ΤΟ
ΠΑΛΙΡΡΟΙΑΚΟ ΚΥΜΑ του γυρισμού των Ποντίων στη χώρα τους, που είχε αρχίσει
αμέσως μετά την ανακωχή, κορυφώθηκε την άνοιξη του 1919. Όλα τα λιμάνια του
Πόντου δέχονταν αυτόν τον καιρό τα πλήθη των προσφύγων που είχαν ζητήσει άσυλο
στην ομόδοξη Ρωσία, στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Οι Πόντιοι πατριώτες
επέστρεφαν στα σπίτια τους για να δώσουν το παρόν στο προσκλητήριο της
πατρίδας τους και να διαθέσουν τις δυνάμεις τους στη μεγάλη προσπάθεια της
φυλής.
Ανάμεσα
σ' αυτούς ήταν και ο νεαρός Γιαννίκος Γαρουφαλίδης, που στα χρόνια του πολέμου
σπούδαζε Νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και του Παρισιού.
Είχε ξεσηκωθεί κι αυτός τελευταία από την
κίνηση των Ποντίων της Γαλλίας για την ανεξαρτησία της πατρίδας του και
αποφάσισε να γυρίσει στη Σαμψούντα. Κατέβηκε λοιπόν στην Πόλη και μια
απριλιάτικη μέρα μπήκε στο ατμόπλοιο «Ιωάννα» που ξεκινούσε για τον Πόντο.
Το
πλεούμενο τούτο ήταν γεμάτο από πατριώτες του της Πόλης και από μέλη μιας
αποστολής του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού που μετέφεραν τρόφιμα, ρούχα και
φάρμακα για να τα μοιράσουν στους άπορους και εξαθλιωμένους από τα χτυπήματα
τού πολέμου Ρωμιούς.
Βγαίνοντας
από το Βόσπορο, το καράβι ανοίχτηκε στο πέλαγος και άρχισε να διασχίζει τα νερά
της Μαύρης Θάλασσας. Ο Γιαννίκος βολτάριζε στο κατάστρωμα και έπιανε
κουβέντα με τους επιβάτες και τούς ναύτες. Μέσα σε λίγες ώρες έκανε τη γνωριμία
πολλών απλών και μερικών ξεχωριστών ανθρώπων.
Ανάμεσα
στους τελευταίους ήταν ο δημοσιογράφος Σκυλούδης πού ήθελε να γνωρίσει την
κατάσταση στον Πόντο, ο καθηγητής Πετμεζάς, που τον έστελνε το
«Πατριωτικό Ίδρυμα» για να επιβλέψει στο μοίρασμα των τροφίμων, των ρούχων
και των φαρμάκων και ο Πινιάτογλου, πρόεδρος της «Επιτροπής Ποντίων
Κωνσταντινουπόλεως».
Μα η
προσωπικότητα που ξεχώριζε αμέσως με την επιβλητικότητα της ήταν o Μητροπολίτης
Αμασείας και Αμισού Γερμανός Καραβαγγέλης. Όπως έμαθε ο Γιαννίκος, o Δεσπότης
γυρνούσε στην έδρα του, στη Σαμψούντα, έπειτα από εξορία ενός χρόνου στην Πόλη,
όπου οι Τούρκοι τον είχαν κλεισμένο στη φυλακή.
Μετά από μια
στάση στην Ποντοηράκλεια και άλλη μια στην Ινέπολη της Παφλαγονίας, το «Ιωάννα»
σίμωσε στη Σινώπη. Ο Γιαννίκος έμεινε θαμπωμένος από την ομορφιά της πόλης που,
χτισμένη πάνω σε μια μικρή χερσόνησο και τριγυρισμένη από τα ψηλά μεσαιωνικά
τείχη της, φάνταζε σαν βασίλισσα με κορώνα το μεγαλόπρεπο φρούριο της.
Μια
περηφάνια τον κυρίευσε για το διαμάντι τούτο της Μαύρης Θάλασσας, που η ίδρυση
του και η ιστορία του έφτανε ως τον όγδοο αιώνα προ Χριστού, όταν οι άποικοι
της Ελληνικής Ιωνίας την έχτισαν σαν πρώτη αποικία τους στον Εύξεινο
Πόντο.
Μα η γοητεία
και η περηφάνια που ένιωσε για την τρισχιλιόχρονη σχεδόν Σινώπη, διαλύθηκε
μονομιάς, όταν αντίκρισε τη ρωμαίικη συνοικία της πόλης που ήταν γκρεμισμένη
και σχεδόν ισοπεδωμένη.
Όπως
έμαθε αμέσως, το κακό έγινε μετά την εξορία του πληθυσμού της στο Μποϊβάτ. Οι
Τούρκοι, έπεσαν σα λύκοι πάνω στα σπίτια και τα λεηλάτησαν, ξηλώνοντας ακόμα
και τις στέγες και τους τοίχους! Τα ρήμαξαν σα να μην ήταν να ξαναγυρίσουν
πίσω οι νοικοκύρηδές τους.
Ωστόσο οι
Σινωπίτες που είχαν γυρίσει ζωντανοί στην πατρίδα τους, προσπάθησαν να
ξαναρχίσουν τη ζωή τους μέσα σε αφάνταστες δυσκολίες. Βλέποντας τώρα την
ελληνική σημαία στο κατάρτι του πλοίου, συγκινήθηκαν και τόλμησαν να έρθουν
στην παραλία για να υποδεχτούν τους επιβάτες. Ο Γιαννίκος μπήκε
σε μια βάρκα, μαζί με τα μέλη της Επιτροπής που συνόδευαν το υλικό της
περίθαλψης, και αποβιβάστηκε στο λιμάνι.
Ως την ώρα
που θα τελείωνε το μοίρασμα των πραγμάτων, έκανε μια βόλτα στην πόλη και με
σφιγμένη την ψυχή αντίκρισε το θλιβερό θέαμα της καταστροφής.
![]() |
| Πάφρα |
Ήταν σα να
σάρωσε τον τόπο ένας δυνατός σεισμός. Η θλίψη του μεγάλωσε όταν διαπίστωσε ότι η
θεομηνία του πολέμου δεν κατέστρεψε μόνο τα άψυχα σπίτια, μα και τις φαμίλιες,
που τα υπολείμματα τους κυκλοφορούσαν στους δρόμους σε πανάθλια κατάσταση.
Οι Ρωμιοί
τούτοι, που άλλοτε κυριαρχούσαν στην αγορά της πόλης και έκαναν εντύπωση
για την πολιτισμένη τους εμφάνιση και συμπεριφορά, τώρα τριγυρνούσαν σαν
τρομαγμένα πουλιά, πού έχασαν τις φωλιές τους και πολεμούσαν να τρυπώσουν, όπως-όπως,
σε καμιά γωνιά.
Χλωμοί,
αδύνατοι και κακοντυμένοι, με βασανισμένα πρόσωπα και ανήσυχα μάτια,
προσπαθούσαν να κάνουν ό,τι μπορούν για να δείξουν τα φιλόξενα αισθήματα και τη
χαρά τους για την άφιξη του ελληνικού πλοίου.
Σε μια
εκκλησία, απ' αυτές που σώθηκαν, έγινε δοξολογία για να τιμηθεί το πρώτο
ελληνικό καράβι που έφτανε στην πόλη. Θερμή κατάνυξη και συγκίνηση κυρίεψε τους
Σινωπίτες, που κορυφώθηκε με την προσφώνηση του Δεσπότη Γερμανού. Τα λόγια του
ρωμαλέου Μητροπολίτη έδωσαν φτερά στις ψυχές και άλλαξαν τη θλιμμένη όψη τους.
Οι ελπίδες και η πίστη σε ένα μέλλον φωτεινό, όπως το διέγραφε η ομιλία
του εθνάρχη, έκαναν τα μάτια τους να λάμψουν. Πολλοί δάκρυσαν καί μερικοί
ξέσπασαν σε κλάματα λυτρωτικά.
Αργότερα όλο
το πλήθος των Ρωμιών συγκεντρώθηκε στη μεγάλη αίθουσα του σχολείου, όπου τα
παιδιά, τα περισσότερα ορφανά, τραγούδησαν διάφορα μαθητικά τραγούδια καί στο
τέλος έψαλαν τον εθνικό ύμνο. Τα χλωμά και βασανισμένα πρόσωπα των Σινωπιτών
πήραν ένα ζωηρό χρώμα και φωτίστηκαν από την πατριωτική έξαρση που τους
μετέδωσαν η μελωδία και η δραματική Αποφασιστικότητα των στίχων του εθνικού
μας ποιητή. Το βράδυ, οι επισκέπτες φιλοξενήθηκαν στα σπίτια των Ρωμιών που
έστεκαν ακόμα όρθια.
Τήν άλλη
μέρα το απόγευμα, ξαναμπήκαν στο καράβι για να συνεχίσουν το ταξίδι τους.
Πλέοντας τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας κατά τα ανατολικά, πέρασαν από την
Κέρτζε. Κατόπι γυρόφεραν το ακρωτήριο της Πάφρας και ανοίχτηκαν στα βαθιά για να
αποφύγουν τις πλατιές και άβαθες εκβολές του Άλυ ποταμού, που θόλωναν σε
απόσταση πολλών χιλιομέτρων τα νερά της θάλασσας. Συνεχίζοντας το ταξίδι τους
αδιάκοπα, έφτασαν τέλος στη Σαμψούντα.
Η καρδιά του
Γιαννίκου πήγαινε να σπάσει από συγκίνηση. Είχε τόσον καιρό να δει την πατρίδα
του, που μόλις την αντίκρισε ν' απλώνεται μεγαλόπρεπη και ωραία στον ανοιχτό
κόλπο της, αριστερά από το μακρύ και συμπαγή όγκο του Καράσαμψον, έβγαλε άθελά
του μια φωνή:
—Η Αμισός! Η
Σαμψούντα μας!
Όσο σίμωνε το
καράβι στη σκάλα του λιμανιού, τόσο πιο πολύ η σκέψη του κυριαρχιόταν από τις
μνήμες και τούς θρύλους της χαροκαμένης και ηρωικής πατρίδας του, που
αγωνίστηκε σκληρά για να σηκώσει ψηλά την τιμή της Ρωμιοσύνης όσο καμιά άλλη
πόλη του Πόντου.
Στην παραλία
ήταν μαζεμένο ένα αμέτρητο πλήθος. Όλοι οι Ρωμιοί της πόλης και των προαστίων
είχαν κατεβεί στο λιμάνι για να υποδεχτούν με εξαπτέρυγα και λάβαρα τον
πνευματικό ηγέτη τους και το ελληνικό καράβι που τον έφερνε. Στη θέα της
γαλανόλευκης σημαίας, που κυμάτιζε στο δυνατό θαλασσινό αγόρι του Πόντου, μια
βαθιά συγκίνηση δάμασε τις καρδιές τους. Το σύμβολο τούτο του έθνους που ως
τώρα κυμάτιζε μόνο στις ψυχές τους μυστικά ή πάνω στα ψηλά βουνά, ανάμεσ
α στις
κλαγγές των όπλων, τώρα τους χαιρετούσε μέσα από το λιμάνι τους.
Ο
ενθουσιασμός τους γινόταν ολοένα και πιο ακράτητος, ώσπου ξέσπασε σε
ζητωκραυγές και αδιάκοπα χειροκροτήματα. Την ίδια στιγμή οι καμπάνες της Αγίας
Τριάδας άρχισαν να ηχούν χαρμόσυνα!. . .
Ο Σκουλούδης
που βρισκόταν δίπλα στο Γιαννίκο, έμεινε κατάπληκτος από τήν υποδοχή.
— Φίλε μου,
Γαρουφαλίδη, είπε συγκινημένος, εδώ είναι η αληθινή Ελλάδα. Πρέπει να ομολογήσω
ότι ερχόμενος στον Πόντο, φανταζόμουν ότι απομακρυνόμουν από την Ελλάδα. Έν
τούτοις, βλέπω ότι θα μπορούσα να πω με σιγουριά πως έρχομαι προς την Ελλάδα.
— Και
να σκεφτεί κανείς, πρόσθεσε ο Γιαννίκος, ότι ο τόπος αυτός έπαθε τις πιο
φοβερές συμφορές, τα πιο απάνθρωπα μαρτύρια. Από τα διακόσια πενήντα χωριά της
περιφέρειας Σαμψούντας, δεν έμεινε ούτε ένα απείραχτο. Στη γειτονική
περιφέρεια της Πάφρας, εκατόν πενήντα ρωμαίικα χωριά έπαθαν την ίδια συμφορά. Η
σύγκρουση των δύο εθνοτήτων ήταν εδώ πέρα άγρια και αμείλικτη. Οι Τούρκοι είχαν
σκοπό να εξαφανίσουν το ρωμαίικο στοιχείο από το πρόσωπο του τόπου, μα τα
παλικάρια μας αντιστάθηκαν το ίδιο άγρια και αποφασιστικά στα σχέδιά τους και έσωσαν τον κόσμο που κατέφυγε μαζί τους στα βουνά.
— Φοβερή
καταστροφή, παραδέχτηκε ο δημοσιογράφος. Μα, για δες τα πρόσωπα των
συμπατριωτών σου, πόσο χαρούμενα και ζωηρά είναι!
—Είναι,
γιατί αυτή τη στιγμή βλέπουν την πραγματοποίηση ενός εθνικού ονείρου τους και
ξεχνούν τα ατομικά και οικογενειακά τους πένθη. Αυτή τη στιγμή μας βλέπουν σαν
απογόνους των αρχαίων Ελλήνων, τους οποίους διδάχτηκαν στο σχολείο να
θαυμάζουν σαν ημίθεους.
Σε λίγο, ο
ενθουσιασμός του πλήθους έφτασε στα όρια του παραληρήματος. Ολόκληρος ο
συγκεντρωμένος στο λιμάνι ρωμαίικος πληθυσμός ξέσπασε σε ουρανομήκης
ζητωκραυγές, όταν φάνηκαν στη σκάλα ο Γερμανός Καραβαγγέλης
και οι Έλληνες επισκέπτες.
— Ζήτω
ο Δεσπότης!
— Ζήτω
η Ελλάδα!
Ζήτω ο
Ελεύθερος Πόντος! — Ζήτω ο Ελευθέριος Βενιζέλος!
Ο επιβλητικός
Δεσπότης έγινε Αντικείμενο λατρείας. Καθώς βάδιζε με τους άλλους επίσημους
ανάμεσα στο μεθυσμένο από πατριωτική έξαρση πλήθος, πατώντας πάνω στα
πολύχρωμα χαλιά πού έστρωσαν οι Αμισινοί, δεχόταν χαρούμενος τα ραντίσματα
των λουλουδιών από τις κοπέλες και τα κοριτσάκια.
Τέλος, κατά τη θριαμβευτική διαδρομή του,
μερικά παλικάρια του Κατήκιοϊ τον σήκωσαν στους ώμους τους και τον πήγαν στο
μητροπολιτικό ναό της Αγίας Τριάδας. Εκεί, έπειτα από λίγο, ψάλθηκε μεγαλόπρεπη
δοξολογία με τη χοροστασία του.
Την ίδια
μέρα βγήκαν οι τοπικές ρωμαίικες εφημερίδες «Άγκυρα», «Φώς» και η σατιρική
«Διογένης», με πανηγυρικούς τίτλους, και περιέγραψαν με φανταχτερές φράσεις το
σπουδαίο γεγονός της άφιξης του Δεσπότη και των άλλων επίσημων ξένων. Οι
επιβάτες του «Ιωάννα», αποπεράτωσαν στο μεταξύ το έργο τους. Μοίρασαν τα
φάρμακα, τα τρόφιμα και το ρουχισμό στον άπορο πληθυσμό της πόλης και στα
εκατοντάδες ορφανά των χωριών, αγόρια και κορίτσια, που είχαν μαζευτεί στην
πόλη μετά το γυρισμό τους από τους τόπους της εξορίας.
Το άλλο
πρωί, το «Ιωάννα», με τους επίσημους επιβάτες του, τα μέλη των επιτρόπων του
Ερυθρού Σταυρού και των Ποντίων της Κωνσταντινούπολης, σάλπαρε για να συνεχίσει
το ταξίδι του προς τα ανατολικά.
Ο Γιαννίκος αποχαιρέτησε όλους τους φίλους και γνωστούς που απέκτησε κατά τη διάρκεια τού ταξιδιού και γύρισε στο Κατήκιοϊ για
να καταστρώσει τo πρόγραμμα
της νέας ζωής του στην πατρίδα.











Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου