Περισσότερο και από τις εκκλησίες είναι τα κάστρα που αποτελούν την πιο ισχυρή μαρτυρία για τη συνέχεια της παρουσίας ενός λαού και του πολιτισμού του σ' έναν τόπο.
Είναι τα κάστρα που διατρανώνουν τη διαχρονική επαλληλία και τη συνέχεια. Και η επαλληλία του πολιτισμού στον Πόντο ήταν πάντα μια ανεξίτηλη μαρτυρία της ελληνικότητάς του.
Ο ένας «ελληνισμός» επικαλύπτει τον άλλο. Ο παλαιοχριστιανικός - ιουστινιάνειος επικαλύπτει τα ίχνη της ελληνικής αρχαιότητας, ο βυζαντινός ελληνισμός επενδύει την παλαιοχριστιανική φάση.
Αποτελεί μεγάλο ευτύχημα ότι στον Πόντο σώθηκαν σε πάρα πολύ κατάσταση πολλά δείγματα - μαρτυρίες του αμυντικού συστήματος: τειχισμένες πολιτείες, κάστρα, δυναμάρια και καλέδες. Μόνον που έχουν παραμείνει άγνωστα τα περισσότερα.
Και είναι η ομορφιά των ερειπίων που σε συνεπαίρνει, λές και έχει μέσα της μια μαγική γοητεία. Πρόκειται για μια μυστηριώδη έλξη που μαγνητίζει τον ερευνητή των χαλασμάτων και τον στρατοκόπο εραστή των ερημικών τόπων.
Εκεί, στις ακροπόλεις αυτές του ελληνισμού έχουν ξεχαστεί οι πολυτιμότερες μνήμες της βυζαντινής ρωμιοσύνης. Τα ερείπια και οι λιθοσωροί έχουν παραμείνει τοποτηρητές της ιστορίας.
Ας αφήσουμε, όμως, τον μεγάλο Μικρασιάτη (Αϊβαλιώτη) λογοτέχνη και ζωγράφο, τον Φώτη Κόντογλου να μας περιγράψει με τον απαράμιλλο τρόπο του τα αισθήματα και τις εντυπώσεις του από τις κοπιαστικές περιοδείες του ανάμεσα στα ιερά χαλάσματα του ελληνισμού, όπως τα περιγράφει στον Καστρολόγο του (έκδοση με επιμέλεια I. Μ. Χατζηφώτη, Αθήνα 1987, σ. 18, 19):
«Ο τόπος μας είναι γεμάτος κάστρα και πύργους. Περνάς από ερημιές, από ντερβένια άγρια και βλέπεις απάνου στα βουνά και στους γκρεμνούς χτισμένα τειχιά νεροφαγωμένα που στέκονται βουβά και αμίλητα.
Τα πιο πολλά από την πολυκαιρία έχουνε γίνει ένα με τον βράχο και δεν τα ξεχωρίζει το μάτι από μακρυά πως είναι χτισμένα από τον άνθρωπο. Το χτίσμα τ' ανθρώπου έγινε ένα με το χτίσμα του θεού.
Η γης μας η γερασμένη πατήθηκε από λογής - λογής έθνη. Απάνω στα πρώτα, στα πιο αρχαία θεμέλια, χτίσανε οι κατοπινοί ντόπιοι και ξένοι... κι' επειδή οι ξένοι στρατιώτες δεν μπορούσανε να πούνε σωστά τα ονόματα που είχανε παλαιόθεν αυτά τα κάστρα, γιατί δεν γύριζε η γλώσσα τους, τα λέγανε παραμορφωμένα...»
Το πόσο συντηρητική είναι η παράδοση και το πόσο οι "ονομασίες" και τα τοπωνύμια είναι ιερά το δείχνει η ονομασία της βυζαντινής επισκοπής της Χαλδίας, τον 14ο αιώνα, που διατήρησε το πανάρχαιο όνομα των αρχαίων Χάλδων που αποτέλεσαν ένα πανάρχαιο πολιτιστικό υπόστρωμα στο φυλετικό αμάλγαμα της ευρύτερης περιοχής.
Και των Χάλδων το εθνικό όνομα πιστεύουν οι ειδικοί επιστήμονες ότι προέρχεται από την πανάρχαια ηλιακή θεότητα των Ούραρτ (των Αλαροδίων της Βίβλου) τον Χαλντ που λατρευόταν στις ψηλές βουνοκορφές του Πόντου.
0 Πόντος είναι χώρα κατεξοχήν ορεινή. Από τα έσχατα βόρεια άκρα εκεί στο Βαθύ (Βατούμ) στις εκβολές του Άκαμψη, εκεί στην Καραμβία Άκρα της αρχαιότητας ο Παρύανδρος αποτελεί τη συνέχεια της πανύψηλης οροσειράς του Καυκάσου (οι Ποντιακές Άλπεις). Τη διαρκή ελληνική παρουσία στην περιοχή αποδείχνουν και οι συχνές ονομασίες Γκιαβούρ Νταγ επάνω από την Αργυρούπολη, Γκιαβούρ Νταγλαρί (3000 μ.), Ακ Νταγ (3250 μ.), Τσαχίλ Νταγ, Χατς Νταγ (3290) και άλλα πανύψηλα γυμνά ή δασωμένα βουνά που κρύβουν, αλλοιώνουν ή μεταφράζουν πανάρχαιες ελληνικές ονομασίες. Από τις κορυφές των ποντιακών βουνών πηγάζουν τα μεγάλα ιστορικά ποτάμια του Πόντου.
Οι οχυρωμένες πολιτείες και τα κάστρα του Πόντου δεν συνδέονται μόνο με πολεμικά γεγονότα και ανυπέρβλητες πράξεις ηρωισμού. Ήταν τείχη και δυναμάρια που προστάτευαν το μόχθο και την προκοπή των Ρωμιών, ήταν πατρίδες τόσων και τόσων ανδρών, που τίμησαν το ελληνικό πνεύμα και τα ελληνικά γράμματα, πατρίδες πολλών πατέρων της ορθοδοξίας, που και ο τόπος τους, αλλά ιδιαίτερα ο ελλαδικός ελληνισμός τους οφείλει πολλά.
Στα έσχατα χρόνια της βυζαντινής αυτοκρατορίας, με τη συρρίκνωση που είχε υποστεί η αυτοκρατορία του Πόντου, η διοικητική διαίρεση αποτελεί εύγλωττη μαρτυρία της αμυντικής μέριμνας και οργάνωσης του ποντιακού ελληνισμού.
Έτσι βλέπουμε τον Πόντο να διαιρείται σε θέματα και βάνδα, όπως:
το θέμα της Μεγάλης Λαζίας
και τα βάνδα: Ριζαίοι (με κάστρα Ζέρελη, Ριζαίου, Μάπαυρη),
Σουρμένων (με κάστρα: Χότζης, Δρύωνα και Γήμωρα),
βάνδον Παλαιοματζουκαίων,
το θέμα Χαλδίας (με κάστρα: Τζανίχα, Σορώχαινα και Άτρα),
το βάνδον Τρικωμίας (με κάστρα: Μάγερη, Χώροβη, Κιθάραινα, Αχάντα, Πλάτανα)
και το βάνδον της Τραπεζούντας.
Είναι τα κάστρα που διατρανώνουν τη διαχρονική επαλληλία και τη συνέχεια. Και η επαλληλία του πολιτισμού στον Πόντο ήταν πάντα μια ανεξίτηλη μαρτυρία της ελληνικότητάς του.
Ο ένας «ελληνισμός» επικαλύπτει τον άλλο. Ο παλαιοχριστιανικός - ιουστινιάνειος επικαλύπτει τα ίχνη της ελληνικής αρχαιότητας, ο βυζαντινός ελληνισμός επενδύει την παλαιοχριστιανική φάση.
Αποτελεί μεγάλο ευτύχημα ότι στον Πόντο σώθηκαν σε πάρα πολύ κατάσταση πολλά δείγματα - μαρτυρίες του αμυντικού συστήματος: τειχισμένες πολιτείες, κάστρα, δυναμάρια και καλέδες. Μόνον που έχουν παραμείνει άγνωστα τα περισσότερα.
Και είναι η ομορφιά των ερειπίων που σε συνεπαίρνει, λές και έχει μέσα της μια μαγική γοητεία. Πρόκειται για μια μυστηριώδη έλξη που μαγνητίζει τον ερευνητή των χαλασμάτων και τον στρατοκόπο εραστή των ερημικών τόπων.
Εκεί, στις ακροπόλεις αυτές του ελληνισμού έχουν ξεχαστεί οι πολυτιμότερες μνήμες της βυζαντινής ρωμιοσύνης. Τα ερείπια και οι λιθοσωροί έχουν παραμείνει τοποτηρητές της ιστορίας.
Ας αφήσουμε, όμως, τον μεγάλο Μικρασιάτη (Αϊβαλιώτη) λογοτέχνη και ζωγράφο, τον Φώτη Κόντογλου να μας περιγράψει με τον απαράμιλλο τρόπο του τα αισθήματα και τις εντυπώσεις του από τις κοπιαστικές περιοδείες του ανάμεσα στα ιερά χαλάσματα του ελληνισμού, όπως τα περιγράφει στον Καστρολόγο του (έκδοση με επιμέλεια I. Μ. Χατζηφώτη, Αθήνα 1987, σ. 18, 19):
«Ο τόπος μας είναι γεμάτος κάστρα και πύργους. Περνάς από ερημιές, από ντερβένια άγρια και βλέπεις απάνου στα βουνά και στους γκρεμνούς χτισμένα τειχιά νεροφαγωμένα που στέκονται βουβά και αμίλητα.
Τα πιο πολλά από την πολυκαιρία έχουνε γίνει ένα με τον βράχο και δεν τα ξεχωρίζει το μάτι από μακρυά πως είναι χτισμένα από τον άνθρωπο. Το χτίσμα τ' ανθρώπου έγινε ένα με το χτίσμα του θεού.
Το πόσο συντηρητική είναι η παράδοση και το πόσο οι "ονομασίες" και τα τοπωνύμια είναι ιερά το δείχνει η ονομασία της βυζαντινής επισκοπής της Χαλδίας, τον 14ο αιώνα, που διατήρησε το πανάρχαιο όνομα των αρχαίων Χάλδων που αποτέλεσαν ένα πανάρχαιο πολιτιστικό υπόστρωμα στο φυλετικό αμάλγαμα της ευρύτερης περιοχής.
Και των Χάλδων το εθνικό όνομα πιστεύουν οι ειδικοί επιστήμονες ότι προέρχεται από την πανάρχαια ηλιακή θεότητα των Ούραρτ (των Αλαροδίων της Βίβλου) τον Χαλντ που λατρευόταν στις ψηλές βουνοκορφές του Πόντου.
0 Πόντος είναι χώρα κατεξοχήν ορεινή. Από τα έσχατα βόρεια άκρα εκεί στο Βαθύ (Βατούμ) στις εκβολές του Άκαμψη, εκεί στην Καραμβία Άκρα της αρχαιότητας ο Παρύανδρος αποτελεί τη συνέχεια της πανύψηλης οροσειράς του Καυκάσου (οι Ποντιακές Άλπεις). Τη διαρκή ελληνική παρουσία στην περιοχή αποδείχνουν και οι συχνές ονομασίες Γκιαβούρ Νταγ επάνω από την Αργυρούπολη, Γκιαβούρ Νταγλαρί (3000 μ.), Ακ Νταγ (3250 μ.), Τσαχίλ Νταγ, Χατς Νταγ (3290) και άλλα πανύψηλα γυμνά ή δασωμένα βουνά που κρύβουν, αλλοιώνουν ή μεταφράζουν πανάρχαιες ελληνικές ονομασίες. Από τις κορυφές των ποντιακών βουνών πηγάζουν τα μεγάλα ιστορικά ποτάμια του Πόντου.
![]() |
| Εξώτειχα Τραπεζούντας |
Στα έσχατα χρόνια της βυζαντινής αυτοκρατορίας, με τη συρρίκνωση που είχε υποστεί η αυτοκρατορία του Πόντου, η διοικητική διαίρεση αποτελεί εύγλωττη μαρτυρία της αμυντικής μέριμνας και οργάνωσης του ποντιακού ελληνισμού.
Έτσι βλέπουμε τον Πόντο να διαιρείται σε θέματα και βάνδα, όπως:
το θέμα της Μεγάλης Λαζίας
και τα βάνδα: Ριζαίοι (με κάστρα Ζέρελη, Ριζαίου, Μάπαυρη),
Σουρμένων (με κάστρα: Χότζης, Δρύωνα και Γήμωρα),
βάνδον Παλαιοματζουκαίων,
το θέμα Χαλδίας (με κάστρα: Τζανίχα, Σορώχαινα και Άτρα),
το βάνδον Τρικωμίας (με κάστρα: Μάγερη, Χώροβη, Κιθάραινα, Αχάντα, Πλάτανα)
και το βάνδον της Τραπεζούντας.
Τα κάστρα του Πόντου είναι σκαρφαλωμένα σε βουνά πετρώδη, σε άξενα τραχώνια, σε θέσεις απροσπέλαστες, σε τόπους μαδαρούς, η επισήμανση και η καταγραφή τους αποτελεί ύψιστο καθήκον του ποντιακού ελληνισμού, σπουδαίο όσο και η διαφύλαξη, συγκέντρωση και καταγραφή του υλικού των θρησκευτικών μνημείων, των ηθών και των εθίμων.
Νίκος Κ. Μουτσόπουλος
Από την εισήγηση του στο Β' Παγκόσμιο του Ποντιακού Ελληνισμού (31 Ιούλη -7 Αυγούστου στη Θεσσαλονίκη)
Από την εισήγηση του στο Β' Παγκόσμιο του Ποντιακού Ελληνισμού (31 Ιούλη -7 Αυγούστου στη Θεσσαλονίκη)











Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου