Ο Πόντος υπό νεοτουρκικό καθεστώς (1908-1912)

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Το νεοτουρκικό κίνημα,  που ξέσπασε το καλοκαίρι του 1908, επέφερε  σημαντικές αλλαγές, όπως ήταν  φυσικό,  και στον πόντο, καθώς  αποτέλεσε το έναυσμα για την εκδήλωση της υποβόσκουσας επιθετικότητας των  μουσουλμάνων έναντι των Ελλήνων.
Στην περιοχή της Τραπεζούντας υπήρξε έντονη επιφυλακτικότητα από τους Ελληνες στο άκουσμα της είδησης της έκρηξης  και επικράτησης  του κινήματος. 
Μάλιστα, μόνο  ύστερα  από προτροπή του ελληνικού προξενείου και ένα μήνα μετά την ανακήρυξη του Συντάγματος, οι Ελληνες ουσιαστικά υποχρεώθηκαν να συμμετάσχουν στις εκδηλώσεις υπέρ του κινήματος. αντιθέτως, στην  περιοχή της Αμισού, τη δεύτερη σε μέγεθος και σημασία πόλη  του Πόντου, οι Ελληνες φάνηκαν περισσότερο θετικοί  και συμμετείχαν σχεδόν εξαρχής στις  εκδηλώσεις υποστήριξης του κινήματος.
Ωστόσο, και αυτοί ήταν επιφυλακτικοί γιατί  υπήρχαν πληροφορίες ότι η εκλογή των βουλευτών στις εκλογές του Νοεμβρίου δεν θα γινόταν άμεσα  από  το λαό, αλλά έμμεσα δι’ αντιπροσώπων.
 Είναι  όμως  χαρακτηριστικό του πρόσκαιρου του κλίματος σύμπνοιας στην Αμισό πως ύστερα από διαμαρτυρία των μουσουλμάνων σβήσθηκε το σύνθημα αδελφοσύνη. Η θετική  στάση  των  Ελλήνων στην  Αμισό ίσως να οφείλεται εν μέρει  και στην  ύπαρξη πολλών Ελλήνων εργατών καπνού, οι οποίοι ήλπισαν πως με το νέο καθεστώς θα βελτιωνόταν η θέση τους, αφού αυτό είχε αυτοπροβληθεί σαν ένα δημοκρατικό κίνημα.
Σύντομα όμως  διαψεύσθηκαν καθώς στο αίτημά τους για αυξήσεις  αντιμετώπισαν  όχι μόνο την άρνηση της εταιρίας  καπνού Regie, αλλά και την ένοπλη αντίδραση στις εκτεταμένες απεργιακές κινητοποιήσεις, από  τον Αύγουστο έως τον Σεπτέμβριο του 1908, που κατέληξαν  σε αιματηρές συγκρούσεις.
Επειτα  από  παρέμβαση κυρίως  του μητροπολίτη Αμασείας Γερμανού  Καραβαγγέλη, καθώς η πλειοψηφία των καπνεργατών και οι πρωταγωνιστές των κινητοποιήσεων ήταν Ελληνεςαλλά και προξένων των  Μ. Δυνάμεων, έγινε  δεκτό το αίτημα των απεργών για αύξηση του  ημερομισθίου. Το νεοτουρκικό καθεστώς, διαπιστώνοντας την  ισχύ  των  συνδικάτων και σε αυτή,  αλλά και σε άλλες περιπτώσεις απεργιακών κινητοποιήσεων στη χώραπροχώρησε στην υποχρεωτική διάλυσή τους βάσει νόμου που ψηφίστηκε το 1909.
Οι Νεότουρκοι αμέσως μετά την επικράτησή τους, και πριν ακόμη εκδηλωθούν έναντι του κινήματος οι Ελληνες αλλά και οι μουσουλμάνοι στον Πόντο, προχώρησαν σε εφαρμογή του προπαγανδιστικού τους  σχεδίου με την  αποστολή στον Πόντο προπαγανδιστών από  την  κεντρική Επιτροπή της Ενωσης και της προόδου (ΕΕΠ) στην  Κωνσταντινούπολη ήδη  στις 22 Ιουλίου, ελάχιστες ημέρες μετά την  ανακήρυξη του Συντάγματος.
Σκοπός  τους ήταν όχι μόνο να ιδρύσουν τοπικές νεοτουρκικές οργανώσεις για να προσελκύσουν μέλη, αλλά, πολύ  περισσότερο, να οργανώσουν ποικιλότροπη νοθεία στις επικείμενες εκλογές, ώστε να εξασφαλισθεί καθολική  νίκη  και παράλληλα να αποκλεισθεί οποιαδήποτε πιθανότητα εκλογής Ελλήνων.
Η αληθινή πολιτική των νεοτούρκων και η πραγματική  τους αντίληψη περί δημοκρατίας, ισότητας, ισονομίας και αδερφοσύνης έγιναν έκδηλα φανερές στον τρόπο  που  πραγματοποιήθηκαν η προεκλογική εκστρατεία και οι ίδιες οι εκλογές του 1908. Ιδιαίτερα, δε, αποκαλύφθηκε ότι η πολιτική τους είχε χαρακτήρα κυρίως ανθελληνικό και δευτερευόντως στρέφονταν εναντίον άλλου έθνους  ή πολύ περισσότερο άλλου πολιτικού κόμματος.
 Το μέγεθος της νοθείας μπορεί εύκολα  να το αντιληφθεί κανείς  βλέποντας τα τελικά αποτελέσματα των εκλογών: Το κόμμα των «Ενωτικών» που υποστηριζόταν από την ΕΕΠ εξέλεξε 288 βουλευτές, ενώ η αντιπολίτευση των φιλελεύθερων μόνο έναν. από αυτούς 24 μόνο ήταν Ελληνες, ενώ σύμφωνα με τον ελληνικό πληθυσμό θα έπρεπε, σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις, να είχαν εκλεγεί αναλογικά 65.
Είναι ενδεικτικό ότι άλλα έθνη της αυτοκρατορίας εξέλεξαν τον αναλογούντα με τον πληθυσμό τους αριθμό βουλευτών, και σε κάποιες περιπτώσεις και περισσότερο (π.χ. 60 αραβες, 27 αλβανοί, 14 αρμένιοι, 10 Σλάβοι), γεγονός που φανερώνει τον ανθελληνικό κυρίως χαρακτήρα της νεοτουρκικής πολιτικής. Οι περισσότεροι Ελληνες  βουλευτές που  εκλέχθηκαν απλώς συνεργάστηκαν με τους «Ενωτικούς» γιατί  δεν υπήρχε άλλη δυνατότητα εκλογής.
Ανάλογη με την υπόλοιπη χώρα  ήταν  και η κατάσταση που επικράτησε στον Πόντο, όπου εκλέχθηκε μόνο ένας Ελληνας βουλευτής, ο Ματθαίος Κωφίδης, με την υποστήριξη της ΕΕΠ, χωρίς  μά- λιστα να λάβει ούτε μία ψήφο Ελληνα εκλέκτορα. αυτό σήμαινε ότι οι Ελληνες με τις ψήφους τους δεν ανέδειξαν κανέναν Ελληνα βουλευτή, ενώ θα έπρεπε να εκλέξουν  ανάλογα με τον πληθυσμό τους από  τέσσερις  έως επτά, αφού  ανά 100.000 κατοίκων αντιστοιχούσε ένας  βουλευτής και, σύμφωνα με τις πιο  μετριοπαθείς στατιστικές, οι Ελληνες  στον  Πόντο έφταναν τους  450.000, ενώ  σύμφωνα με τους  Ελληνες  ο αριθμός τους έφτανε  τους 700.000 περίπου.
 Τον αριθμό  των 7 βουλευτών μάλιστα δέχτηκαν και οι φιλελεύθεροι στις επόμενες εκλογές του 1912 στις συζητήσεις που  υπήρξαν για συνεργασία φιλελευθέρων και Ελλήνων. Το απογοητευτικό αποτέλεσμα για τους Ελληνες ήρθε παρά  την ιδιαίτερη κινητοποίηση των Ελλήνων με τη δημιουργία πολιτικών συλλόγων και παρά την καθολική σχεδόν  αποδοχή των υποψηφίων Ελλήνων βουλευτών και τη συμπόρευση του εκλογικού  σώματος και των εκλεκτόρων. και είναι χαρακτηριστικό ότι όλοι οι Ελληνες εκλέκτορες ψήφισαν μόνο τους Ελληνες υποψηφίους βουλευτές που δεν είχαν συνταχθεί ή συνεργασθεί με το κόμμα των Νεοτούρκων.
Οι Νεότουρκοι, προκειμένου να φτάσουν στο ποθητό εκλογικό  αποτέλεσμα, μεταχειρίστηκαν ποικίλα μέσα: από τον εξοπλισμό  των μουσουλμάνων και την τρομοκρατία έως την κατά τέτοιον τρόπο  διαίρεση των εκλογικών τμημάτων ώστε τα μουσουλμανικά να εκλέγουν  έναν  εκλέκτορα με 251  ψηφοφόρους, ενώ  τα ελληνικά με 500-750 ψηφοφόρους. Τα δε μικτά τμήματα καταρτίσθηκαν με τέτοιον  τρόπο  ώστε να υπερτερεί το μουσουλμανικό στοιχείο,  ενώ αμιγώς ελληνικές περιοχές ή συνοικίες στις  πόλεις διαιρέθηκαν έτσι ώστε να αποτελούν μειοψηφία σε ευρύτερες μουσουλμανικές περιοχές.
Είναι  ενδεικτικό ότι στην  Αμισό οι Ελληνες  με 2.045  ψηφοφόρους μπορούσαν να  εκλέξουν  4 εκλέκτορες, ενώ  οι νεότουρκοι με 1.500 ψηφοφόρους να εκλέξουν 5. Η κατάσταση ήταν τόσο τεταμένη λόγω της νεοτουρκικής  πολιτικής ώστε οι Ελληνες της Αμισού ζήτησαν από την Ελληνική  κυβέρνηση μέσω του υποπροξενείου να τους  σταλούν  όπλα «προκειμένου  να είναι  έτοιμοι  να τα χρησιμοποιήσουν όταν  έρθει  η ώρα», αφού  και οι μουσουλμάνοι είχαν  εξοπλισθεί αμέσως μετά την  επικράτηση του κινήματος.
Οι εκλογές, όμως,  δεν ήταν  το μόνο  πεδίο όπου εκδηλώθηκε η ανθελληνική πολιτική των  νεοτούρκων.  Λίγο μετά, στο τέλος του 1908, ξεκίνησε ο οργανωμένος από  την  ΕΕΠ ανθελληνικός εμπορικός αποκλεισμός με αφορμή  τη διακήρυξη της ένωσης της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα στις  6 Οκτωβρίου του 1908.  
Το ίδιο  μέτρο  είχε εφαρμοσθεί και κατά της Αυστροουγγαρίας μετά την  ανακήρυξη της προσάρτησης της Βοσνίας- Ερζεγοβίνης, αλλά υποτίθεται ότι δεν  ήταν  επίσημη πολιτική της κυβέρνησης. Στην περίπτωση όμως του Ελληνικού  αποκλεισμού η νεοτουρκική κυβέρνηση όχι  μόνο  δεν  αντέδρασε στο μέτρο, αλλά, φανερώνοντας την  πραγματική θέση  της, επέτρεψε τη χρησιμοποίηση των  κατά  τόπους διοικητικών μηχανισμών και της  αστυνομίας.
Ενώ ο αποκλεισμός των αυστριακών προϊόντων έληξε τον Μάρτιο του 1909, ο αποκλεισμός των ελληνικών προϊόντων όχι μόνο δεν έληξε σύντομα, αλλά εντάθηκε  το επόμενο διάστημα και γνώρισε έως  τους  Βαλκανικούς πολέμους ποικίλες διακυμάνσεις. Οι νεότουρκοι, θέλοντας να δημιουργήσουν μια εθνική «τουρκική»  οικονομία, στράφηκαν κυρίως κατά των Ελλήνων  για να το πετύχουν αυτό γιατί  οι Ελληνες  ήταν  ο ισχυρότερος οικονομικά πληθυσμός στην αυτοκρατορία και ο οποίος όχι μόνο ήταν διασκορπισμένος σε όλο σχεδόν το εύρος  της, αλλά κυριαρχούσε οικονομικά στις νευραλγικότερες οικονομικά περιοχές.
Οι Ελληνες στον Πόντο, παρά την απώλεια σημαντικού μέρους  του εξωτερικού εμπορίου το οποίο είχε περάσει στις αρχές  του 20ού  αι. στα χέρια  ξένων,  συνέχισαν να κατέχουν κυρίαρχη θέση  στο οικονομικό πεδίο με την  ενασχόλησή τους κυρίως με το τοπικό  εμπόριο, τις τράπεζες και τη βιοτεχνία. Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτήν την  περίοδο, περίοδο έκρηξης της  παραγωγής καπνού λόγω αμερικανικής ζήτησης, στην Αμισό η εμπορία καπνού ανήκε  κατά 60% σε Ελληνες εμπόρους, 15% σε αμερικανική εταιρία,  10% σε ξένα μονοπώλια, 10% σε Αρμένιους και μόνο 5% σε μουσουλμάνους.
Ο ανθελληνικός εμπορικός αποκλεισμός στον Πόντο ξεκίνησε  διστακτικά τον Δεκέμβριο του 1908 στο λιμάνι  της Τραπεζούντας. αρχικά αφορούσε μόνο  τα προϊόντα από  το ελληνικό κράτος και μόνο  τους Ελληνες υπηκόους εμπόρους του Πόντου, οι περισσότεροι όμως  εκ των οποίων ήταν Πόντιοι που απλώς είχαν πάρει την ελληνική υπηκοότητα  για φορολογικούς περισσότερο λόγους. 
Πρωταγωνιστές στον  ανθελληνικό αποκλεισμό αναδείχθηκαν οι λεμβούχοι, οι αχθοφόροι και οι λιμενεργάτες, οι οποίοι αποτέλεσαν τα κυριότερα μέλη της ΕΕΠ στην Τραπεζούντα και λίγο αργότερα ανέλαβαν ουσιαστικά τον έλεγχο της πόλης.
Ο εμπορικός αποκλεισμός προκάλεσε αναστάτωση στην αγορά της πόλης σε τέτοιο σημείο που μέρος των μουσουλμάνων της πόλης  διαμαρτυρήθηκε προς την ΕΕΠ, χωρίς όμως αποτέλεσμα. 
Τα επόμενα δύο έτη συνεχίστηκε ο αποκλεισμός με αρκετές διακυμάνσεις. Σταδιακά εφαρμόσθηκε σε όλους τους Ελληνες εμπόρους και παραγωγούς ανεξαρτήτως υπηκοότητας και απομακρύνθηκαν με διάφορα προσχήματα οι Ελληνες εργαζόμενοι από τις δημόσιες υπηρεσίες, την Οθωμανική Τράπεζα, το μονοπώλιο καπνού και από μουσουλμανικές και ξένες επιχειρήσεις, ενώ επιβλήθηκαν επιπρόσθετοι φόροι, καταργήθηκαν φορολογικές απαλλαγές των Ελλήνων υπηκόων και προβλήθηκαν διάφορα προσκόμματα στη λειτουργία των ελληνικών τραπεζών στον Πόντο.
Στα αστικά κέντρα του Πόντου συστάθηκαν και επιτροπές μουσουλμάνων για αποτελεσματικότερη εφαρμογή του. Ετσι, απαγορεύθηκε η είσοδος στα καταστήματα Ελλήνων υπηκόων, συμπεριλαμβανομένων και των υπαλλήλων αυτών, μέτρο το οποίο εφαρμόσθηκε με την επιστασία της αστυνομίας, και επιβλήθηκε κατά παράνομο τρόπο φόρος επιτηδεύματος μόνο στους Ελληνες ελληνικής υπηκοότητας, ενώ οι πολίτες άλλων ευρωπαϊκών χωρών με τους οποίους ήταν εξισωμένοι  οι Ελληνες πολίτες δεν πλήρωναν ανάλογο φόρο.
Μάλιστα τους ζητήθηκε να πληρώσουν το φόρο  αναδρομικά και με ποσά  δυσανάλογα σε σχέση  με εκείνα  που πλήρωναν οι Οθωμανοί υπήκοοι, ποσά  που  έφταναν στο πενταπλάσιο ή και εξαπλάσιο  ποσό!
Οι ανθελληνικές ενέργειες στο χώρο  της  οικονομίας ανακόπηκαν για ένα μικρό διάστημα, το 1910, λόγω των δυσμενών επιπτώσεων που είχε ο ανθελληνικός αποκλεισμός (όπως προβλήματα επισιτισμού, μείωση εσόδων από  έμμεσους φόρους και τελωνειακούς δασμούς κ.ά.). 
Όμως το 1911  ο αποκλεισμός γνώρισε νέα έξαρση και έφτασε  στην  κορύφωσή του με αποτέλεσμα να δημιουργήσει μία αφόρητη κατάσταση για τους Ελληνες.

Ετσι, προχώρησαν σε απελάσεις Ελλήνων ελληνικής υπηκοότητας με παράλληλη προσπάθεια  να δημευθεί η έγγειος ιδιοκτησία τους.  η Ελλάδα προχώρησε σε διαβήματα διαμαρτυρίας, χωρίς όμως  αποτέλεσμα. 
Αντιθέτως, η προσπάθεια του καθεστώτος να θεωρήσει τις ελληνικές τράπεζες,  που  είχαν  κερδίσει  στον ανταγωνισμό με τις  οθωμανικές, σαν  οθωμανικές απέτυχε μετά  την  αντίδραση της  Ελλάδας.  
Με αφορμή τον ιταλοοθωμανικό πόλεμο που  ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 1911, επιβλήθηκε νέος φόρος για τα εισαγόμενα και εξαγόμενα προϊόντα υπέρ του οθωμανικού στόλου, ο οποίος έπληττε κυρίως τους Ελληνες, οι οποίοι ήταν η μεγάλη πλειοψηφία των εμπόρων στον πόντο. Ηταν δε τόσο δυσβάσταχτος που ορισμένοι έμποροι άφησαν τα εμπορεύματά τους  στο τελωνείο. 
Το αποτέλεσμα όλων  αυτών των ανθελληνικών μέτρων  ήταν  πολλοί Ελληνες έμποροι να οδηγηθούν σε χρεοκοπία και τη θέση τους να πάρουν μουσουλμάνοι, οι οποίοι με μειωμένο ανταγωνισμό και υπό την κρατική προστασία κατάφεραν σταδιακά να επικρατήσουν.
Οι Νεότουρκοι την  περίοδο μεταξύ  1908-1912 στήριξαν την  ανθελληνική τους  πολιτική στο πρόσχημα της κατάργησης των προνομίων των εθνικο-θρησκευτικών ομάδων βάσει της υποτιθέμενης πολιτικής ισότητας και ισονομίας που διεκήρυτταν και την οποία όμως  χρησιμοποιούσαν κατά το δοκούν.
Την πολιτική αυτή επικαλέστηκαν εν μέρει για τις ανθελληνικές επιθέσεις τους και στις εκλογές του 1908 και στην οικονομική θέση των Ελλήνων.  πολύ περισσότερο όμως  χρησιμοποίησαν ως  δικαιολογία την  εφαρμογή αυτής της ιδεολογικής αντίληψης στην κατάργηση των προνομίων των  χριστιανών στα εκκλησιαστικά ζητήματα, στην  εκπαίδευση και στη, για πρώτη φορά, στρατολόγηση των χριστιανών.
Καθώς κύριος φορέας των  προνομίων των  Ελλήνων ορθοδόξων ήταν  η διοικούσα Ορθόδοξη Εκκλησία, κάθε  προσπάθεια κατάργησής τους ουσιαστικά υπονόμευε την  κυρίαρχη θέση  της Εκκλησίας στους Ελληνες. 
Ωστόσο, δεν στράφηκαν άμεσα εναντίον των καθαρά εκκλησιαστικών της δικαιοδοσιών γιατί δεν ήθελαν  να προκαλέσουν το θρησκευτικό αίσθημα των Ελλήνων το οποίο εκείνη  την εποχή ίσως ήταν ισχυρότερο και από το εθνικό αίσθημα, ιδίως  στη Μ. Ασία.
Ετσι, βάσει του προσχήματος περί εκκοσμικεύσεως του οθωμανικού  κράτους και της υποτιθέμενης δυνατότητας μέσω των εκλογών να εκφραστούν  πολιτικά οι χριστιανοί, οι νεότουρκοι προχώρησαν στον περιορισμό αρχικά και στην κατάργηση εν συνεχεία του πολιτικού ρόλου του Οικουμενικού πατριάρχη και των μητροπολιτών.
Συνάμα όμως περιόρισαν ή κατάργησαν τη δικαιοδοσία που είχε η διοικούσα Εκκλησία  στη διευθέτηση βάσει  του Εκκλησιαστικού  δικαίου αστικών ζητημάτων μεταξύ των χριστιανών, όπως ήταν οι γάμοι, τα διαζύγια και οι διαθήκες, αλλά και τη θέση των εκπροσώπων της Εκκλησίας  στην τοπική αυτοδιοίκηση.
Σταδιακά προχώρησαν και σε άλλες ενέργειες, όπως η όλο και μεγαλύτερη ανάμιξη σε εσωτερικά ζητήματα της Εκκλησίας, η αμφισβήτηση των εκκλησιαστικών ιδιοκτησιών, η παρεμπόδιση του έργου των κληρικών  και η σύλληψη και φυλάκιση ιερέων με απλή καταγγελία.
Η εκπαίδευση ήταν  ένας  από  τους χώρους που έγινε ιδιαιτέρως αισθητή η κατάργηση των προνομίων. Οι νεότουρκοι επικέντρωσαν εξαρχής πολλές από τις προσπάθειές τους στον έλεγχο της εκπαίδευσης, καθώς ήταν ένας χώρος όπου υπερτερούσαν οι Ελληνες, στοιχείο που τους έδινε  τη δυνατότητα κυριαρχίας και στον οικονομικό τομέα, και παράλληλα έπλητταν  την ισχύ του Οικουμενικού πατριαρχείου αφού  η εκπαίδευση ήταν μία από τις κυριότερες αρμοδιότητές του. 
Εξάλλου, δεν ήταν οι συνθήκες κατάλληλες ακόμη  για την εφαρμογή του προγράμματος του πλήρους εκτουρκισμού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας μέσω της φυσικής εξόντωσης ή της εκδίωξης των Ελλήνων της αυτοκρατορίας.
Ετσι, προσπάθησαν να θέσουν τα ελληνικά σχολεία  υπό  τον άμεσο  έλεγχο  του υπουργείου παιδείας παρακάμπτοντας τις κατά τόπους αρμόδιες εκκλησιαστικές αρχές, οι οποίες έως τότε ήταν υπεύθυνες για την εκπαίδευση των χριστιανών.
Ετσι οι επιθεωρητές του υπουργείου άρχισαν να επιθεωρούν τα ελληνικά σχολεία χωρίς την άδεια  του πατριαρχείου, ενώ παράλληλα απαγορεύθηκε η περιοδεία στα σχολεία των κοινοικών επιθεωρητών. λόγω των αντιδράσεων των διευθυντών των ελληνικών σχολείωνόπως  συνέβη στην  Τραπεζούντα, οι νεότουρκοι προχώρησαν το 1910 στην ψήφιση νόμου  που αφαιρούσε ουσιαστικά από το πατριαρχείο και τις σχολικές εφορείες  το μεγαλύτερο μέρος των αρμοδιοτήτων που είχαν  στα ελληνικά σχολεία.
Το πατριαρχείο περιορίστηκε μόνο στην εποπτεία του μαθήματος των Θρησκευτικών και οι εφορείες επωμίστηκαν την ευθύνη εξεύρεσης οικονομικών πόρων για τη συντήρηση των κοινοτικών σχολείων στα οποία δεν  παρείχε καμία  επιχορήγηση το κράτος.  Και όχι μόνο αυτό, αλλά ο νέος νόμος υποχρέωνε τις ελληνικές  κοινότητες να συμμετέχουν στα έξοδα ίδρυσης και συντήρησης των κρατικών, δηλαδή μουσουλμανικών, σχολείων!
Αυτές οι ενέργειες, οι περισσότερες εκ των οποίων σήμερα μπορεί να φαίνονται λογικές σε ένα ευνομούμενο κράτος με ένα κυρίαρχο έθνος, αλλά όχι σε ένα πολυεθνικό κράτος  όπως ήταν  η Οθωμανική αυτοκρατορία, υπέκρυπταν τη διάθεση όχι  μόνο  να ελέγξουν την  κοινοτική εκπαίδευση, αλλά και σταδιακά να την  καταργήσουν μέσα  από  την  ένταξή της στην «οθωμανική», δηλαδή τουρκική, εκπαίδευση.
Προκειμένου δε να καλύψουν  την υστέρηση στην οποία βρισκόταν η κρατική  εκπαίδευση σε σχέση με την ελληνικήοι νεότουρκοι προχώρησαν στην  άμεση  ίδρυση οθωμανικών σχολείων ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1908, ενώ τότε επέβαλαν την τουρκική  γλώσσα ως υποχρεωτική σε όλα τα σχολεία, εθνικά  και μη.
Βάσει αυτής της πολιτικής και του εκπαιδευτικού νόμου του 1910, προχώρησαν και στη δημιουργία ποικίλων προσκομμάτων στη λειτουργία των ελληνικών σχολείων, που ξεκινούσαν από τη δυσκολία παροχής άδειας  ανεγέρσεως, επισκευής ή και λειτουργίας τους και έφταναν στην αμφισβήτηση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος τους, στην παύση λειτουργίας όσων σχολείων δεν είχαν  άδεια ανέγερσης  και λειτουργίας και την απόσπαση διδακτηρίων και τη μετατροπή τους σε κρατικά με μία απλή αίτηση της πλειοψηφίας του χωριού ή της συνοικίας της πόλης.
Η ψήφιση αυτού του νόμου ήταν μόνο η αρχή, καθώς ακολούθησε σειρά άλλων μέτρων  που υπηρετούσε την πολιτική τους. Ετσι, το καθεστώς αποφάσισε το 1911 ότι η επικύρωση των πτυχίων των ελληνικών σχολείων θα γινόταν πλέον από το υπουργείο παιδείας και όχι από το πατριαρχείο, ενώ με νόμο που ψηφίστηκε το 1912 απαιτούνταν για τους αποφοίτους των ελληνικών Γυμνασίων εξετάσεις, και μάλιστα στην τουρκική γλώσσα, προκειμένου να εισαχθούν στο Οθωμανικό πανεπιστήμιο, τη στιγμή  που γίνονταν δεκτοί στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια χωρίς εξετάσεις. 
Ισως μεγαλύτερης σημασίας ήταν  η απαίτηση του υπουργείου να επικυρώνει τα πτυχία των δασκάλων των  ελληνικών σχολείων, μέτρο που, παρά τις αντιδράσεις του πατριαρχείου, εφαρμόσθηκε άμεσα μετά και την πραγματοποίηση των απειλών του υπουργείου για παύση δασκάλων που  δεν  ήθελαν να υποβάλουν το πτυχίο τους προς  έγκριση.
 Αυτό το μέτρο συνδεόταν με τον έλεγχο που  ήθελε να ασκήσει το υπουργείο στα Ελληνικά σχολεία προκειμένου να διαπιστώσει την υπηκοότητα των δασκάλων που υπηρετούσαν σε αυτά, πολλοί εκ των οποίων προέρχονταν από την ελεύθερη  Ελλάδα. Ακολούθησαν, όπως ήταν αναμενόμενο, η απέλαση των δασκάλων ελληνικής υπηκοότητας και η απαγόρευση πρόσληψης «αλλοδαπών» δασκάλων, ενέργεια  που συνδεόταν με τις γενικότερες διώξεις Ελλήνων ελληνικής υπηκοότητας στο πλαίσιο του ανθελληνικού εμπορικού αποκλεισμού. παρά τα ανθελληνικά μέτρα όμως, η ελληνική εκπαίδευση στον πόντο κατάφερε  να βρίσκεται σε αρκετά καλή κατάσταση έως τον α΄ παγκόσμιο πόλεμο.
Οι Ελληνες  αντέδρασαν σε αυτά τα μέτρα, κυρίως μέσω  υπομνημάτων του πατριαρχείου και των Ελλήνων  βουλευτών που έστελναν  προς την οθωμανική κυβέρνηση κάθε χρόνο  από  το 1909 έως  το 1912,  χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Τα υπομνήματα αυτά  συνοδεύονταν συνήθως και από διαδηλώσεις διαμαρτυρίας των Ελλήνων και ψηφισμάτων υποστήριξης των υπομνημάτων, όπως  έγινε το καλοκαίρι του 1911 στον Πόντο. 
Το ελληνικό κράτος ούτε διαμαρτυρήθηκε ουσιαστικά για τα ανθελληνικά μέτρα στην εκπαίδευση, αλλά ούτε και διαφοροποίησε την εκπαιδευτική του πολιτική του στον Πόντο, η οποία συνίστατο κυρίως στη διοικητική αρωγή ίδρυσης σχολείων, εύρεσης δασκάλων  και αναγνώρισης σχολείων, όπως έγινε με το Γυμνάσιο της Αμισού του 1911.  αλλά και οι φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι  της  Ελλάδας  δεν διαφοροποίησαν την εκπαιδευτική τους πολιτική στον πόντο, παραμένοντας σχεδόν απόντες.
Σοβαρότερες επιπτώσεις στους  Ελληνες  είχε  η κατάργηση ενός  άλλου «προνομίου», της απαλλαγής  των  χριστιανών από  τη στράτευση στον οθωμανικό στρατό.  Το ζήτημα της  στράτευσης των  χριστιανών ανακινήθηκε, όσο και αν αυτό φαίνεται περίεργο, από τους ίδιους τους Ελληνες βουλευτές τον Μάιο του 1909, οι οποίοι θεώρησαν ότι ήταν  μία ευκαιρία, βάσει των  νεοτουρκικών εξαγγελιών περί  ισοτιμίας, να συμμετάσχουν οι Ελληνες σε ένα σημαντικό  κρατικό θεσμό, αναβαθμίζοντας έτσι τη συμμετοχή τους στο οθωμανικό κράτος.  
Παράλληλα, η στρατιωτική εκπαίδευση των χριστιανών θα δημιουργούσε εκπαιδευμένους στρατιωτικά Ελληνες, οι οποίοι σε περίπτωση που χρειαζόταν, εάν τα πράγματα στη χώρα  δεν εξελίσσονταν ομαλά, θα μπορούσαν να αναλάβουν ένοπλη  δράση για να προστατεύσουν το ελληνικό στοιχείο.
 Δεν έθεσαν όμως  κανένα όρο για τον τρόπο συμμετοχής των χριστιανών στο στράτευμα και έτσι ο νόμος  που ψηφίστηκε δεν διευθετούσε πολλά ζητήματα. Ετσι, η θητεία  των χριστιανών στον  οθωμανικό στρατό  απείχε πολύ  από  αυτό που  ανέμεναν οι Ελληνες  βουλευτές και αποτέλεσε έναν  ακόμη  τρόπο  διωγμού του ελληνικού στοιχείου.
Οι συνθήκες που  είχαν να αντιμετωπίσουν οι χριστιανοί στον  οθωμανικό στρατό ήταν  απελπιστικές: ζούσαν  σε άθλια κατάσταση με κακή  διατροφή, υβρίζονταν και προπηλακίζονταν από  τους μουσουλμάνους αξιωματικούς και στρατιώτες, ανελάμβαναν τις δυσκολότερες εργασίες, υποβάλλονταν σε βάναυσες υπηρεσίες, τιμωρούνταν σκληρά σε τυχόν  παραπτώματα και συστηματικά παρακωλυόταν η εκτέλεση των θρησκευτικών τους καθηκόντων.
 Συνήθως δεν τους δινόταν όπλο, ενώ  οι νεότουρκοι δεν δέχτηκαν να ορίσουν  Ελληνες αξιωματικούς. Η εξαγορά της στρατιωτικής θητείας επιτρεπόταν και με το νέο νόμο με την καταβολή αντισηκώματος 50 λιρών, όμως η απαλλαγή αυτή δεν ήταν οριστική.
Ετσι το μέτρο αυτό έγινε μία νέα αιτία συνεχούς οικονομικής αφαιμάξεως των Ελλήνων. Το πατριαρχείο διαμαρτυρήθηκε και πάλι με υπομνήματα προς την κυβέρνηση, χωρίς  όμως  αποτέλεσμα.
Στον Πόντο η στρατολόγηση των χριστιανών κατά τα έτη 1909-1910 δεν πρέπει να εφαρμόστηκε με ιδιαίτερη ένταση. Από τις ελάχιστες μαρτυρίες που έχουμε  για τις αντιδράσεις των Ελλήνων  μία μαρτυρία που αφορά την ανω Αμισό αναφέρει ότι στην πρώτη πρόσκληση νεοσυλλέκτων  υπήρξε ενθουσιασμός των Ελλήνων.
Ο ενθουσιασμός αυτός δεν πρέπει να κράτησε  για πολύ, καθώς, μετά τη γνωστοποίηση των καταπιεστικών συνθηκών διαβίωσης των Ελλήνων στρατιωτών στον οθωμανικό στρατό και της μεγάλης και αόριστης διάρκειας θητείας,  οι περισσότεροι Ελληνες προσπάθησαν να αποφύγουν τη θητεία με οποιονδήποτε τρόπο, ιδίως μετά τη γενίκευση του μέτρου  το 1910.
Ηαποφυγή της στρατιωτικής θητείας αρχικά επιδιώχθηκε μέσω της πληρωμής του αντισηκώματος. Επειδή όμως αυτή η απαλλαγή  δεν ήταν οριστική και το νεοτουρκικό καθεστώς ζητούσε  συνεχώς χρήματα για νέες απαλλαγές,  πολλοί Ελληνες του Πόντου προτίμησαν τη φυγή  κυρίως στη Ρωσία και δευτερευόντως στην  ελεύθερη  Ελλάδα.
Τόσο μεγάλο ήταν  το ρεύμα  της μετανάστευσης στον Πόντο που ο Ελληνας πρόξενος στην Τραπεζούντα τόνιζε σε αναφορά του τον Ιούνιο του 1912 ότι «... αι χριστιανικαί κοινότητες διατελούσι εν κοινωνική σχεδόν  αποσυνθέσει».
 Οπως είναι φυσικό, η μαζική αυτή μετανάστευση νέων Ελλήνων κλόνισε την οικονομική δύναμη των Ποντίων, προκάλεσε ρήγματα στον κοινωνικό και τον οικογενειακό ιστό και έπληξε καίρια την πληθυσμιακή παρουσία του Ελληνισμού, καθώς απωλέσθηκε ένας σημαντικός αριθμός  Ελλήνων, οι οποίοι ως νέοι αποτελούσαν το πιο ζωντανό κομμάτι του πληθυσμού και εκείνο που  θα μπορούσε να αντισταθεί δυναμικά στην πολιτική διωγμών του Ελληνισμού. Ετσι, η στρατιωτική θητεία  εξελίχθηκε  σε έναν  ακόμη  τρόπο αποδυνάμωσης του ελληνικού στοιχείου.
Πέρα από  τις  προαναφερθείσες ανθελληνικές ενέργειες, δεν  φαίνεται να υπήρξε την
 περίοδο 1908-1912 οργανωμένο σχέδιο καθολικής εξόντωσης  των Ελλήνων. ωστόσο, πολύ σύντομα μετά την  επικράτηση του κινήματος δημιουργήθηκε στον  Πόντο ένα γενικότερο κλίμα ανασφάλειας για τους  Ελληνες,  το οποίο με το πέρασμα του χρόνου γινόταν όλο και μεγαλύτερο.
 Οι αυθαιρεσίες των μουσουλμάνων αυξήθηκαν, ενώ υπήρξε κατευθυνόμενη εγκληματικότητα κατά των Ελλήνων και τεχνητή αναρχία. Νέα έξαρση γνώρισε η ανθελληνική δράση των μουσουλμάνων μετά την επικράτηση των  νεοτούρκων έναντι της  αντεπανάστασης το 1909  και κυρίως κατά το 1911, όταν  υπήρχε βάσιμη πιθανότητα συνεργασίας των Φιλελευθέρων Οθωμανών με τους Ελληνες. 
Εξάλλου, η ΕΕΠ είχε λάβει τον Οκτώβριο του 1911 στο συνέδριό της την τελική απόφαση για πλήρη εκτουρκισμό της χώρας με οποιονδήποτε τρόπο. Η δράση αυτή των μουσουλμάνων, μεμονωμένων ή μελών της ΕΕΠ, περιελάμβανε από καταπάτηση ή κατάληψη ελληνικών κτημάτων, ληστείες, κλοπές, δηώσεις και καταστροφές σπιτιών και καταστημάτων Ελλήνων έως βιασμούς και εξισλαμισμούς Ελληνίδων, βιαιοπραγία, τρομοκράτηση, ακόμη και δολοφονία Ελλήνων,  με την άμεση  ή έμμεση μάλιστα  συμμετοχή ή ανοχή της χωροφυλακής και του στρατού.
 Οι Ελληνες,  τουλάχιστον των μεγάλων αστικών κέντρων, γνώρισαν έντονες πιέσεις και για εθνικά ζητήματα, όπως ήταν  το κρητικό Ζήτημα, καθώς οι νεότουρκοι τους πίεαν να εκδηλωθούν με διαδηλώσεις και υπογραφή διαμαρτυριών κατά της ένωσης  της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα όλη την  περίοδο 1908-1912. ανάλογες πιέσεις άσκησαν οι νεότουρκοι στους Ελληνες  και κατά τον ιταλοοθωμανικό πόλεμο για να συμμετάσχουν σε επιτροπές βοήθειας και σε εθελοντικό σώμα, ενώ επιβλήθηκαν και φόροι στα εμπορεύματα με τη μορφή  εράνου.
Στο διάστημα μεταξύ των δύο εκλογικών αναμετρήσεων του 1908  και του 1912, οι νεότουρκοι προσπάθησαν να ακυρώσουν οποιαδήποτε δυνατότητα πολιτικής οργάνωσης των χριστιανών. αυτό επιτεύχθηκε σε ένα βαθμό  με την ψήφιση του νόμου περί  συνδέσμων, τον Αύγουστο του 1909, σύμφωνα με τον οποίο απαγορεύθηκε η σύσταση πολιτικών κομμάτων ή συλλόγων με βάση εθνική.
Αυτή η εξέλιξη είχε ως αποτέλεσμα  πολλοί εθνικοί  σύλλογοι να κλείσουν ή να μεταλλαχθούν φαινομενικά σε πολιτιστικούς, φιλανθρωπικούς, γυμναστικούς ή άλλου είδους. ακόμη όμως  και αυτοί  οι σύλλογοι  γνώρισαν διώξεις, τους τέθηκαν ποικίλα προσκόμματα ή αναγκάσθηκαν να διαλυθούν.
Συνάμα,  όμωςτο νεοτουρκικό καθεστώς επέτρεψε  τη συνέχιση της λειτουργίας των Τουρκικών Συνδέσμων με εθνική ονομασία με την αιτιολόγηση ότι χρησιμοποιούσαν την επίσημη γλώσσα Στον Πόντο, μετά το κίνημα του 1908, ιδρύθηκαν αρκετοί ελληνικοί  σύλλογοι, οι περισσότεροι εκ των οποίων όμως έπεσαν  σε αδράνεια μετά τις εκλογές  του νοεμβρίου.
Το φαινόμενο, όμως, αυτό δεν αφορούσε μόνο τους Ελληνες του Πόντου, αλλά ολόκληρης της αυτοκρατορίας, γι’ αυτό με πρωτοβουλία του μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου έγινε  το 1910  προσπάθεια σύστασης ελληνικών πολιτικών συλλόγων σε όλες τις μεγάλες  πόλεις.  Στην  Τραπεζούντα, έπειτα από αντεγκλήσεις και διαφωνίες για την ίδρυση ανάλογου συλλόγου,  δεν κατέστη  τελικώς  δυνατή η ίδρυσή του, λόγω του φόβου που επικρατούσε.
Το φθινόπωρο, ωστόσο, του 1911 υπήρξε έντονη πολιτική δραστηριοποίηση των  Ελλήνων του Πόντου εν όψει  των  εκλογών του 1912.  παρά όμως τον περισσότερο χρόνο προεκλογικής ετοιμασίας  σε σχέση με το 1908, τον ενεργητικότερο ρόλο του ελληνικού  υπουργείου Εξωτερικών και τη συνεργασία με τους  φιλελευθέρους Οθωμανούς, δεν υπήρξε  καλύτερο αποτέλεσμα για τους Ελληνες υποψηφίους βουλευτές του πόντου όχι μόνο εξαιτίας της νεοτουρκικής δράσης, αλλά και λόγω εσωτερικών αντιπαλοτήτων.
Στην  Αμισό, λοιπόν, υπήρξαν διαφοροποιήσεις ως προς  τα πρόσωπα που θα υποδείκνυαν για  υποψηφίους βουλευτές, με αποτέλεσμα τη διάσπαση των ελληνικών ψήφων μεταξύ  των  δύο  κυριότερων υποψηφίων του Συμεωνίδη, που  υποστηρίχθηκε από  τους  φιλελευθέρους, και του αρζόγλου, που υποστηρίχθηκε από την ΕΕΠ. η κατάσταση για τους Ελληνες επιδεινώθηκε με την επανάληψη των παρανομιών και της νοθείας, μόνο  που τώρα ήταν χειρότερες από αυτές των εκλογών του 1908.
Τα κρατικά στελέχη, μαζί με μέλη της ΕΕΠ και χωροφύλακες, απειλούσαν, εκφόβιζαν, αλλά και ασκούσαν σωματική βία στον ελληνικό πληθυσμό  προκειμένου να ψηφίσει τους  νεότουρκους  υποψηφίους. η κεντρική ΕΕΠ είχε  δώσει εντολή στην τοπική οργάνωση να μεταχειριστεί κάθε μέσο για την επιτυχία στις εκλογές και να ακυρώσει τις εκλογές σε περίπτωση που κέρδιζε η αντιπολίτευση.
Οπως  ήταν αναμενόμενο, στις εκλογές  επικράτησαν και πάλι  οι νεότουρκοι. Ο μόνος Ελληνας  που  εκλέχθηκε  βουλευτής σε όλο τον πόντο ήταν  και πάλι ο κωφίδης με τις ψήφους μόνο των μουσουλμάνων εκλεκτόρων. Θα μπορούσε, όμως, να είχε εκλεγεί Ελληνας βουλευ τής στην Αμισό, βάσει των αποτελεσμάτων, εάν δεν είχαν  διασπαστεί οι ψήφοι  των Ελλήνων.

Τα συγκεντρωτικά αποτελέσματα  της χώρας, σύμφω να με τα οποία εκλέχθηκαν  μόνο έξι φιλελεύθεροι βουλευτές και 279 νεότουρκοι, φανερώνουν και πάλι το μέγεθος  της νοθείας, ενώ το μέγεθος  της ανθελληνικής επίθεσης των  νεοτούρκων φαίνεται  και στη μείωση των εκλεγέντων Ελλήνων βουλευτών, που  έφτασαν μόνο  τους  15, εκ των οποίων μόνο τρεις με τους φιλελευθέρους. 
Λόγω, όμως, των πολλών  αντιδράσεων και της παρέμβασης  της ομάδας των  Σωτήρων αξιωματικών, η νεοτουρκική κυβέρνηση παραιτήθηκε και σχηματίστηκε νέα χωρίς τη συμμετοχή νεοτούρκων, ενώ παράλληλα προκηρύχθηκαν νέες εκλογές για το φθινόπωρο του 1912. Η έκρηξη όμως  του α΄ Βαλκανικού πόλεμου οδήγησε στη ματαίωση των εκλογών.
Η μικρή περίοδος από την πτώση της νεοτουρκικής κυβέρνησης μέχρι την έναρξη  των Βαλκανικών πολέμων χαρακτηρίστηκε από μία πιο ήπια πολιτική έναντι των  Ελλήνων. Ομως  οι Βαλκανικοί  πόλεμοι σήμαναν την  οριστική ρήξη των Ελλήνων όχι μόνο με τους νεοτούρκους, αλλά και με τους Φιλελευθέρους μουσουλμάνους.
Με την έναρξη του πολέμου οι μουσουλμάνοι του Πόντου διοργάνωσαν διαδηλώσεις εναντίον των χριστιανών, εξοπλίστηκαν και μέσω του τοπικού Τύπου άσκησαν μία ανθελληνική προπαγάνδα με σκοπό να φανατίσουν το λαό. Με πρόφαση τις πολεμικές ανάγκες, οι οθωμανικές αρχές  προχώρησαν σε επιτάξεις ελληνικών ιδιοκτησιών (εκκλησίες, σχολεία,  ζώα, τρόφιμα, ενδύματα κ.ά.), αλλά και σε υποχρεωτικούς εράνους  μόνο για τους χριστιανούς  υπέρ του οθωμανικού στρατού.
Οι Ελληνες του Πόντου, διαπιστώνοντας την οριστική ρήξη, προχώρησαν σε μεγαλύτερη έκταση,  γιατί  ήδη είχαν  πραγματοποιήσει ανάλογους εράνους, στη διενέργεια κρυφών εράνων υπέρ  του ελληνικού στρατού και ναυτικού.
Οι Βαλκανικοί πόλεμοι είχαν σημαντικότατες επιπτώσεις στη σύνθεση του πληθυσμού στον Πόντο λόγω της φυγής των νέων  Ελλήνων  προκειμένου να αποφύγουν την  επιστράτευση και της  εγκατάστασης μουσουλμάνων προσφύγων από τα Βαλκάνια.
Οι περισσότεροι από τους φυγόστρατους  κατέφυγαν στη Ρωσίαενώ ένας μικρός αριθμός κατευθύνθηκε προς την ελεύθερη Ελλάδα και κατατάχθηκε στον ελληνικό στρατό. αλλά και οι περισσότεροι από αυτούς που στρατεύθηκαν τελικά λιποτάκτησαν.
 Οι λιποτάκτες τις περισσότερες φορές επέστρεφαν στην περιοχή τους και κρύβονταν, όπως και κάποιοι φυγόστρατοι, συνήθως στα κοντινά βουνά. παρά τις απειλές των οθωμανικών αρχών,  την εκτέλεση συλληφθέντων λιποτακτών και τη φυλάκιση συγγενών φυγοστράτων και λιποτακτών, δεν περιορίσθηκαν τα φαινόμενα αυτά. 
Με το πρόσχημα της  έρευνας για τη σύλληψη λιποτακτών, οι νεότουρκοι βρήκαν  την ευκαιρία να πραγματοποιήσουν σειρά επιθέσεων και λεηλασιών όχι μόνο  στα σπίτια των  συγγενών των λιποτακτώναλλά και σε ολόκληρα ελληνικά χωριά.
Οι λιποτάκτες άρχισαν  να οργανώνονται σταδιακά σε ένοπλες ομάδες για να αντιμετωπίσουν την καταδίωξή τους από τον οθωμανικό στρατό και τη χωροφυλακή, αλλά και για να προστατέψουν τις οικογένειές τους.
 Οι ομάδες  αυτές αποτέλεσαν το προοίμιο των ανταρτικών ομάδων του 1916. από τους Ελληνες  που  τελικά στρατεύθηκαν αρκετοί αυτομόλησαν στον  ελληνικό στρατό, ενώ  άλλοι προσπάθησαν με έμμεσο  τρόπο  να βλάψουν  τον οθωμανικό στρατό.
Σημαντικό πρόβλημα δημιουργήθηκε από  την υποχρεωτική εγκατάσταση προσφύγων μουσουλμάνων από τα Βαλκάνια  μόνο σε ελληνικές περιοχές και χωριά  του Πόντου με αρπαγή των κτημάτων των Ελλήνων. 
Μία τέτοια προσπάθεια έγινε τον Μάιο του 1913, όταν επιχειρήθηκε να εγκατασταθούν σε ελληνικά  χωριά της  Αμισού περίπου 2.500  Τουρκαλβανοί από  τη Βόρειο ηπειρο. Η αντίδραση των Ελλήνων, που οδήγησε μέχρι και σε σύγκρουση με τη χωροφυλακή και το στρατό, δεν είχε αποτέλεσμα.
 Οι μουσουλμάνοι πρόσφυγες, κυρίως οι Τουρκοκρήτες, χρησιμοποιήθηκαν από το καθεστώς και ως προπαγανδιστικά όργανα για να διαδώσουν δήθεν ωμότητες των  Ελλήνων κατά των  μουσουλμάνων στη διάρκεια  των  Βαλκανικών με σκοπό  να δημιουργηθεί  ανθελληνικό κλίμα. Αρκετοί δε από  τους πρόσφυγες αυτούς, που  ήταν  πρώην κρατικοί υπάλληλοι, επανατοποθετήθηκαν  σε κρατικές υπηρεσίες στον Πόντο από όπου καταπίεζαν και εκφόβιζαν τους Ελληνες.
Μετά το τέλος  των  Βαλκανικών πολέμων, η ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα και κυρίως το ζήτημα του καθεστώτος των  νησιών του ανατολικού αιγαίου αποτέλεσαν αφορμή για νέες εκδηλώσεις κατά των Ελλήνων.  
Οπως  είναι γνωστό, στη Θράκη  από  το τέλος του 1913  και στη δυτική Μ. Ασία από  την  άνοιξη του 1914, οι νεότουρκοι, με πρόφαση την  ασφάλεια του κράτους, προχώρησαν σε εκτοπισμό  των Ελλήνων στο εσωτερικό  της Μ. Ασίας. Οι νεότουρκοι στον Πόντο διοργάνωσαν σειρά  συλλαλητηρίων για τα ζητήματα αυτά, στα οποία υποχρέωναν τους Ελληνες να πάρουν μέρος, ενώ τους επεβλήθησαν και νέες αναγκαστικές εισφορές  για στρατιωτικές δαπάνες.
Η συμμετοχή των Ελλήνων  του Πόντου στην  απόφαση του πατριαρχείου να κλείσει τις εκκλησίες  και τα σχολεία  τον Μάιο του 191σε ένδειξη διαμαρτυρίας για το διωγμό  των Ελλήνων όξυνε την αντιπαράθεση με τους μουσουλμάνους. παράλληλα, εντατικοποιήθηκε και ο ανθελληνικός εμπορικός αποκλεισμός, ο οποίος είχε γνωρίσει νέα ένταση μετά την έναρξη των Βαλκανικών πολέμων.
 Στον Πόντο όμως  η εφαρμογή του αποκλεισμού ακυρώθηκε στις αρχές  του 1914  από τους ίδιους τους μουσουλμάνους εμπόρους, γιατί φοβήθηκαν τα αντίποινα των Ελλήνων  και, κυρίως, των  μεγάλων ελληνικών τραπεζικών οίκων, γεγονός που  δείχνει πως ακόμη η οικονομική θέση  των  Ελλήνων ήταν  υπολογίσιμη.
 Σε όλη αυτή την κατάσταση δεν υπήρξε  αντίδραση από τους Ελληνες βουλευτές, καθώς η νέα Βουλή που είχε προκύψει από τις εκλογές που  διεξήχθησαν το χειμώνα του 1913-1914 ήταν  εξ ολοκλήρου νεοτουρκική, αφού δεν είχε επιτραπεί να λάβουν μέρος  όσοι διαφωνούσαν με τους νεοτούρκους
Είχαν  εκλεγεί μάλιστα σε αυτές τις εκλογές τρεις Ελληνες  βουλευτές  από  τον πόντο, σε συνολικό αριθμό  16 Ελλήνων  βουλευτών, ο Κωφίδης, ο Ιωαννίδης και ο Αρζόγλου.

Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah