Ο ΣΙΠΟΝ

Κυριακή 5 Μαΐου 2013


Ονομαζόταν και μολλάς γιατί ήξερε να γράφει τούρκικα, τον έλεγαν και τζιντζή γιατί ήξερε να ανοί χαρτίν  (να κάνει ξόρκια και μάγια).
Γιάμπολης ποταμός σην  Σαντά
Γι 'αυτόν ο λαός είχε την ιδέα ότι «έγιουρούτευεν τά πετζία» δηλ. έκαμνε τα δέρματα να περπατούν. Φαίνεται είχε την ικανότητα της υποβολής και του υπνωτισμού.
Μια μέρα, κατά διήγηση του Εύστ. Αληχανίδη, ενώ με μερικούς άλλους καθόταν στη θέση Αρόζ, είδαν κάτω στην ποταμιά να περνά μια γυναίκα φορτωμένη ξύλα, ένας είπε στο Σίπον: γιά σένα λένε πολλά πράγματα, εγώ δεν είδα κανένα. Μπορείς τώρα εκείνη τη γυναίκα να την κάμεις τίποτε από δω;
 — Την κάνω να πετάξει το φορτίο της και να απογυμνωθεί. Δυο λόγια ψιθύρισε κοιτάζοντας τη γυναίκα, κι εκείνη πέταξε τα ξύλα και τα ρούχα της. 
Επειδή όμως έκανε κρύο, ο Σίπον είπε: Τώρα ας την κάνω να φορέσει τα ρούχα της για να μη κρυολογήσει και γίνομε αίτιοι της αρρώστιας της. Δυο λόγια ψιθύρισε και η γυναίκα φόρεσε τα ρούχα της, φορτώθηκε τα ξύλα και ξεκίνησε.
Αυτό το άκουσαν ο Θεοδόης τη Γλίτζονος και ο Τουφάν - άγας και είπαν στο Σίπον: Εσύ δέντς τ' ομμάτια και παίεις τ' άνθρώπ'ς, και νομίζει ο κόσμος πώς κάτι ξέρεις.
 Και ο Σίπον τους είπε, την ερχομένη Κυριακή η ώρα 5 ελάτε σή Κοσμά το καφενείον και θα σας δείξω τι μπορώ νά κάμω.
Το έμαθε ο κόσμος και την Κυριακή στις 5 το καφενείο ήταν γεμάτο. Στις 5 άνοιξαν την πόρτα και ο Θεοδόης και ο Τουφάν - άγας, αλλά δεν μπήκαν μέσα.
 —Ελάτε, τούς φώναξε ο Σίπον, γιατί στέκεστε εκεί; 
—Δεν μπορούμε να περάσουμε, είπε ο Θεοδόης, μπροστά μας είναι λίμνη. 
—Βλέπετε, είπε ο  Σίπον στον κόσμο, το νερό πού έβαλα σε τσόφλι καρυδιού και τοποθέτησα εκεί τούς φάνηκε λίμνη και φοβούνται μήπως πνιγούν. 
Τους κοίταξε τότε στα μάτια και τούς είπε: 'Ελάτε τώρα γιατί ή λίμνη χάθηκε από δω. Ο Τουφάν - άγας και ο Θεοδόης κοκκίνησαν και είπαν: Καλά μας έκαμες..

Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah