Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2015

ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ

Οι ορισμένες μέρες για τα μνημόσυνα ήσαν: Τα τρίτα που πολλοί έκαναν την ίδια μέρα της ταφής γυρίζοντας από το νεκροταφείο. Τα εννέα, τα σεράντα, τ’ εξαμενού (εξάμηνα) και το χρονιακόν. 
Επισημότερα λογαριάζονταν τα σεράντα και το χρονιακόν. Στα δύο αυτά "εδιάριζαν πίτας" (μοίραζαν από ένα κομμάτι φρέσκο ψωμί με ελιές) αν δεν έκαναν φαΐα ή ψαλμόν. Ψάλλω έλεγαν, αντί ετοιμάζω θανήσια. Λέει και μια παροιμία: Χίλια πελιάδας θέλτς να ψάλτς τον κύρη σ’. 
Εσωτερικό εκκλησίας στη Σαντά

Στις μικρές ενορίες δεν έκαναν διάκριση και καλούσαν όλους· δεν μπορούσε όμως να γίνει το ίδιο και στις μεγάλες με 200 και 300 οικογένειες. Αν δεν έκαναν ψαλμό, καλούσαν μετά  την απόλυση της εκκλησίας τον παπά, τους ψάλτες και τους επίτροπους και τους παρέθεταν τραπέζι.
Τα μνημόσυνα γίνονταν Κυριακή, προτιμούσαν να τα κάμουν μερικές μέρες νωρίτερα, παρά αργότερα. Τα κόλλυβα (το τραπέζ’ με τα κοκκία) τα στόλιζαν. Εκάντζωναν άτα με καρύδια ή λεφτοκάρια, κι αφού γέμιζαν το τραπέζι έτσι ώστε να σχηματίζει επιφάνεια ημισφαιρική, την πατούσαν με άσπρη μαντήλα (τσιαμπάρ) για να γίνει λεία, την σκέπαζαν με ζάχαρη και κατόπιν έκαναν γύρω γύρω αλυσίδα με φαραχλαεμένα καντζία (επιχρυσωμένη ψίχα φουντουκιού) και σταυρό στη μέση με τ’ αρχικά του ονοματεπώνυμου στη βάση του σταυρού. Τελευταία μερικοί έκαναν το όνομα με καφέ έτσι ερμάτωναν (στόλιζαν) το τραπέζ’, το αρμάτωμαν το έκανε ειδικός. Ύστερα από το στόλισμα, αν ο νεκρός ήταν νέος ή νέα έκλαιγαν και μοιρολογούσαν αν ήταν γέρος έλεγαν περιστατικά και ιστορίες τής ζωής του, χωρίς να λείπουν και τ’ αστεία. Έτσι παρακάθευαν  ως τα μεσάνυχτα.
Στην εκκλησία τοποθετούσαν το τραπέζι μπροστά στην εικόνα του Χριστού του τέμπλου με λαμπάδα στη μέση. Κατά το κοινωνικό το έφεραν κάτω από τον πολυέλεο, μοίραζαν κεριά και έψαλλαν τον Αμωμο.
Μετά την απόλυση μοίραζαν τα κόλλυβα, εδιάριζαν τα κοκκία, αφού ο επίτροπος έπαιρνε μερίδιο για τον εαυτό του και τον παπά. Στις μικρές ενορίες  η διανομή γινόταν με τάξη· στις μεγάλες μερικές φορές γινόταν αταξία από το συνωστισμό. Οι εύποροι έκαναν το σερανταλείτουργον οι άλλοι αρκούνταν ν’ ανάψουν ένα κερί σό κοιμητέρ’ν άτ ως τα σεράντα και κάθε φορά που θα πήγαιναν στην εκκλησία.