Αφήγηση Ευριπίδη Τσιρκινίδη, 15 Αυγούστου 1962

Τετάρτη 6 Αυγούστου 2014

«Το 1916 ο αδερφός μου Δημήτρης είχε καταταγεί στα αμελέ ταμπουρού. Η μάνα μας ήταν χήρα και επειδή άκουγε πολλά για σφαγές και εξορίες, φοβήθηκε. Είπε στον δεύτερο αδερφό μου Κυριάκο και σ’ εμένα να φύγουμε προς τα παράλια του Πόντου και από εκεί στη Ρωσία ή στην Ελλάδα. Με πολλά βάσανα φτάσαμε στην Κερασούντα. Η πόλη ήταν γεμάτη από ρακένδυτους πρόσφυγες, που έφευγαν από την τρομοκρατία των Τούρκων της υπαίθρου και συγκεντρώνονταν στις πόλεις. Εκεί, στην Κερασούντα, μας προειδοποίησαν οι συμπατριώτες μας ότι οι Τούρκοι μαζεύουν όλους και τους μεν μεγάλους τους κλείνουν στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου για να τους εξορίσουν κάθε φορά που συμπληρώνει ο αριθμός 250. Εκεί χωρίς φαγητό, χωρίς νερό, μέσα στις ίδιες ακαθαρσίες τους σε λίγες μέρες πέθαιναν οι περισσότεροι.
Αμελέ Ταμπουρού

Με τα ίδια μας τα μάτια είδαμε εγώ και ο αδερφός μου να μεταφέρουν τα παιδιά λίγο παραέξω από την Κερασούντα κι εκεί να τα παραδίδουν σε άγριους τσέτες αντάρτες. Αυτοί τα άρπαζαν από τα πόδια και χτυπούσαν τα κεφάλια τους πάνω στα μεγάλα βράχια της ακτής. Ήταν Νοέμβριος του 1916.
Ύστερα από αυτά που είδαμε και πριν προλάβουν να μας πιάσουν, φύγαμε και από βουνό σε βουνό, τρώγοντας ρίζες χόρτων και θάμνων, ξαναγυρίσαμε στο χωριό μας Αχτραμαλού της επαρχίας Άκνταγ-μαντέν. Σε όλο τον πόλεμο κρυβόμασταν σε υπόγεια καταφύγια».

Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah