στο χακί και μία σημαία γύρω του ματωμένη. Χαρτιά, πορτοφόλι κλπ. δεν βρέθηκαν επάνω του, εκτός από ένα δελτάριο που έγραφε το όνομά του. Το δελτάριο το κράτησε ένας φίλος τού πατέρα μου. Επειδή ο πατέρας μου κι εγώ μοιράζαμε κολώνες πάγου στα σπίτια, είχαμε ένα καρότσι. Το έβαλαν το παλικάρι μέσα μαζί με την σημαία, το σκέπασαν με μία κουβέρτα και το πήγαν μαζί με τον φίλο του στο Α΄ Νεκροταφείου και το έθαψαν.
Εκεί βρήκαν έναν παπά και του είπαν τι είχε συμβεί. Αυτός τους πήγε σε έναν ανοικτό τάφο, τύλιξαν το παλικάρι με ό,τι είχε μείνει από την σημαία, είπε και δύο-τρία λόγια ο παπάς και το παράχωσαν. Εκείνο όμως που πρέπει να σας τονίσω, αυτό το τραγικό περιστατικό από στόμα σε στόμα το είχε μάθει όλη η Αθήνα. Ο πατέρας μου φοβήθηκε και δεν με πήρε μαζί του. Εάν πήγαινα κι εγώ, τότε θα σας υπέδειχνα που ακριβώς είναι παραχωμένο το παλικάρι. Τον πατέρα μου, τον έχασα τον Ιανουάριο τού 1942 στην μεγάλη πείνα."».
9. Από το βιβλίο «Μυστική Ακρόπολη» του Ιωάννη Γιαννόπουλου, παρατίθενται δύο ακόμα μαρτυρίες.
Ο Κυριάκος Γιαννακόπουλος, παιδί ακόμη, πουλούσε τσιγάρα στην Πλάκα, γεννημένος πριν ένδεκα χρόνια στο Θησείο. Έτυχε την στιγμή της θυσίας να στρέψει το βλέμμα του προς την Ακρόπολη: «Την ώρα ακριβώς που έπεφτε το παιδί με την σημαία τυλιγμένο και κτυπούσε στους βράχους. Έκανα να τρέξω προς τα εκεί και δεν μπορούσα. Ναι προσπάθησα, να πάω και εγώ εκεί... Το παιδί... τρέξανε, χάλασε ο κόσμος, έγινε σεισμός εκείνη την ώρα που είδαν το παιδί, όλος ο κόσμος αναστατώθηκε. Πού να πάω εγώ παιδάκι τότε, να χωθώ, εκεί μέσα στην στοά της Ακροπόλεως, να μαζέψω... να προσφέρω τι; Απλώς πήρα τα πράγματά μου και έφυγα. Σκοτώθηκε εκείνη την ώρα. Κτύπησε στους βράχους και εκτινάχθηκε. Το θυμάμαι, το βλέπω σαν να το βλέπω τώρα. Αυτό το πράγμα δεν πρόκειται να φύγει ποτέ από τα μάτια μου, μόνο όταν πεθάνω!».
Ο Στάθης Αρβανίτης, μικρό παιδί κι αυτός, θυμάται: «Ήμουνα τότε επτά χρονών. Μέναμε ακριβώς κάτω απ' την Ακρόπολη. Εκείνη την ημέρα στις 27 Απριλίου -μια ημέρα ηλιόλουστη με καθαρότατο ουρανό- ο πατέρας μου είχε απαγορέψει και στον αδελφό μου και στην μητέρα μου να βγούνε απ' το σπίτι. Εγώ ήμουνα στην ταράτσα και έπαιζα με το αυτοκινητάκι μου. Ξαφνικά βλέπω ένα σώμα, μάλλον πρέπει να 'τανε τσολιάς, να πέφτει από την Ακρόπολη και να χτυπιέται στους βράχους. Κατέβηκα κάτω και το ανέφερα στον πατέρα μου, ο οποίος μέσα στην σύγχυση την στιγμή που έμπαιναν οι Γερμανοί, κάπως δεν με πίστεψε. Μετά 15 ημέρες έρχεται και μου λέει: "Μικρέ είχες δίκιο. Το είπε το BBC."».
10. Το γεγονός φέρεται να μνημονεύτηκε σε εφημερίδες του τότε αθηναϊκού Τύπου.
Ανεξαρτήτως πάντως, από τα παραπάνω, επισήμως και βάσει ερευνών (του Γ.Ε.Σ. και του Υπουργείου Πολιτισμού), ο Κωνσταντίνος Κουκίδης θεωρείται ανύπαρκτο πρόσωπο, καθώς αυτές οι μαρτυρίες δεν αποτελούν (για τους επίσημους φορείς) ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία, παρ' ότι στο σημείο που εικάζεται ότι έπεσε ο Κουκίδης, ο Δήμος Αθηναίων συμβολικά έχει αναγείρει αναθηματική στήλη που μνημονεύει το όνομά του.
Η αφιερωματική πλάκα του Δήμου Αθηναίων για το πρόσωπο του Κωνσταντίνου Κουκίδη, τοποθετήθηκε το 2000 στους πρόποδες της Ακρόπολης
 Αποτελεί μυστήριο και ερωτηματικό επίσης, το ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο, είτε γι' αυτόν είτε για την οικογένεια του, που λογικά θα έπρεπε να τον αναζητήσει και να τον «διεκδικήσει». Η μοναδική μαρτυρία που επιβεβαιώνει την ύπαρξη του Κουκίδη, είναι του αντιστασιακού Σπύρου Μήλα (περιοδικό Ελλοπία, Μάιος 1998), ο οποίος ισχυρίστηκε ότι τον γνώριζε προσωπικά (τον περιγράφει, ως έναν 20χρονο νέο, μάλλον κοντό κι αδύνατο, ακομμάτιστο, οικοδόμο στο επάγγελμα και κάτοικο Περάματος ή Κερατσινίου) κι ότι έμαθε για τον τραγικό του θάνατο, 2-3 ημέρες μετά το συμβάν.
 Λίγα χρόνια όμως αργότερα, ο 84χρονος -τότε- Μήλας σε τηλεοπτική εκπομπή (Τηλετώρα 21.4.2000), αντιφάσκει, καθώς ισχυρίστηκε πως είδε με τα μάτια του την πτώση του Κουκίδη. Λέγεται πάντως, χωρίς να επιβεβαιώνεται και να εξακριβώνεται, ότι στα αρχεία κάποιου νεκροταφείου των Αθηνών, υπάρχουν η ημερομηνία θανάτου και η ηλικία του Κωνσταντίνου Κουκίδη.

Κλείνοντας την περίπτωση Κουκίδη, θα πρέπει να αναφερθεί και η άποψη που λέει, πως η δυστοκία και αναποτελεσματικότητα ως προς την εύρεση στοιχείων επιπλέον αποδεικτικών στοιχείων ή και αποδοχή των ήδη υπαρχόντων, οφείλεται εν πολλοίς στο ότι ο Κουκίδης εμφανίζεται να ήταν μέλος της νεολαίας (ΕΟΝ) του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά, στοιχείο μάλλον «επιβαρυντικό» γι' αυτόν.

night at the acropolis