Η εμφάνιση του Κεμάλ. Μέρος 2ο

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

Ο στρατός του Κεμάλ ήταν ένας συρφετός. Άλλοι φορούσαν τσαρούχια, άλλοι ήταν ξυπόλητοι. Κρατούσαν ό,τι όπλα είχαν μείνει. Τα μόνα όπλα άξια λόγου που είχε προμηθευτεί ο Κεμάλ στην αρχή, ήταν της Άδανας. Η Γαλλία απεσύρθη από τα Άδανα, μόνο και μόνο για να παραχωρήσει ευσχήμως στον Κεμάλ τα όπλα που είχε αποθηκεύσει.
Ας αφήσουμε τον Κεμάλ που είχε μπλέξει με την Ελλάδα και ας έρθουμε μέσα στην Αμισό.
Μετά 3-4 μέρες έγινε ένα συλλαλητήριο στην πλατεία και κάλεσαν όλο τον πληθυσμό, για να αποφασίσουν. Πολλοί ψώνιζαν, άρχισαν να φροντίζουν τα σπίτια τους, τα χωράφια τους, και σαν να ξεχνούσαν τα βάσανα του πολέμου. Μάζευαν με στέρηση λίγο βούτυρο, ένα ένα τα αυγά, κατέβαιναν μέσα στην πολιτεία, τα πουλούσαν και αγόραζαν άλλα χρήσιμα. Όμως, ένα όμορφο πρωί, οι Τούρκοι, περικύκλωσαν την Αμισό και έκαναν μπλόκο. Όσοι χωριάτες ήσαν μέσα κλειστήκανε, ούτε να μπεις ούτε να βγεις μπορούσες.
Μάζεψαν ύστερα τους ασήμαντους άνδρες από 12 έως 75 χρονών και τους κλείσανε στις φυλακές. Και όσοι δεν χωρούσαν τους κλείσανε στα σχολεία και στις εκκλησίες. Η κατάσταση όσο πήγαινε χειροτέρευε, κτυπούσαν, σκότωναν.
Είχε περάσει κανένας ενάμισι μήνας και έλεγα του κουμπάρου μου: «Δημητρό, έχεις τόσες λίρες, ας βάλουμε να κάνουμε ένα αντάρτικο γερό σώμα. Θα σε σφάξουν και θα παν τζάμπα οι λίρες, πού θα βρούμε πολεμοφόδια και μέσα, στην Αμισό;».
Ο κουμπάρος μου όμως δεν άλλαζε κεφάλι και μου απαντούσε με τον τρόπον του: «Δήμο και το μυρμήγκι άμα είναι για να ψοφήσει βγάζει φτερά και πετάει, το ίδιο είναι και η Τουρκία, έπειτα, εδώ είναι τόσες πρεσβείες, δεν θα αφήσουν να γίνει τίποτε».
Ο Δημητρός δεν είχε δει πόλεμο ποτέ, δεν ήξερε, δεν φανταζόταν καν τα δεινά του, τις κακουχίες του. Ήταν και κουτσός από το ένα πόδι και αυτό τον έκανε πολύ διστακτικό, δεν αποτολμούσε τίποτε...
Τούλεγα κάθε μέρα: «άλλαξε μυαλά, δεν τα βλέπω καλά τα πράγματα» και αυτός τίποτε. Στα βουνά είχαν την δική μου γνώμη.
Οι καπεταναίοι, άνθρωποι μορφωμένοι, έμπειροι, βλέπανε αυτή την κατάσταση, είχαν και ανθρώπινο υλικό αφοσιωμένο, δεν ήταν δυνατόν να μένουν ανοργάνωτοι και να πουν, όπου το βγάλει η τύχη! Όπως εγώ ζητούσα ενίσχυση, από τον Δημητρό, το ίδιο και αυτοί είχαν ανάγκη από χρήματα και προσπαθούσαν να εξοικονομήσουν. Στην Μητρόπολη υπήρχε ένα σεβαστό ποσόν που είχε μαζευτεί από εράνους, που γίνονταν από ομογενείς της Ρωσίας (85.000 παγκανότες και από τους ομογενείς της Κωνσταντινουπόλεως άλλες 12.000). Τα μαθαίναμε αυτά από στόμα σε στόμα. Αυτά τα χρήματα τα είχε η επιτροπή της Μητροπόλεως. για να τα χρησιμοποιήσει όπως ήθελε για τον αγώνα, υπέρ της Ανεξαρτησίας του Πόντου.
Κατά κακή μας τύχη η αρχή του Ελληνισμού της Αμισού βρισκόταν στα χέρια μιας επιτροπής που αποτελούνταν από Καισαριώτες, που ήταν άνθρωποι δίχως μεγάλα αισθήματα πατριωτισμού. Εκτός από το εμπόριο και το στενό κύκλο του σπιτιού τους δεν ενδιαφέρονταν για τίποτε άλλο. Δεν είχαν την ψυχική δύναμη να προωθήσουν το ποίμνιο. Αφού γνώριζαν από τους Βαλκανικούς και από τον Ευρωπαϊκό πόλεμο ότι υπήρχαν άνθρωποι ανδρείοι με σύνεσης και κατανόηση, μπορούσαν πολύ καλά, αν δεν μπόρεσαν τα λεπτά να τα ρίξουν στον αγώνα, που μόνο στα σχέδια και στα λόγια στάθηκε, γιατί αυτή η μεγάλη ιδέα είχε σβήσει, να τα χρησιμοποιήσουν για να σώσουν τόσους ανθρώπους, τόσες υπάρξεις, που βρήκαν φρικτό θάνατο! Αντίθετα, αυτοί λογάριαζαν να φτιάξουν εκκλησίες και γυμναστήρια.
Οι καπεταναίοι δεν χωράτευαν. Ξαπόστειλαν μια μέρα, από τα χωριά, κοντά πεντακόσιους αντάρτες και πήγαν στο κέντρο της Αμισού, που ήταν η Μητρόπολη, πήραν από το ταμείο ως 35.000 παγκανότες που βρήκαν και ξαναγύρισαν στα βουνά.
Οι Τούρκοι, στο μεταξύ, έκαναν μπλόκα και μάζευαν ό,τι είχε απομείνει, από 75 χρονών άντρες ως 14 χρονών παιδιά, και τους μάντρωσαν στις φυλακές.
Αυτή η κατάσταση ήταν μέσα στην Αμισό. Τα πράματα μαύρισαν.
Έμαθα ότι πιάσανε τον αδερφό μου και τον κουμπάρο μου τον Δημητρό. Ο συμπατριώτης μας ο Ανταβαλόγλου, είχε πέντε γιους και τρεις κόρες και αυτόν τον πιάσανε. Ήταν στην επιτροπή και ήθελε να φτιάξει εκκλησίες. Είχε πολλά πλούτη, αποθήκες, ακόμη και Τράπεζες δικές του είχε.
Δεν βαστούσε άλλο αυτή η κατάσταση και πήρα την απόφαση να φύγω στα βουνά.
Έκανα μια μικρή προπαρασκευή, ήθελα ένα «παρακελυφυ» γερμανικό, βελγικό- τα βελγικά ήταν τα καλύτερα. Έπαιρναν δώδεκα σφαίρες, ήταν επαναληπτικά, χτυπούσαν σε μακρινή απόσταση.
Η Αμισός ήταν περικυκλωμένη από Τούρκους, για να φύγω κάπως πιο εύκολα, έπρεπε να περιμένω κατάλληλο καιρό. Έκανα τις πρόκες μου προμήθειες, ένα «κολτ», ένα πιστόλι, ως 150 σφαίρες και ένα δεύτερο μαχαίρι. Ένα ζευγάρι τσαρούχια, ένα ζευγάρι μοναδικό παπούτσια για το αντάρτικο, μάλλινες κάλτσες, αυτό ήταν σωστό βουνίσιο ντύσιμο.
Μια βροχερή βραδιά έκανα το σταυρό μου και βγήκα με μεγάλη προφύλαξη. Είχα προχωρήσει αρκετά και είδα δύο και σταμάτησαν μπροστά μου. Όπως ερχόμουν βγήκαν από την γωνιά, η θέση μου ήταν πολύ δύσκολη. Να κάνω πίσω, θα τους δώσω να καταλάβουν, τουφέκια είχαν, έπρεπε να τα πάρω. Θάταν 19-20 χρονών, τους ζύγωσα σαν αστραπή, έβγαλα το μαχαίρι, δεν πέρασαν τρία λεπτά της ώρας και οι δύο ήταν πεσμένοι χάμω!! Ποιος μπορούσε να γυρίσει; Έπεσα απάνω τους, σαν μανιασμένος και πήρα όλα τα εξαρτήματα που είχαν.
Μπορούσα να τους χτυπήσω με το πιστόλι για σίγουρα, αλλά έπρεπε να μην κάνω κρότο, να μην γίνει καμιά φασαρία, γι’ αυτό μεταχειρίστηκα μαχαίρι, εξαγριώθηκα, έγινα σαν λιοντάρι.
Περπάτησα ακόμη και βγήκα από την πλατεία και έπεσα στα χωριά. Άκουσα και από τα βάθη τις σκοπιές τους που και που, που έριχναν σποραδικές τουφεκιές. Ήξερα από τη μεγάλη πείρα που είχα, πως δεν πρόκειται για μένα, απλώς θέλανε να δείχνουν πως αγρυπνάνε, πως φυλάνε.
Βγήκα από την Αμισό, πήρα το ανώμαλο δρομάκι, δεν πέρασα από το γεφύρι, γιατί θα φύλαγαν οι Τούρκοι. Πέταξα τα όπλα μου στην αντίπερα, και καθώς ήμουν γερός κολυμβητής ρίχτηκα στα ορμητικά νερά του μεγάλου μυλοπόταμου. Το ρέμα με τράβηξε δυο μέτρα παρακάτω, αλλά εγώ πέρασα από την άλλη μεριά. Πέρασα και το Μερτιμάτι.
Το Μερτιμάτι σε μερικές μεριές είναι βαθύ, αλλού πιο λίγο και αλλού πιο πολύ. Ξέρω τα κατατόπια του, αλλά με δυσκόλευαν τα όπλα μου.
Αφού το πέρασα και αυτό, καμιά μιση ώρα δρόμο, έφτασα σε ασφαλή μέρη που ήταν δικά μας.
Ήμουν βρεμένος, τσακισμένος και κάθισα σε μια πέτρα, για να ξεκουραστώ. Ξανάσανα λιγάκι και άρχισαν να μούρχονται στο νου όλες οι παλιές περιπέτειες. Θυμήθηκα τη Ρωσία. Πώς περάσαμε! Πώς πετάξαμε τα όπλα! Τους έρωτες, τα χοροδιδασκαλεία.
Θυμήθηκα 2-3 χρόνια, που έζησα ως κατάσκοπος στον Ευρωπαϊκό πόλεμο. Μέσα στην πολιτεία, μέσα στο σκοτάδι άκουσα που βούιζαν οι σφαίρες δεξιά και αριστερά. Σε μια στιγμή έριξα μια ματιά στα βουνά που υψώνονταν με τη σίγουρη παντοτινή γαλήνη τους. Η ψυχή μου ημέρεψε και το κορμί μου πήρε κουράγιο. Εκεί ήταν η λευτεριά, στα βουνά! Ας ήταν ακριβά πληρωμένη με τη φτώχεια, την εξαθλίωση και την τόσο άνιση πολεμική κατάσταση.
Περπάτησα κάμποσο στους κάμπους, έφτασα στους πρόποδες των βουνών. Oι πλαγιές τους ήταν καλλιεργημένες. Φύτευαν τα καλύτερα καπνά όλου του κόσμου. Τάλεγαν «μα-τέμ». Τουρκικά θα πει ανακάτεμα. Ήταν σαν ανακατεμένο ασήμι και μάλαμα.
Σε μια στιγμή πάλι κοντοστάθηκα, έριξα μια ματιά προς την απεραντοσύνη, πολύ πάνω πολύ κάτω, πολύ προς τα δεξιά και πολύ προς τα αριστερά και έβγαζα το συμπέρασμα, ότι αυτές οι εκτάσεις από τότε δεν έχουν ξανακαλλιεργηθεί. Ήταν ανώμαλα και γεμάτα αγκάθια. Άλλοτε ήταν καλλιεργημένα, αυλακωμένα και έλεγα από μέσα μου: «Πού είναι τα κορίτσια που τα καλλιεργούσαν; Πού είναι να μαζέψουν το μαξούλι τους;
Τις έφερνα στην μνήμη μου μετά από τον τρύγο που χόρευαν, τραγουδούσαν, γελαστές, ροδοκόκκινες, στολισμένες με τα πεντόλιρα! Να είναι άραγε ζωντανές ή, όπως μαρτυρούν τα χωράφια τους, δεν υπάρχουν πια;».
Όλα αυτά, σκεφτόμουν, ότι θα τα συναντήσω και σε άλλα μέρη, μέσα στα χωριά.
Παίρνω την ανηφοριά των βουνών και ανεβαίνω στα ψηλά μας τα βουνά. Έφτασα στις κορφές, μπήκα στα δασώδη μέρη και συνάντησα τα πρώτα αντάρτικα φυλάκια.
Oι αντάρτες είναι δύσπιστοι, μόνο από την ομιλία μου, που ήταν καθαρεύουσα ποντιακή, βεβαιώθηκαν ότι ήμουν Χριστιανός. Άρχισαν να με ρωτούν τι γίνονταν μέσα στην πολιτεία, άλλος με ρωτούσε για τη γυναίκα του, άλλος για το γιο του. Αυτοί όλοι βρίσκονταν στην φυλακή, είχαν κατέβει στην Αμισό για διάφορες μικροδουλειές και πιάστηκαν στο μπλόκο. Ποιος φαντάζονταν πως θα μάθαιναν στα καλά καθούμενα τέτοιο κακό;
Τους πληροφόρησα, μέσες άκρες, για τους δικούς τους. Αυτοί περιμένανε από καιρό, άλλοι λίγο πετρέλαιο, άλλοι κινίνο, άλλοι καρφιά, να φτιάξουν κάτι και δεν ξέραν τι από-γιναν οι δικοί τους.
O πρώτος καπετάνιος που συνάντησα ήταν ο Τσάγγαλης. Τον Τσάγγαλη τον είχα καπετάνιο πριν τρία χρόνια. Μούδωσαν και κολάτσισα λίγο ψωμί μαύρο. Άναψαν και ζεστάθηκα, στέγνωσα τα ρούχα μου και κείνη την πρώτη βραδιά αποκοιμήθηκα.
Την άλλη μέρα το πρωί χάλασε πάλι η καρδιά μου. Είδα το ηθικό τους πολύ πεσμένο, είχαν μεγάλη φτώχεια. Τα λίγα αποθέματα που κατόρθωσαν να φτιάξουν στο διάστημα της κατοχής, τους τα είχε κάψει ο στρατός.
Εγώ δεν πρόκειται να μείνω στην περιφέρειά τους, γιατί σκόπευα να πάω εκεί που ήταν το συγγενολόι μου, στο Καράπερτσιν, που ήταν αρκετά μακριά, άλλες έξι ώρες δρόμο. Γι’ αυτό και δεν δέχτηκα την πρόσκληση που μου έκαναν να μείνω στο λημέρι τους, τους είπα θα πάω στο Καράπερτσιν.
Εκεί στην συζήτηση που κάναμε μεταξύ μας, ο Τσάγγαλης, μου είπε το παράπονό του, ότι από πολεμοφόδια πολύ δυσκολεύονταν, και ότι τα πλήρωναν πολύ αδρά. «Δεν είναι εκείνα τα παλιά χρόνια Δημητρό», μου είπε, «που είχαμε υποστήριξη». Δεν γνώριζε ο άνθρωπος από πολιτική, «δεν ξέρω τι θα κάνωμεν δίχως σφαίρες, δίχως χειροβομβίδες, πώς θα λυθεί το ζήτημα αυτό;».
O καπετάνιος έλεγε όλη την αλήθεια, όπως έριχνε ματιές στα παλληκάρια του.
Είχε τριανταπέντε ως σαράντα παλληκάρια. Έβλεπα ότι το καθένα είχε επτά το πολύ δέκα σφαίρες, ενώ άλλοτε είχε 100-120, χωριστά τα άλλα τα εξαρτήματα.
Μια μάχη να δινόταν ούτε για να ξεγαντζώσουν δεν θα μπορούσαν. Αυτά ήταν όσο για το ζήτημα των πολεμοφοδίων, είπε ο καπετάνιος.
«Έχω ακόμη και 180 γυναίκες, γέρους, άντρες, ξέχωρα καμιά τριανταριά ξένους φευγάτους, από τον τουρκικό στρατό. Όχι σκληρούς άντρες, ανθρώπους της πολιτείας, ξέρω ότι φυσικά με τον καιρό θα σκληραγωγηθούνε, αλλά δεν έχω να τους οπλίσω. Πού θα καταλήξει αυτή η κατάσταση δεν ξέρω. Είναι κάποιος που λέγεται Χασάν Τσαούσης, αυτός μας προμηθεύει πολύ λίγα πολεμοφόδια, κάτι λίγα μας προμηθεύουν και οι Αρμένιοι. Δεν καλύπτουν όμως τις ανάγκες μας, δεν φτάνουν για να πολεμήσουμε, είναι ίσα ίσα, για να αυτοκτονήσουμε!».

Δημοσθένης Κελεκίδης













Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah