Από το χωριό Απτουραχμανλί της περιοχής του Ακ Νταγ Μαντέν,
όπου γεννήθηκε στις 25 Νοεμβρίου 1915, ο Σάββας Δαμιανού Χατζημωυσιάδης εγκαταστάθηκε, με την ανταλλαγή, στο χωριό Δυτικό
Πέλλας, όπου παντρεύτηκε το 1936 τη δεκαεξάχρονη, τότε, Σόνια Δεληγιαννίδου.
Απέκτησαν έξι παιδιά, τον Δαμιανό, το 1938, που πέθανε δύο ετών, τη Ζωή το 1940, τον Θανάση, το 1942, που πέθανε μωρό έξι μηνών, και ξανά τον Δαμιανό το 1946 και την Ελένη, το 1949.
Σήμερα ζουν τέσσερα από τα παιδιά του, έχει οχτώ εγγόνια και 18 δισέγγονα, που τα χαίρεται και τον χαίρονται.
Απέκτησαν έξι παιδιά, τον Δαμιανό, το 1938, που πέθανε δύο ετών, τη Ζωή το 1940, τον Θανάση, το 1942, που πέθανε μωρό έξι μηνών, και ξανά τον Δαμιανό το 1946 και την Ελένη, το 1949.
Σήμερα ζουν τέσσερα από τα παιδιά του, έχει οχτώ εγγόνια και 18 δισέγγονα, που τα χαίρεται και τον χαίρονται.
Ανάμεσα σε αυτά που θυμόταν και τα εξιστόρησε ήταν και τα
εξής:
Η περιοχή του Ακ Νταγ Μαντέν είχε 32 χωριά, όπου οι Έλληνες
μιλούσαν ελληνικά (την ποντιακή διάλεκτο). Μόνο σε λίγα μιλούσαν τουρκικά. Στο
Ακ Νταγ Μαντέν, που υπαγόταν στην Υοσγάτη, έδρευε η κεντρική διοίκηση.
Στην περιοχή λειτουργούσαν πολλά κεραμοποιεία, καλλιεργούνταν ο καπνός, το καλαμπόκι, το σιτάρι, καθώς και τα ρεβύθια και οι φακές, που τα πωλούσαν σε διπλάσια, σχεδόν τιμή από ότι το σιτάρι και το καλαμπόκι, και είχε πολλά μαγαζιά.
Στην περιοχή λειτουργούσαν πολλά κεραμοποιεία, καλλιεργούνταν ο καπνός, το καλαμπόκι, το σιτάρι, καθώς και τα ρεβύθια και οι φακές, που τα πωλούσαν σε διπλάσια, σχεδόν τιμή από ότι το σιτάρι και το καλαμπόκι, και είχε πολλά μαγαζιά.
Βασική απασχόληση των κατοίκων ήταν στα ορυχεία, από όπου έβγαζαν μετάλλευμα. Γι’ αυτό υπήρχαν παντού στοές.
Σε όλα τα χωριά λειτουργούσαν δημοτικά σχολεία και
εκκλησίες. Τα παιδιά φοιτούσαν στο γυμνάσιο του Ακ Νταγ Μαντέν.
Όλα τα σπίτια διέθεταν δώματα. Τα έστρωναν με ξύλα, έριχναν
μετά κλαδιά και φύλλα από θάμνους, καθώς και χώμα, τα έβρεχαν και τα
κυλίνδριζαν, με μαρμάρινο ή πέτρινο κύλινδρο, δίνοντας κλίση για να τρέχουν
τα βροχόνερα, για να στρωθεί καλά το σκέπασμα.
Τα περισσότερα χωριά ήταν ορεινά, σε μεγάλο υψόμετρο, πάνω
από 1.200 μέτρα. Έπιανε χιόνι, τον χειμώνα,
πάνω από ένα μέτρο. Ο χειμώνας ήταν βαρύς. Αυτοί που είχαν ζώα, για να τα
ποτίσουν άνοιγαν τον δρόμο από τα χιόνια. Το
ίδιο άνοιγαν τον δρόμο μέχρι τα αποχωρητήρια των σπιτιών τους που βρίσκονταν
στις αυλές.
Με τους μουσουλμάνους, τα παλιά χρόνια, ζούσαν αρμονικά.
Ούτε διωγμοί ούτε σκοτωμοί. Τα τελευταία χρόνια, πριν από την ανταλλαγή των πληθυσμών, δημιουργήθηκε το αντάρτικο. Αρχηγός των παλλικαριών της περιοχής ήταν ο
Σιαχπαντέρ.
Υπήρχε και ένας Έλληνας δικαστής, από τους κλωστούς (εξισλαμισθέντες), ο Πάσιο Παζακίδης, που έλεγε ότι, όποιος σκοτώσει Έλληνα, θα πάρει 300 παγκανότες (υποδιαίρεση της χρυσής τουρκικής λίρας). Σε κάποιον που του είπαν να σκοτώσει Έλληνα, για να πάρει το ποσό, αυτός τους είπε: "Εγώ άνθρωπο δεν σκοτώνω, πάρτε τα λεφτά σας πίσω". Αυτός ο άνθρωπος χάθηκε.
Υπήρχε και ένας Έλληνας δικαστής, από τους κλωστούς (εξισλαμισθέντες), ο Πάσιο Παζακίδης, που έλεγε ότι, όποιος σκοτώσει Έλληνα, θα πάρει 300 παγκανότες (υποδιαίρεση της χρυσής τουρκικής λίρας). Σε κάποιον που του είπαν να σκοτώσει Έλληνα, για να πάρει το ποσό, αυτός τους είπε: "Εγώ άνθρωπο δεν σκοτώνω, πάρτε τα λεφτά σας πίσω". Αυτός ο άνθρωπος χάθηκε.
«Τα πρώτα χρόνια που πήγα στο σχολείο, έμαθα λίγα γράμματα.
Έμαθα το αλφαβητάριο και συλλάβιζα μερικές λέξεις. Έφυγα από τον Πόντο οχτώμισι
χρονών. Το δημοτικό, που ήταν οχτατάξιο, το τελείωσα στο Δυτικό. Γυμνάσιο δεν
πήγα, γιατί έπρεπε να πάω στα Γιαννιτσά ή στη Γουμένισσα, που είναι σχετικά
κοντά. Θα πήγαινα με τα πόδια, γιατί αυτοκίνητα δεν υπήρχαν. Είμαι
ευχαριστημένος που τελείωσα το δημοτικό. Πολλοί δεν το τελείωσαν.
Οι γονείς μου έφυγαν από το Ακ Νταγ Μαντέν πριν από την
ανταλλαγή με δικά τους έξοδα. Έφυγαν με κάρα σκεπασμένα με αντίσκηνα. Τα κάρα
τα τραβούσαν άλογα και ήταν εφοδιασμένα με όσα
πράγματα χρειάζονταν. Πήγαν μέχρι την Άγκυρα, σε μία εβδομάδα»
Σε τρία χωριά που πέρασαν έμεναν Τάταροι οπλισμένοι. Αυτοί
τους βοήθησαν με τρόφιμα. Ήταν και αυτοί εναντίον των Τούρκων, ήταν ρωσικής
καταγωγής.
Στην Άγκυρα έμειναν λίγες ημέρες, ώσπου να βρουν τρένο για την Κωνσταντινούπολη. Την οικογένεια αποτελούσαν ο πατέρας, η μάνα, τρία αγόρια και ένα κορίτσι. Τους έβαλαν στο τρένο. Στη διαδρομή, πέθανε το κορίτσι.
Όταν έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη, τους έβαλαν στο νοσοκομείο του Μπαλουκλί. Ήταν καθαρά και υπήρχε πολύς κόσμος. Στο νοσοκομείο έμειναν είκοσι ημέρες. Εκεί πέθανε το αγόρι των τριών χρόνων. Τους κατέβασαν στην παραλία, για να περιμένουν καράβι. Ήρθε ένα μεγάλο καράβι, στο οποίο έβαλαν πολύ κόσμο. Τους κατέβασαν στον Πειραιά, όπου έμειναν 3-4 ημέρες και πέρασαν από λοιμοκαθαρτήριο. Τους έκοψαν τα μαλλιά, άντρες, γυναίκες και παιδιά, όπως κουρεύουν τα πρόβατα. Είχαν ψείρες. Τα ρούχα τους τα πέρασαν από κλίβανο.
Από τον Πειραιά, τους πήγαν στο νησάκι Άγιος Γεώργιος. Μόλις ήρθε το πρώτο πλοίο που είχε προορισμό να κατεβάσει κόσμο σε διάφορα νησιά. Πήγαν πρώτα στην Αλεξανδρούπολη και από εκεί στη Θεσσαλονίκη, όπου τους κατέβασαν και τους πήγαν στο Χαρμάνκιοϊ (Ελευθέριο - Κορδελιό). Εκεί τους εγκατέστησαν σε σκηνές.
Κάποιους άλλους τους πήγαν στην Καλαμαριά. Στο Χαρμάνκιοϊ, η Πρόνοια φρόντιζε να τους δίνει κάτι ψίχουλα για να ζήσουν. Εκεί βρήκαν και τα δύο κοριτσάκια της θείας τους και τα πήραν και αυτά, γιατί οι γονείς τους πέθαναν. Έμειναν εκεί αρκετό καιρό. Συγκρότησαν οι μεγάλοι επιτροπές. Οι επιτροπές πήγαιναν στα χωριά για να διαλέξουν πού θα μείνουν. «Οι δικοί μας», λέει ο Σάββας Χατζημωυσιάδης, «πήγαν στη Δράμα, Σέρρες, όπου βρήκαν καλά μέρη.
Κατέληξαν να πάνε στο Στρυμονοχώρι, όπου είχε άφθονα νερά χωράφια πολλά, μερικά ποτιστικά, και κοντά βουνό από όπου θα είχαν ξύλα».
Τελικά, δεν θέλησαν να πάνε εκεί, γιατί, τότε, υπήρχε μόνον τρένο ή με τα πόδια. Αν έβρισκαν κανένα φορτηγό, είχαν πρόβλημα με τις βροχές, γιατί ήταν φθινόπωρο και είχε πολλές λάσπες.
Στο διάστημα αυτό πέθαναν από τις κακουχίες τα δύο κοριτσάκια της θείας.. Πέθανε και ο ένας αδελφός και μετά και η μάνα τους. Έμεινε ο Σάββας με τον πατέρα του.
Η επιτροπή πήγε στα Γιαννιτσά, που είχαν ακόμη τη λίμνη. Αυτό τους έκανε σκεφτικούς. Ο δήμαρχος Γιαννιτσών κατάλαβε ότι είναι πρόσφυγες και τους είπε να πάνε στο χωριό σλαβόφωνο χωριό Κονίκοβο, που ήταν ορεινό και είχε τρεχούμενα νερά.
Το χωριό το ονόμασαν μετά Στοίβα, γιατί τα σπίτια ήταν χτισμένα το ένα πολύ κοντά στο άλλο, σαν στοιβαγμένα. Αλλά και αυτό το όνομα το άλλαξαν και ονόμασαν Δυτικό, γιατί το Στοίβα είχε και στην περιοχή Λαγκαδά (Στίβος) και μπέρδευαν τα γράμματα.
Τότε είχε μόνον 150 κατοίκους, από τους οποίους ορισμένοι ήρθαν νωρίτερα από τη Σαμψούντα. Τότε, το Δυτικό υπαγόταν στα Άθυρα, όπου είχαν εγκατασταθεί πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη και πήραν τα καλύτερα μέρη. Όλο τον κάμπο, που είχε κοντά το μεγάλο ποτάμι για πότισμα.
«Όταν ήρθαμε εδώ», λέει ο Σάββας,ο πατέρας μου έκανε νερόμυλο έξω από το χωριό, που υπάρχει ακόμη. Μέσα στο χωριό υπήρχε άλλος νερόμυλος, με νερό από το ποτάμι που κατέβαινε από το βουνό Πάικο. Ο πατέρας μου, μετά από ενάμισι χρόνο, παντρεύτηκε και απέκτησε άλλα δύο κορίτσια και ένα αγόρι. Εδώ μας έδωσαν κλήρο, χωράφια στα οποία καλλιεργούσαμε στην αρχή καπνά και μετά κάναμε βαμβάκια ποτιστικά.
Στο χωριό είχαμε σαράντα πομόνες ιδιωτικές και άλλες 30 κοινοτικές . Τώρα, στο ποτάμι έφτιαξαν και φράγμα για το πότισμα των χωραφιών.
Η ζωή στο χωριό έως το 1940, ήταν πολύ δύσκολη. Είχε πολλή φτώχεια. Το μόνο που δεν έλειψε ήταν το ψωμί. Από όλα τα άλλα είχαν μεγάλη έλλειψη. Δεν υπήρχαν, επίσης, ούτε δρόμοι ούτε λεωφορεία. Χρησιμοποιούσαν για τις μεταφορές μόνο κάρα και γαϊδουράκια.
Πήγαιναν με τα πόδια και σε αποστάσεις δέκα και δεκαπέντε χιλιομέτρων. Πήγαιναν στη Γουμένισσα και στα Γιαννιτσά. για τη Θεσσαλονίκη ούτε λόγος.
Τα τελευταία που είπε ο Σάββας Χατζημωυσιάδης ήταν να μην ξαναγίνει πόλεμος και κυρίως εμφύλιος. «Σήμερα ζούμε ανθρώπινα και μακάρι να είναι έτσι σε όλο τον κόσμο».
Στην Άγκυρα έμειναν λίγες ημέρες, ώσπου να βρουν τρένο για την Κωνσταντινούπολη. Την οικογένεια αποτελούσαν ο πατέρας, η μάνα, τρία αγόρια και ένα κορίτσι. Τους έβαλαν στο τρένο. Στη διαδρομή, πέθανε το κορίτσι.
Όταν έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη, τους έβαλαν στο νοσοκομείο του Μπαλουκλί. Ήταν καθαρά και υπήρχε πολύς κόσμος. Στο νοσοκομείο έμειναν είκοσι ημέρες. Εκεί πέθανε το αγόρι των τριών χρόνων. Τους κατέβασαν στην παραλία, για να περιμένουν καράβι. Ήρθε ένα μεγάλο καράβι, στο οποίο έβαλαν πολύ κόσμο. Τους κατέβασαν στον Πειραιά, όπου έμειναν 3-4 ημέρες και πέρασαν από λοιμοκαθαρτήριο. Τους έκοψαν τα μαλλιά, άντρες, γυναίκες και παιδιά, όπως κουρεύουν τα πρόβατα. Είχαν ψείρες. Τα ρούχα τους τα πέρασαν από κλίβανο.
Από τον Πειραιά, τους πήγαν στο νησάκι Άγιος Γεώργιος. Μόλις ήρθε το πρώτο πλοίο που είχε προορισμό να κατεβάσει κόσμο σε διάφορα νησιά. Πήγαν πρώτα στην Αλεξανδρούπολη και από εκεί στη Θεσσαλονίκη, όπου τους κατέβασαν και τους πήγαν στο Χαρμάνκιοϊ (Ελευθέριο - Κορδελιό). Εκεί τους εγκατέστησαν σε σκηνές.
Κάποιους άλλους τους πήγαν στην Καλαμαριά. Στο Χαρμάνκιοϊ, η Πρόνοια φρόντιζε να τους δίνει κάτι ψίχουλα για να ζήσουν. Εκεί βρήκαν και τα δύο κοριτσάκια της θείας τους και τα πήραν και αυτά, γιατί οι γονείς τους πέθαναν. Έμειναν εκεί αρκετό καιρό. Συγκρότησαν οι μεγάλοι επιτροπές. Οι επιτροπές πήγαιναν στα χωριά για να διαλέξουν πού θα μείνουν. «Οι δικοί μας», λέει ο Σάββας Χατζημωυσιάδης, «πήγαν στη Δράμα, Σέρρες, όπου βρήκαν καλά μέρη.
Κατέληξαν να πάνε στο Στρυμονοχώρι, όπου είχε άφθονα νερά χωράφια πολλά, μερικά ποτιστικά, και κοντά βουνό από όπου θα είχαν ξύλα».
Τελικά, δεν θέλησαν να πάνε εκεί, γιατί, τότε, υπήρχε μόνον τρένο ή με τα πόδια. Αν έβρισκαν κανένα φορτηγό, είχαν πρόβλημα με τις βροχές, γιατί ήταν φθινόπωρο και είχε πολλές λάσπες.
Στο διάστημα αυτό πέθαναν από τις κακουχίες τα δύο κοριτσάκια της θείας.. Πέθανε και ο ένας αδελφός και μετά και η μάνα τους. Έμεινε ο Σάββας με τον πατέρα του.
Η επιτροπή πήγε στα Γιαννιτσά, που είχαν ακόμη τη λίμνη. Αυτό τους έκανε σκεφτικούς. Ο δήμαρχος Γιαννιτσών κατάλαβε ότι είναι πρόσφυγες και τους είπε να πάνε στο χωριό σλαβόφωνο χωριό Κονίκοβο, που ήταν ορεινό και είχε τρεχούμενα νερά.
Το χωριό το ονόμασαν μετά Στοίβα, γιατί τα σπίτια ήταν χτισμένα το ένα πολύ κοντά στο άλλο, σαν στοιβαγμένα. Αλλά και αυτό το όνομα το άλλαξαν και ονόμασαν Δυτικό, γιατί το Στοίβα είχε και στην περιοχή Λαγκαδά (Στίβος) και μπέρδευαν τα γράμματα.
Τότε είχε μόνον 150 κατοίκους, από τους οποίους ορισμένοι ήρθαν νωρίτερα από τη Σαμψούντα. Τότε, το Δυτικό υπαγόταν στα Άθυρα, όπου είχαν εγκατασταθεί πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη και πήραν τα καλύτερα μέρη. Όλο τον κάμπο, που είχε κοντά το μεγάλο ποτάμι για πότισμα.
«Όταν ήρθαμε εδώ», λέει ο Σάββας,ο πατέρας μου έκανε νερόμυλο έξω από το χωριό, που υπάρχει ακόμη. Μέσα στο χωριό υπήρχε άλλος νερόμυλος, με νερό από το ποτάμι που κατέβαινε από το βουνό Πάικο. Ο πατέρας μου, μετά από ενάμισι χρόνο, παντρεύτηκε και απέκτησε άλλα δύο κορίτσια και ένα αγόρι. Εδώ μας έδωσαν κλήρο, χωράφια στα οποία καλλιεργούσαμε στην αρχή καπνά και μετά κάναμε βαμβάκια ποτιστικά.
Στο χωριό είχαμε σαράντα πομόνες ιδιωτικές και άλλες 30 κοινοτικές . Τώρα, στο ποτάμι έφτιαξαν και φράγμα για το πότισμα των χωραφιών.
Η ζωή στο χωριό έως το 1940, ήταν πολύ δύσκολη. Είχε πολλή φτώχεια. Το μόνο που δεν έλειψε ήταν το ψωμί. Από όλα τα άλλα είχαν μεγάλη έλλειψη. Δεν υπήρχαν, επίσης, ούτε δρόμοι ούτε λεωφορεία. Χρησιμοποιούσαν για τις μεταφορές μόνο κάρα και γαϊδουράκια.
Πήγαιναν με τα πόδια και σε αποστάσεις δέκα και δεκαπέντε χιλιομέτρων. Πήγαιναν στη Γουμένισσα και στα Γιαννιτσά. για τη Θεσσαλονίκη ούτε λόγος.
Τα τελευταία που είπε ο Σάββας Χατζημωυσιάδης ήταν να μην ξαναγίνει πόλεμος και κυρίως εμφύλιος. «Σήμερα ζούμε ανθρώπινα και μακάρι να είναι έτσι σε όλο τον κόσμο».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου