Επέ γαρί Σουλτάνα — Η μαία Σουλτάνα

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2014

Η μαία Σουλτάνα ή όπως ήταν γνωστή η επέ γαρί Σουλτάνα γεννήθηκε στο χωριό Καράτεπε του Βεζίρ Κιοπρού του Πόντου. Προερχόταν από μια εύπορη οικογέ­νεια, απόφοιτη του Αμερικανικού Κολεγίου «Ανατόλια» της Μερζιφούντας και του πανεπιστημίου της Κωνσταντι­νούπολης και ασκούσε το επάγγελμα της μαίας. Μέχρι τα τριάντα πέντε της χρόνια δεν είχε παντρευτεί.
Πριν από τον α' παγκόσμιο πόλεμο (1914-1918) και πριν αρχίσουν τα γεγονότα με τους Τούρκους το 1913, ήταν αγαπητή σε Έλληνες, Τούρκους και Τσερκέζους, που κατοικούσαν σε δικά τους χωριά κοντά στο χωριό της Σουλτάνας. Κατείχε εξέχουσα θέση ανάμεσα σε όλους αυτούς τους ανθρώπους, που σε κάθε δύσκολη στιγμή επικαλούνταν τη βοήθειά της, είτε ήταν για γεννήσεις είτε για αρρώστιες συνέδραμε και οικονομικά σε πάσχοντες 
συνανθρώπους της.

Όταν, όμως, άρχισε ο ανταρτοπόλεμος στην περιοχή της και εμφανίστηκαν γενναίοι και τολμηροί άνδρες, που αντέδρασαν στην τουρκική καταπίεση, οι Τούρκοι άρχι­σαν από τις αρχές του 1917 να συλλαμβάνουν και να φυ­λακίζουν Έλληνες χριστιανούς από τα γειτονικά της χω­ριά, όπως τα ελληνοχώρια Σούλατσακ, Καρά Τεπέ, Τσάι Κουνεγί και άλλα, αλλά και από το χωριό της, πολλά γυναικόπαιδα κατέφυγαν στο βουνο Γουντούζ Νταγ και στη συνέχεια στο Ταφσάν Νταγ. 
Οι δυστυχισμένες μάνες, παρά τη σφοδρή κακοκαιρία, φορτώθηκαν στην πλάτη τα μικρά παιδιά τους και, σέρνοντας πίσω τους τα μεγαλύ­τερα παιδιά και τους γέροντες, έφτασαν σε ένα ασφαλές, προσωρινά τουλάχιστον, σημείο του βουνού.
Οι γυναίκες, με σπαρακτικούς θρήνους και κραυγές τρόμου για τη ζωή τους, διασκορπίστηκαν πανικόβλητες μέσα στα δάση και τα λαγκάδια, για να αποφύγουν την αιχμαλωσία και τις συνέπειες για τη ζωή τους από αυτήν. Μετά από αυτές τις μεγάλες ταλαιπωρίες, όταν έφτασαν στο βουνό, προέκυψε αμέσως η ανάγκη για τη σίτισή τους, την παραμονή τους σε πρόχειρες καλύβες, ενώ το ξεροβόρι του χειμώνα θέριζε μέσα στα πρόχειρα καταλύμματα, και δεκάδες γυναικόπαιδα χωρίς σκεπάσματα, ψωμί και αλάτι βρίσκονταν σε απόγνωση. 
Τότε η μαία Σουλτάνα, αφού ξεπούλησε όλη την πατρική της περιου­σία και τα βαρύτιμα κοσμήματά της, άρχισε να περιτρέχει σε όλα τα χωριά, ανεξάρτητα από το αν ήταν Έλληνες, Τούρκοι ή Τσερκέζοι και να συγκε­ντρώνει τρόφιμα, ρούχα και φάρμακα, για εκείνους που κατέφυγαν στο βουνό,  γιατί τα χωριά αυτά δεν είχαν ακόμη  πειραχτεί και θα μπορούσε εύκολα να πάρει τα απαραίτητα τρόφιμα. Σαν άνθρωπος που στάθηκε δίπλα τους όλα τα προηγούμενα χρόνια, είχε ελπίδες πως δεν θα συναντήσει δυσκολίες στο έργο της.
Αλλά οι Τούρκοι, μετά τη μάχη κατά των ανταρτών στην τοποθεσία Τσοράχ, οπισθοχώρησαν και οι καπεταναίοι μετέφεραν όλα τα γυναικόπαιδα που κουβαλούσαν μαζί τους στην τοποθεσία Αμπάρ Καγιά.
Ύστερα από όλα αυτά τα γεγονότα, η Σουλτάνα ανα­γκάζεται να πάρει και αυτή το όπλο και να συνεχίσει διμέτωπο αγώνα τόσο στη διάρκεια των μαχών όσο και στη φροντίδα για την προμήθεια τροφίμων, εξαντλώντας όλες τις δυνατότητες της.
Πάρα πολλές φορές η ηρωική αυτή γυναίκα πολεμά τους Τούρκους μέχρι το 1923, αποκτώντας τη φήμη της γενναίας και τολμηρής, δίπλα στους φημισμένους τότε καπεταναίους της περιοχής του Ταφσάν Νταγ Κυριάκο Παπαδόπουλο ή Κισά Μπατζάκ από το χωριό Κάτω Σουρουτσουκλού, τον Εφραιμίν Κωνσταντίν ή Κωνσταντίν Τσαούς Σακαλίδη από το χωριό Τικενλού, τον Σάβ­βα Ασλανίδη από το χωριό Κιζόλτερεν, τον Τουτουντζή Χάμπο από το Σουλεϊμάν Κιοϊ. Ολοι τους από την επαρ­χία Βεζίρ Κιοπρού.
Μαζί με αυτούς, η Σουλτάνα συμμετέχει συνεχώς και στις μάχες κατά των Τούρκων και στον πυρπολισμό των τουρκικών χωριών, όπως τα Σαρπούν, Κοζ  Χιστράχ, Ετζινού, Τέβαλαν κ.τ.λ. και αναγνωρίζεται πλέον ως κα­πετάνισσα μεταξύ των συμπολεμιστών της, χωρίς ποτέ να δημιουργήσει δική της οικογένεια.
 Έρχεται στην Ελλάδα με την ανταλλαγή του 1924 και εγκαθίσταται αρχικά στο Κιλκίς και στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη, όπου και πε­θαίνει σε μεγάλη ηλικία.

Γιώργος Θ. Αντωνιάδης

Πηγη: Περιοδικό "ΠΟΝΤΙΑΚΑ"


Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah