H δημιουργία ανταρτικών σωμάτων (1914-1923).

Κυριακή 7 Απριλίου 2013


Κατά τον Γ. Κ. Βαλαβάνη, το ξεκίνημα του αντάρτικου έγινε από ένα περιστατικό που συνέβη στα τάγματα εργασίας. Γράφει, λοιπόν, ο Βαλαβάνης τα εξής:

"Μίαν ημέραν, ως αναφέρει ο κ. Χρ. Καραΐσκος, εσπαταλήθη και η τελευταία δόσις της υπομονής, με την οποίαν ήσαν θωρακισμένοι οι ατυχείς Έλληνες στρατιώται της Τουρκίας. Και τη στιγμή κατά την οποίαν στρατιώτης χριστιανός, υπηρετήσας επί διετίαν, άνευ ουδεμίας περιποιήσεως εκ μέρους της τυραννικής τουρκικής κυβερνήσεως, περιβεβλημένος την εκ της πολυμόχθου εργασίας απορρακωθείσαν στολήν του, ανεγίγνωσκε θλιβεράν επιστολήν της οικογένειάς του, πληροφορούσης ότι εξεδιώχθη της οικίας της και ερίφθη ασθενής μετά των τέκνων της εις τους πέντε δρόμους, τη στιγμή εκείνη η αγρία φωνή του Τούρκου Τσαούση τον εκαλεί εις συνέχισιν της εργασίας, δια βρωμερών φράσεων.
 Και το μαστίγιον του τέρατος περιετυλίσσετο, ως συρρίζουσα έχιδνα, περί τον κάτισχον λαιμόν του δυστυχούς Έλληνος, ο οποίος τη στιγμήν εκείνην είχε νοερώς προ των οφθαλμών του τα τέκνα του επαιτούντα παρά των δημίων των! 
Τα δάκρυα έτρεχον εκ των οφθαλμών του δυστυχούς και οι χείρες του ασυναισθήτως έσφιγγαν σπασμωδικώς την σκαπάνην. Και τη στιγμήν κατά την οποίαν έπληττε τον ογκόλιθον, ο οποίος θα ώφειλε να θρυμματισθεί δια να γίνει κατάλληλος προς οδοποιίαν, παρενετίθετο και πάλιν ο μισαρός Τσαούσης: "πούσ..." και η βρωμερά φράσις δεν απετελειώθει! Η σκαπάνη εταλαντεύθει εις τας τρεμούσας χείρας του εξάλλου εκ της δυστυχίας Έλληνος στρατιώτου και έλαβε οριζόντιον διεύθυνσην, με στόχον την άνομον κεφαλήν του θηριώδους Τσαούση.
Μαζί με τον γδούπον του πτώματος του Τσαούση, ο στρατιώτης εκδικητής της υβριζόμενης ανθρωπότητος εκίνησε τα βήματά του αθελήτως προς φυγήν..
 Οι παρευρεθέντες και συμπάσχοντες δύο έτεροι Έλληνες, οι οποίοι συνειλώτευον, τον ηκολούθησαν. Δεν τους ήτο δυνατόν να χωρίσουν την υπόθεσιν του εκδικητού συντρόφου των από την ιδικήν των. Μα τάχα και εκείνοι δεν επληροφορήθησαν προχθές, ότι οι μεν γονείς του ενός εξ αυτών εξωρίσθησαν και απέθανον έρημοι προ ολίγων μηνών εις το εσωτερικόν, του δε ετέρου ο αδελφός οδηγούμενος εις στρατολογικά γραφεία εδολοφονήθη καθ' οδόν με την πρόφασιν ότι επιχείρησε να αποδράση;

Οι τρεις φυγάδες ήσαν εκτεθειμένοι ήδη εις την πείναν και τον θάνατον. Ήσαν ήδη αυτοδικαίως καταδικασμένοι και επικεκηρυγμένοι. Και έπρεπε να κατορθώσουν να αμυνθούν. Παρεφύλαξαν ως τα άγρια θηρία το θύμα των και εις την πρώτην ευκαιρίαν επέπεσαν κατά δύο Τούρκων οπλοφόρων, τυχαίως διερχομένων εκείθεν και τους αφήρεσαν τα όπλα των".
Βέβαια η άποψη αυτή του Βαλαβάνη, δεν ευσταθεί ως προς τα αίτια δημιουργίας των ενόπλων ανταρτικών σωμάτων και τούτο επειδή την ίδια εποχή της παρουσίασης των πληροφοριών του Βαλαβάνη, ήδη είχαν αναπτυχθεί οι πρώτες μονάδες αντίστασης. Είναι όμως χωρίς αμφιβολία ένα από τα απειράριθμα παρόμοια γεγονότα του στρατοπέδου συγκέντρωσης των Τούρκων.
Εξάλλου η ένοπλη αντίσταση των Ελλήνων του Πόντου αρχίζει αμέσως μετά την κατάληψη της πρωτεύουσας Τραπεζούντας από τους οθωμανούς το έτος 1461.
Πρόκειται για τα σώματα που δημιουργήθηκαν στα βουνά, στην αρχή ως αναγκαία λύση αυτοάμυνας των Ποντίων από τις καταπιέσεις των Τούρκων και αργότερα ως κύριος σκοπός για τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης Δημοκρατίας του Πόντου.
Κατά τον Παυλίδη, το αντάρτικο δημιουργήθηκε από τις ανάγκες των περιστάσεων, από το ένστικτο της επιβίωσης σαν φυλής, αλλά και από τον πόθο της ελευθερίας και σιγά-σιγά ξεπήδησε το όνειρο αιώνων, η ιδέα της ανεξαρτησίας του Πόντου. Να λοιπόν τι μας παραδίνει ο ανωτέρω συγγραφέας:
"Το αντάρτικο που φούντωσε σε ορισμένες περιοχές του Πόντου δεν ήταν εξέγερση γενική ν' ανάψει η φωτιά από παντού. Όταν επιχειρήθηκε να πάρει πολιτική χροιά, ήταν αργά πια. Έδωσε το πρόσχημα να στηθούν οι αγχόνες με τα δικαστήρια ανεξαρτησίας του Κεμάλ και οδηγήθηκαν σε θάνατο ό,τι εκλεκτό είχε ο Πόντος. 
Απορφανίστηκε από τα πρόσωπα εκείνα που θα ήταν σε θέση να οδηγήσουν το δυστυχή ποντιακό λαό στο δρόμο των ονείρων του.
Καπετάν Ευκλείδης
Είναι χωρίς αμφιβολία γεγονός αναμφισβήτητο, ότι οι Πόντιοι δεν κάθησαν με σταυρωμένα τα χέρια κάτω από το μαχαίρι του Τούρκου. Οι ψυχές είχαν χαλυβδωθεί σε μια παθητική αντίσταση και καρτερία από τους κατατρεγμούς αιώνων κάτω από το πέλμα του δυνάστη, αλλά το μαχαίρι έφτασε στο κόκκαλο τελευταία κατά το κίνημα του Κεμάλ και δεν υπήρχε πια άλλος τρόπος παρά να αντιμετωπίσουν τη βία με την αντίσταση των Ποντίων, που υποθάλπτονταν βέβαια σε κάθε ευκαιρία και από τους Ρώσους, που ταυτίζονταν με τα συμφέροντά τους.
Με τους άνδρες που έφευγαν από τα διαβόητα, εξοντωτικά τάγματα εργασίας, με άλλους που έφευγαν από τις πόλεις και χωριά, για να γλιτώσουν το μαχαίρι, άρχισε το αντάρτικο. Σιγά - σιγά όμως οι λιγοστοί στην αρχή έγιναν πολλοί και με τον καιρό γέμισαν από αντάρτες τα βουνά, του ανατολικού και δυτικού Πόντου.
 Στ' ανατολικά όμως μόνο τα παλικάρια της εφτάκωμης ηρωικής Σάντας πολέμησαν με αρχηγό το θρυλικό καπετάν Ευκλείδη, ο οποίος και κατόρθωσε τελικά να έρθει στην Ελλάδα.
Αναμφίβολα το μεγαλύτερο βάρος της ένοπλης αντίστασης το σήκωσε ο δυτικός Πόντος. Πλήθος οι αντάρτες από τη Σαμψούντα, την Πάφρα, καθώς και τις άλλες πόλεις ανατολικότερα, συγκρότησαν πολυάριθμα τμήματα το καθένα με τον αρχηγό του. Και εδώ είναι το τρωτό σημείο, που δεν υπήρχε συντονισμός κοινής δράσεως με κοινό αρχηγό και γενικό αρχηγείο. 
Όσο λοιπόν οι Έλληνες αντάρτες έβλεπαν και μάθαιναν για τους θανάσιμους εκτοπισμούς και τις σφαγές των ομοφύλων και ομοδόξων τους, τόσο έβραζε η ψυχή τους για εκδίκηση και έκαναν τολμηρές εξορμήσεις πότε στα τουρκικά χωριά, τα οποία λεηλατούσαν και τα έβαζαν φωτιά, ενώ παράλληλα ξεκινούσαν να συναντήσουν τους Τσέτες, τους Τζανταρμάδες ή τον τουρκικό στρατό. 
Μαζί με τους αντάρτες ζούσαν αναγκαστικά και τα γυναικόπαιδά τους, τα οποία τα έπαιρναν μαζί τους στις απάτητες βουνοκορφές για να γλιτώσουν απ' τη σφαγή. Τα εξασφάλιζαν στα λημέρια τους, όταν έκαναν τις εξορμήσεις τους, για να προμηθευτούν τρόφιμα. 
Ιστύλ Αγάς
Εκεί σε περιοχές δυσκολοπάτητες, με αρχηγούς σαν το γενικό αρχηγό Ιστίλ αγά από το Κιοβτσέ - Πουνάρ, Καπετάν Ευκλείδη από τη Σάντα, Ταχτσή Παπάς (Παπα-Χαράλαμπο) από το Τσιγκίρ, τον Βασίλ Ουστά και Αγαθοκλή Παπαδόπουλο από το Τσιγκίρ, Καρά Τολμά και Κιβράκ Κιόι, Τιμίτ Ουστά από τη Γιαρίμτσα, Καρά Λαζίκ από το Ποχτσά - Αρμούτ, Θεόδωρο Κούρτογλου από τη Αγιάχ - Λαλάν, Βασίλειο Ασλανίδη από το Κιρέζ - Τεπέ, Καρά Ιστίλ από το Κουσλού - Κιόι, Ανέστη από Τσαμ - Αλάν, Ντελή Λάζαρο Παπαδόπουλο από την Έρπαα και πολλούς άλλους επώνυμους και ανώνυμους, δίνονταν μάχες, άγριες, πεισματικές, παράξενες και φαρμακερές, γιατί ενώ κροτάλιζαν τα πολυβόλα και βροντούσαν τα κανόνια και ενώ οι άνδρες, κολλημένοι πάνω στα βράχια τους, ένα, ένα με τις πέτρες για να μη δώσουν στόχο, σημάδευαν και έριχναν στο ψαχνό, λίγο παραπίσω χιλιάδες γυναικόπαιδα, μακρύτερα κάπως από το πεδίο της μάχης συνοστίζονταν με τους παπάδες τους και προσεύχονταν κάνοντας παρακλήσεις στην Υπεραγία Θεοτόκο, να μην πάθουν τίποτε οι πολέμαρχοι προστάτες τους.
Παρ' όλες τις προσπάθειές του ο Κεμάλ δεν κατόρθωσε να καταβάλει τους ανίκητους αντάρτες. Έστειλε κατ' επάνω τους ακόμα και τον κουτσό της Κερασούντος Τοπάλ Οσμάν με τις συμμορίες του από Τουρκολαζούς, που όμως δεν κατόρθωσε και αυτός τίποτα παρά τις καυχησιολογίες του ότι θα τους καθυποτάξει.

Κατόπιν ο Κεμάλ έστειλε τακτικό στρατό, οπότε δόθηκαν πολλές μάχες και γράφηκαν ολόκληρες σελίδες δόξας των ελληνικών όπλων.
Μόνο τμηματικά και σκόρπια περισώθηκε το έπος της ένοπλης αντίστασης του Πόντου κι αυτό στις αναμνήσεις των πολεμιστών και στις σελίδες των ιστορικών που έγραψαν πόντιοι συγγραφείς. Το γεγονός και μόνο ότι ο Κεμάλ με τους ατάκτους του στην αρχή και τον τακτικό τουρκικό στρατό του αργότερα, δε μπόρεσε τελικά να υποτάξει τους ανυπότακτους, που μόνο με τη σύμβαση της ανταλλαγής των πληθυσμών παράδωσαν τα όπλα και ήλθαν σώοι στην Ελλάδα, δείχνει την έκταση και τη δύναμη του ανταρτικού αγώνα του Πόντου". 
Αναμφίβολα οι θέσεις του Παυλίδη ανταποκρίνονται περισσότερο στα πράγματα, παρά εκείνες του Βαλαβάνη.
Τον ελληνισμό του Πόντου τον κατέκτησαν κατά καιρούς Πέρσες, Ασιάτες, Ρωμαίοι, Ούνοι, Χαμάνοι, Τούρκοι, Σλάβοι κ.ά. Όμως την ελληνικότητα και τη συνείδηση αυτού του ελληνισμού ποτέ δεν την κατέκτησαν. Αντίθετα οι κατακτητές εκπολιτίστηκαν κάθε φορά από τους Έλληνες στις εκατονταετίες της ιστορικής διαδρομής τους.
 Η ζωτικότητα της φυλής έβρισκε κάθε φορά τις παράλληλες εξόδους για την επιβίωση του έθνους και κυρίως η συσπείρωση του στην οικογένεια, την κοινότητα, την πίστη του και τις παραδόσεις του, έδιναν τη δυνατότητα αναπνοής του έθνους, κάτω από τις πιο σκληρές συνθήκες δουλείας.
Με τα δεδομένα αυτά, σιγά-σιγά οι χθεσινοί ραγιάδες όργωναν τις ευρωπαϊκές χώρες και έγιναν συνομιλητές των ισχυρών της ημέρας, με την ωριμότητά τους και τη διπλωματική ικανότητά τους. 
Έτσι και οι χθεσινοί ραγιάδες ξαναζωντάνεψαν στα ποντιακά βουνά ένα έπος του ελληνισμού. Ακούστηκαν στις δυσπρόσιτες βουνοκορφές του Πόντου, τα συνθήματα "ταν ή επι τας", "Τη υπερμά-χω στρατηγώ τα Νικητήρια" και άλλα ηρωικά τραγούδια που έφτασαν μέχρι τις μέρες μας. Πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Έλληνας μαχητής δε νικήθηκε ποτέ και σε καμιά σύγκρουση. Νικήθηκαν οι ηγεσίες του, πολιτικές και στρατιωτικές, από τα φοβερά σφάλματά τους και ασφαλώς όχι από προδοσία όπως λένε πολλοί.
Ας γνωρίζουν οι επερχόμενοι ότι τα παιδιά μας, τα εγγόνια μας και τα δισέγγονά μας θα είναι καλύτερα από μας και ποτέ δε θα μας ντροπιάσουν κι ας ακούγονται κραυγές για το αντίθετο. Κι εδώ πρέπει να σημειωθεί ακόμα, ότι ο μήνας Μάιος για τον ελληνισμό είναι πολύ σημαντικός. Το Μάιο του 330 έγινε πρωτεύουσα της Ρωμανίας το Βυζάντιο, το Μάιο του 1453 έπεσε στα χέρια των Τούρκων, ενώ το Μάιο του 1919 αποβιβάστηκε ο ελληνικός στρατός στην Ιωνία ύστερα από 466 χρόνια κατοχής. Και τέλος, οι έννοιες της άμυνας και της Αντίστασης που μας κληρονομήθηκαν ακόμη από την εποχή του Ηροδότου, δημιούργησαν στον τόπο αυτό την έννοια της άμυνας και αυτοάμυνας.


Αχιλλέας Ανθεμίδης
Διδάκτορα Νομικής  Πανεπιστημίου Gottingen

Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah