Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

Στα κρατητήρια της Θεοδοσίας

Ο ήλιος έβγαινε μέσα από τα αμπέλια, ξημέρωνε. Αφού ζυγώσαμε αρκετά, βλέπουμε τους συντρόφους μας σε ένα άλλο σπίτι, από την άλλη την πλευρά. Είχαν ανεβεί κι αυτοί (κι όταν τους βρήκαμε) τους είδαμε, ότι πίνανε γάλα και στα χέρια τους κρατούσαν και τρώγανε ψωμί. Είπαμε, από μέσα μας, πως αυτοί ήταν πιο τυχεροί από μας.
Είδαμε ολόγυρα πολλές εκτάσεις με αμπέλια, εκεί μά­θαμε και τους πρώτους λόγους της κατάστασης αυτής. Ήταν Πόντιοι, χρόνια έλειπαν, μας περιποιήθηκαν στο άκρον. Εί­χαν τα χωράφια τους, τα παιδιά τους και ζούσαν ευτυχισμέ­νοι, ως την ώρα που έγινε η επανάσταση. Κι όπως μας είδαν οπλισμένους, σαν αστακούς, μας είπαν: «Βρε παιδιά, εδώ εί­ναι επανάσταση, να μη σας πάρουν για κομμουνιστές οι τσα­ρικοί και σας σκοτώσουν- ή οι κομμουνισταί για τσαρικούς και γίνει αιματοχυσία». Έπειτα σκέφτηκε και τρόμαζε, μην του κάψουν το σπίτι του.
1697: Εύξεινος Πόντος
Τι θα γίνει; Πώς θα γίνει; Θα πάω στην επιτροπή των Πο­ντίων που είναι κράτος μέσα στο κράτος και θα παρθούνε τα κατάλληλα μέτρα.
Πράγματι, έφυγα, ήμασταν στην Κριμαία και θα πηγαί­ναμε στη Θεοδόσια, δυόμισυ ως τρεις ώρες, θα κατέβαινε από την άλλη πλευρά. Εμείς μπήκαμε από το πίσω μέρος, τραβηχτήκαμε μέσα στο σπίτι και τρώγαμε και πίναμε. Δί­ναμε στην νοικοκυρά λεφτά, αλλά δεν τα έπαιρνε. Η χαρά της ήταν απερίγραπτη, που μας φιλοξενούσε. Μας ρωτούσε για τους δικούς της, στην Τραπεζούντα, Κερασούντα και μεις της λέγαμε, ότι δεν ξέραμε τους ανθρώπους ή της λέγαμε, ότι είναι εξόριστοι.
Πήγε ο σύζυγός της στην Θεοδόσια, μίλησε με την επι­τροπή των Ποντίων και πήραν την απόφαση να μας στείλουν πέντε ανθρώπους, να μας κατεβάσουν τμηματικώς στην Θε­οδόσια.
Μόλις μας αντίκρυσαν μέσα στο δωμάτιο και μας είδαν οπλισμένους, κρύος ιδρώτας τους έλουσε! «Για όνομα του Θεού! Να πετάξετε τα όπλα να μην τα δούνε!» Όταν τα ακούσαμε αυτά τα λόγια, ο καθένας μας σκεφτόταν, πώς να τα αποχω­ριστεί, γιατί τα είχαμε σαν μισό μας σώμα, τα είχαμε σαν σταυρό. Τι να κάνουμε όμως; Αρχίσαμε ένας ένας να τα πετά!
Ήμασταν μέσα στα αμπέλια, ειδοποιήθηκαν κάτω στη Θεοδόσια τα μέλη της επιτροπής, ότι ήρθε μια αποστολή Ελλήνων, από τον Πόντο, αντάρτες, για να ενισχύσουν τον αγώνα του Πόντου.
Συνήθως, επειδή ήμασταν αυτοκέφαλοι, ή στη Ρωσία ή στην Τουρκία, καθοδηγούμασταν από μια επιτροπή. Αυτήν την επιτροπή την λέγαμε Μητρόπολη, δηλαδή είχε Δεσπότη και παπάδες και καθοδηγούσε τα σχολεία και τις εκκλησίες και προστάτευε τους φτωχούς, εν η περιπτώσει έρχονταν σε σύγκρουση με τους Τούρκους. Η γνωστή σημερινή Μητρό­πολη θα ωχριούσε μπροστά στις πράξεις τους, απόδειξη ότι μόλις μάθανε την αποστολή μας, μεμιάς ειδοποιήθηκε ο Ελλη­νισμός του τόπου, δηλαδή στη Θεοδόσια και την Κριμαία, για να μας συνδράμει ο καθείς, σύμφωνα με τις περιστάσεις, όσο μπορούσε. Κομμουνισταί (και) τσαρικοί μας κατέβασαν στη Θεοδόσια και μας τοποθέτησαν στα σχολεία. Όσοι δεν χωρούσαν, μας πήραν στα σπίτια τους. Ένας, Μενέλαος Μπαλτόγλους, δύο, Σάββας Γαρυφαλλίδης και τρεις, εγώ, μας ανέλαβε μια χήρα Κερασούντια, στο σπίτι της. Μια κα­λοκάγαθη γυναίκα, καλή νοικοκυρά, πελωρίων διαστάσεων, δεν θυμούμε πώς τη λέγανε, μας μαγείρευε, μας κοίταζε, ήταν πολύ καλή γυναίκα.
Εκείνη τη βραδιά κοιμηθήκαμε στο σπίτι της και όλη τη νύχτα ακούγαμε όργανα, κίνηση μεγάλη, ο κό­σμος ευθυμούσε. Βλέπαμε τα φώτα τα ηλεκτρικά, που άνα­βαν, κι αυτό μας φαινόταν υπερβολικό, γιατί εμείς είχαμε μόνο σκότος, ούτε δαδί, ούτε λάμπα, ούτε τίποτε άλλο, μόνο τουφέκι είχαμε. Τέτοια ήταν η ζωή στο λημέρι. Τώρα, ακούγαμε τραγούδια και μας τραβούσαν να πάμε κοντά, να δούμε τι γίνεται, να γλυκάνει λίγο η ζωή μας. Ν’ ακούσουμε καμπάνες. Μακρυά από τα βουνά, τα βράχια, τα λαγκάδια, τους πολέμους. Να δεις κρεβάτι, να ακούσεις τραγούδι, άλ­λαξε η ζωή.
Την άλλη μέρα σηκωθήκαμε, πήγαμε, είδαμε και τους άλ­λους. Μας φέρανε και φάγαμε σαλάμι, τσάι, και μας είπε η επιτροπή να είμαστε κάπως προσεκτικοί, να είμαστε συγκε­ντρωμένοι, επειδή εδώ είναι ανώμαλη η κατάσταση και ότι θα μας στείλουν στο Νοβοροσίσκι.
Την άλλη βραδιά, νωρίς νωρίς, πήγαμε πάλι να κοιμη­θούμε. Μόλις βράδιασε, αρχίσανε οι τρουμπέτες, γιατί εί­χαν τσίρκα πολλά και λίγους κινηματογράφους. Μπήκαμε στα κρεβάτια, αλλά δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε και σε μια στιγμή λέω στους φίλους μου: «βρε παιδιά, ο κόσμος δια­σκεδάζει, πάμε να βγούμε όξω;» Σαν να ’χανε κι αυτοί την ίδια γνώμη, σηκωθήκαμε, ντυθήκαμε και βγήκαμε στο δρόμο. Αρχίσαμε να χαζεύουμε κάτι μαγαζιά, κάτι οπωροπωλεία και σε μια στιγμή είπαμε να πάμε παρακάτω, να δούμε τι μουσικές είναι. Προχωρήσαμε, είδαμε το τσίρκο, είδαμε τον κό­σμο, να μπαίνουν, να βγαίνουν, κάτι τρουμπέτες, κάτι φωτο­γραφίες, κανόνια, σίδερα, κάτι πράγματα εκεί, μπαίνουμε μέσα να πάμε να σεριανίσουμε. Ένα μωσαϊκό είμαστε ντυ­μένοι, μας δώσανε άλλος ένα πανταλόνι, άλλος ένα σακάκι.
Αρχίσαμε να μπαίνουμε στη ζωή των ανθρώπων, αλλά ακόμα δεν μπορώ να ευθυμήσω. Αφού προχωρήσαμε αρ­κετά, βρήκαμε ένα κινηματογράφο, μπήκαμε μέσα, το είδαμε μια φορά, το είδαμε δεύτερη φορά, πηγαίναμε να το δούμε και τρίτη φορά, ένα τιποτένιο έργο, αλλά νυστάζαμε και βγή­καμε. Ως τα ξημερώματα ήταν ανοιχτά. Όταν βγήκαμε όξω, θα ’ταν η ώρα μία ή μιάμιση, προσπαθήσαμε να βρούμε το σπίτι, το δρόμο, αδύνατον να τα βρούμε!
Βρήκαμε ένα άλλο τσίρκο, κοιτάγαμε από τις χαραμάδες, αφηρημένοι, ο ένας έλεγε από δω, αλλά τίποτα, ο άλλος από κει, αλλά πάλι τίποτα. Σε μια στιγμή βρεθήκαμε σαν σε μια πλατεία. Εκεί είδαμε, ήταν παγκάκια, γινότανε λαϊκή αγορά, δεν το ξέραμε, ύστερα το καταλάβαμε. Ήταν 15-20 παγκά­κια, σαν ντουλαπάκια με συρτάρια και βάζαν οι γυναίκες, που συνήθως κάναν την λαϊκή αγορά, τα πράγματά τους.
Τους λέγω, να μπούμε στα παγκάκια, να κοιμηθούμε και το πρωί, ο Θεός μεγάλος είναι, κάποιον θα βρούμε να μας οδηγήσει. Πήραμε το λοιπόν την απόφαση να διανυκτερεύσουμε στα παγκάκια, ανοίγουμε τα κεπέγκια του ενός, βρωμούσε ψαρίλα, ανοίγουμε του αλλουνού, βρωμούσε κρε­ατίλα, με τα πολλά, βρήκαμε ένα με υποφερτή οσμή. Μπήκα μέσα και κάθισα και μ’ ακολούθησε κι ο φίλος μου, ο Μέ­νος. Καθίσαμε ανακούρκουδα, τα γόνατά μας ακουμπού- σανε, ίσα ίσα στο κεφάλι μας. Ο Σάββας, δεν ξέραμε τι έγινε, λέγαμε πως θα τρύπωσε σε κάποιο άλλο κεπέγκι, τον χά­σαμε. Είμαστε οι δυό μας, ο Μένος κι εγώ, αφού καπνίσαμε από ένα τσιγαράκι κι αλλάξαμε δυο κουβέντες, τι περιπέ­τεια ήταν πάλι αυτή; άρχισα να σκέφτομαι μην έχουμε κα­μιά δυσάρεστη συνέπεια. Πέρασε ως μισή ώρα, ακούω ένα ψίθυρο, τσαφ... τσαφ... τσαφ..., δεν έμοιαζε ούτε σαν πουλί, ούτε σαν μηχανή κι όσο πήγαινε μας ζύγωνε, τι ήταν;
Στα ξημερώματα, πριν δυο ώρες, ερχόταν ο σκουπιδιά­ρης, με κάτι περίεργες σκούπες, που ήταν δυό ξυλαράκια, που δεν σπάνε, και μ’ αυτές σκούπιζε τις αποθήκες των τρο­φίμων. Άνοιγε τα δυο καπάκια, τα σκούπιζε κι ακουγόταν, όπως τα σκούνταγε, τσαφ... τσαφ... τσαφ! Φοβόμαστε... Ο ψίθυρος ζύγωνε. Μεσάνυχτα, νεράιδες! Μένο ακούς; Ακούω, τι να είναι; Σε λιγάκι, ανοίγει ο καθαριστης τα καπάκια και με τη σκούπα μας έσπρωχνε. Βάζει το φαναράκι στα πόδια μας, μας βλέπει και με τη πρώτη, βάζει τη σφυρίχτρα στο στόμα του και έρχονται, χωρίς υπερβολή, καμιά διακόσιοι τζανταρμάδες!
Σφυρίχτρες, φωνές, κακό, όπως φαίνεται ήρθε και ένας μεγάλος αστυνομικός. Κάτι είπανε, εμείς ρωσικά δεν ξέραμε, κρατούσε το πιστόλι και το ακουμπούσε σχεδόν στα πόδια μας. Φευγάτε! Θα μας έλεγε, γιατί όλο το ίδιο έλεγε.
Εγώ με τον Μένο απορούσαμε, βρε, τι συμβαίνει; Εμείς Χριστιανοί, εμείς αθώοι άνθρωποι, εμάς αλλού πήγαινε το μυαλό μας και αλλού αυτονών. Κάναν τετράδες και μας βάλαν στη μέση, πήγαμε καμιά μισή ώρα, μας πήγαν σ’ ένα γρα­φείο.
Ο αστυνόμος, ο μεγαλύτερος θα ’ταν αυτός, δυό τρεις φο­ρές βρόντηξε την πόρτα. Πριν από λίγο θα ξύπνησε, γιατί ήταν ανακατωμένα τα μαλλιά του και το πανταλόνι του δεν είχε καλά καλά δέσει. Κάτι είπαν και μας μέσα. Ο αξιωμα­τικός στο γραφείο του άρχισε να γράφει.
Μας είπε νευρικά και βροντερά. Ρωσικά δεν καταλαβαί­νουμε; Και του είπαμε τουρκικά, ότι δεν ξέρουμε ρωσικά. Εκείνος συνέχιζε να μιλάει κι ύστερα του είπαμε στα ελ­ληνικά, δεν ξέρουμε, κύριε, ρωσικά. Αποτείνεται στον Μένο και ο Μένος είπε τα ίδια: «δεν ξέρουμε ρωσικά, ξέρουμε μόνο ελληνικά και τουρκικά». Σηκώθηκε αστραπιαίους και έδωσε ένα γερό σκαμπίλι στο φίλο μου. Μετά, μας κάναν έρευνα, βγάλαν ένα ρολόι, μιά καδένα, ένα ξυράφι, ένα κο­μπολόι, ένα βαπτιστήρι, ψάξαν, δεν ξέρω τι είχαμε, κανά δυό παγκανότες απάνω μας, που τις είχαμε αλλάξει και πή­ραμε «Κερένσκι». Όλα αυτά τα βάλανε απάνω στο τραπέζι. Μετά, με μιά νευρικότητα, δίνει διαταγή και μας αρπάζει ένας μεγαλόσωμος Ρώσος, με τα κλειδιά στο χέρι και από πίσω πέντε έξι με τα πιστόλια.
Μισή ώρα με το ρολόι, μας κατέβαζαν από μια σκάλα, σαν του καμπαναριού, ώσπου φτάσαμε σε ένα επίπεδο, στο υπόγειο. Εκεί, άνοιξαν μια πόρτα, ρίξαν το φίλο μου μέσα, ανοίξανε άλλη και ρίξανε εμένα. Μόλις κλείσαν την πόρτα, άνοιξα τα χέρια μου και κρατούσα τους τοίχους. Σκοτάδι, ησυχία, περίμενα ώρα την ώρα, να βγει το θηρίο, το λιοντάρι να με φάει. Η αγωνία μου ήταν απερίγραπτη, η σκέψη μου, τα νεύρα μου ήταν τεντωμένα.
Σε λίγη ώρα, ακούω τον Μένο να ξεφωνίζει: «Δήμο! Δήμο!» Ε, λέω, το κατασπαράζει το θηρίο. Τι είχε συμβεί; Έστεκε κι αυτός ακριβώς πίσω στην πόρτα, επί μισή ώρα. Εκεί του ήρθε ένα βήξιμο, μέσα, στο βάθος, που δεν βλέπει ο ένας τον άλλον. Ήταν φυλακισμένοι, Τάταροι, και φώναξαν και εί­παν «ποιος είσαι εσύ;» «Ρωσικά δεν ξέρω», τους είπε τουρ­κικά.

Μόλις άκουσαν οι Τάταροι τουρκικά, επειδή εκτιμούν πολύ τους Τούρκους, σηκώθηκαν, άναψαν ένα κερί, συνηθι­σμένοι αυτοί από τις φυλακές, ταραχοποιά στοιχεία, τον πή­ραν, τον ρώτησαν αν πεινά κι αν θέλει τίποτα, τον πήραν για Τούρκο.
Ο Μένος τους είπε τα τρέξαντα και περί τίνος πρόκειται. Οι Τάταροι τον βεβαίωσαν ότι δεν είναι τίποτα και ότι αύ­ριο θα μας έβγαζαν. Γι’ αυτό ο Μένος ξεφώνισε: «Μη φο­βάσαι Δήμο, αύριο θα μας βγάλουν». Πράγματι, κατά τις τρεις το απόγευμα, ήρθε ένας αστυνόμος, άνοιξε τις πόρτες και έβγαλε και τους δυό μας.
Δεκαεφτά ώρες ήμουνα πίσω από την πόρτα όρθιος, αλλά από τη φωνή του Μένου είχα πάρει μια ανακούφιση. Πάλι ξανανεβαίνουμε τα σκαλιά και μας παραλαβαίνει ένας υπάλ­ληλος, δίχως όπλα, και μας πάει σ’ ένα γραφείο. Σ’ αυτό το γραφείο, θα γράφανε ως σαράντα υπάλληλοι, μας πήγε στον διευθυντή μπροστά. Περίεργο μου φάνηκε, που τα αντικεί­μενά μας, όλα, ήταν μπροστά του.
Με ρώτησε ρωσικά και εγώ, σε ένα τόνο επιθετικό, του είπα: «δεν ξέρω ρωσικά και σας παρακαλώ, φέρτε μου ένα Έλληνα, να μιλήσω». Μου κακοφάνηκε πολύ, Χριστιανοί και να φέρονται έτσι; Ρώτησαν και τον Μένο, κι εκείνος τα ίδια είπε: «δεν ξέρουμε ρωσικά!».
Σε μια στιγμή χαμογέλασε και μας μίλησε ελληνικά! Από τα πράγματά μας είχαν βεβαιωθεί, ότι ήμασταν ξένοι. Μας είπε: «να μας συγχωρείτε, κάναμε λάθος, έγινε παρεξήγησις».

««Για όνομα του Θεού! Ξέρεις ελληνικά και ρίχνεις κι άλλο φαρμάκι στην καρδιά μας;» Σας πήραμε για επανα­στατικούς», μας απάντησε. Εμείς δεν ξέραμε τι είναι επανάστασις, μόνο από τα βιβλία ξέραμε τη λέξη. «Κοιτάξτε, από τα πράγματά σας, σας λείπει τίποτα;» Πήραμε τα αντι­κείμενά μας και λείπανε δυο χάρτινα νομίσματα ρωσικά. Μας είπε ότι αυτά ήταν κίβδηλα κι ότι μας γέλασαν και τα ’χαν κάπου, σε ένα χαρτί καρφιτσωμένα. Μας είπε, πως εί­μαστε ελεύθεροι και πήραμε τα σκαλιά και κατεβήκαμε.

Δημοσθένης Κελεκίδης
απόσπασμα από το βιβλίο: "ΤΟ ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ"