Η Παρθένα Γαβριηλίδου - Μπαλτουβάνου από το Σούπαχαν του Ατά Παζάρ Νικομήδειας

Παρασκευή 5 Απριλίου 2013


Σε ένα από τα δεκαεφτά ελληνικά χωριά της περιοχής της Νικομήδειας, το Σούπαχαν, όπου οι κάτοικοι μιλούσαν την ποντιακή διάλεκτο γεννήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου του 1912 η Παρθένα Γαβριηλίδου — Μπαλτουβάνου, που ζει στο Μακροχώρι Ημαθίας, πολύ κοντά στη Βέροια.
Η κυρά Παρθένα με τη νύφη της , τη Θεοδώρα
Η ζωή στο Σούπαχαν με τους μουσουλμάνους
Στο Σούπαχαν οι χριστιανοί ζούσαν μονιασμένοι με τους μουσουλμάνους. Τα χωριά τους ήταν γύρω από τα ελληνικά και συχνά, κυρίως στις ονομαστικές γιορτές, την Πρωτοχρονιά, τη Λαμπρή, οι χριαστιανοί καλούσαν τους μουσουλμάνους να μοιραστούν τη χαρά τους. Εκτός από τους μεγάλους, παρέα με τους μουσουλμάνους έκαναν και τα παιδιά. Το Πάσχα, τα παιδιά των μουσουλμάνων επισκέπτονταν τα ελληνικά σπίτια, όπου τους έδιναν κόκκινα αβγά. Χαίρονταν πολύ!
Οι περισσότεροι κάτοικοι του Σούπαχαν ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Αρκετοί εργάζονταν στις μεγάλες πόλεις και άλλοι στο εξωτερικό, στη Ρωσία, από όπου έστελναν στις οικογένειές τους χρήματα που κέρδιζαν με τους κόπους τους.
«Ο παππούς μου, ο Ηλίας», λέει η κυρά Παρθένα, «ο πατέρας της μάνας μου, ήταν κεχαγιάς. Είχε ζώα, έκανε τον τσαμπάζη, αλλά ήταν και γεωργός και είχε και χάνι».
Σε όλα τα χωριά υπήρχαν εκκλησίες και σχολεία, δημοτικά. Οι μαθητές των σχολείων ήταν πολλοί. «Μια μέρα», θυμάται η κυρά Παρθένα, «καθώς παίζαμε τα παιδιά, είδαμε ξαφνικά να έρχονται καβάλα στα άλογα Τούρκοι οπλισμένοι, που ζητούσαν να πάρουν γυναίκες. Φοβισμένοι, μαζευτήκαμε στα σπίτια μας. Οι Τούρκοι από τα γύρω χωριά μας φύλαγαν και πήγαμε στη Νικομήδεια, όπου μας έβαλαν σε αντίσκηνα. Μείναμε εκεί έξι μήνες. Υπήρχε μια μεγάλη λίμνη και τριγύρω χωριά, ελληνικά και μουσουλμανικά.
 Υπήρχε και ένα μοναστήρι, του Αγίου Ιωάννη, σε μια μεγάλη έκταση, περίπου δεκαπέντε στρεμμάτων. Σαν σε όνειρο θυμάμαι ότι μια μέρα ήρθαν οπλισμένοι Τούρκοι από άλλη περιοχή, που μας είπαν να φύγουμε από τη Νικομήδεια. 
Τότε, άλλοι έφυγαν για τη Ρωσία και άλλοι για την Ελλάδα. Εμάς μας πήγαν κοντά στη θάλασσα, που ήταν γεμάτη με πλοία. Κόσμος πολύς, σκοτούρες, πού να βρεις μέρος να καθίσεις. Τελικά ήμασταν από τους τυχερούς».

Η μεταφορά στη Μυτιλήνη
Τους φόρτωσαν σε καράβι που τους πήγε στη Μυτιλήνη. Εκεί τους έβαλαν σε τολ. «Μείναμε έξι μήνες. Ήταν δύσκολα, δεν είχε τίποτε. Μετά μας πήγαν στο χωριό Χάνικα, όπου καθίσαμε δυόμισι χρόνια, μαζί με μουσουλμάνους που μιλούσαν ελληνικά και οι γυναίκες τους δεν φορούσαν φερετζέ. 
Περάσαμε καλά μαζί τους.
 Στην πλατεία, όπου παίζαμε εμείς τα παιδιά υπήρχε ένας μεγάλος πλάτανος και γύρω γύρω ήταν ένας χαμηλός τοίχος για προστασία. Στον τοίχο αυτόν ανεβαίναμε και παίζαμε. Ελληνόπουλα και Τουρκόπουλα παίζαμε διάφορα παιχνίδια και λέγαμε ιστορίες.
 Όταν υποχρεώθηκαν οι απλοί μουσουλμάνοι να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους, τη Μυτιλήνη, έκλαιγαν και ρωτούσαν γιατί τους διώχνουν από εκεί, όπου ήταν καλά, και πού θα τους πάνε. Από τη Μυτιλήνη φύγαμε με καράβι, που μας έφερε στη Θεσσαλονίκη.

Η γνωριμία και ο γάμος με τον Μπαλτουβάνο
Μείναμε λίγον καιρό και μετά μας έστειλαν στην περιοχή του Λαγκαδά, στο χωριό Φιλαδέλφεια (τότε Κέβιζε). Μείναμε εκεί περίπου δυόμισι χρόνια μαζί με τους μουσουλμάνους που υπήρχαν ακόμη εκεί και δούλευαν τα χωράφια τους. 
Μιλούσαν ελληνικά. Ο πατέρας μου δούλεψε στα χωράφια ενός Τούρκου τσιφλικά. Μέναμε σε ένα τουρκόσπιτο, χτισμένο με πέτρα και λάσπη. Με τους μουσουλμάνους ζήσαμε πολύ καλά. Μας βοηθούσαν σε πολλά· στο σπίτι, στα πράγματα που δεν είχαμε. Όταν έφυγαν οι μουσουλμάνοι, μείναμε μόνον Έλληνες. Διόρισαν και χωροφύλακα τον Λεωνίδα Μπαλτουβάνο. Εγώ ήμουν τότε γύρω στα δεκαέξι. Αγαπηθήκαμε με τον Λεωνίδα και το 1931, όταν έκλεισα τα δεκαεννέα, παντρευτήκαμε.

Εγκατάσταση στη Νικομήδεια Ημαθίας
Το 1933 πήγαμε στο χωριό του, τη Νικομήδεια Ημαθίας, όπου είχαν εγκατασταθεί πολλοί πατριώτες μας και συγγενείς από την πατρίδα. Τους έδωσαν από τα χωράφια των μπέηδων, που υπήρχαν εκεί και έφυγαν με την ανταλλαγή μερικούς μήνες νωρίτερα. Στα οικόπεδα που μας έδωσαν χτίσαμε σπίτια από πλιθιά (κερπίτσια). Για σκεπή βάζαμε λαμαρίνες.

Το αποχωρητήριο ήταν μακριά από το σπίτι. Παντού, γύρω, υπήρχαν στάσιμα νερά και καλαμιές. Είχε πολλή υγρασία και διάφορες αρρώστιες, κυρίως ελονοσία (ψύχος), που θέριζε τα νεογέννητα. Πέθαναν πολλά μικρά παιδιά, ανάμεσα τους και τα πρώτα δύο δικά μου. 
Το πρώτο, που το βαφτίσαμε Γιώργο, έζησε τρία χρόνια. Το δεύτερο έζησε μόνον τέσσερις μήνες. Μετά έκανα άλλα τρία παιδιά, που τα βάφτισα Γιώργο, Ανθούλα και Λευτέρη. Από τον Γιώργο έχω τρία εγγόνια και εφτά δισέγγονα, από την Ανθούλα δύο εγγόνια και δύο δισέγγονα και από τον Λευτέρη δύο εγγόνια και δύο δισέγγονα. Όλα τα αγαπάω πολύ και με αγαπάνε και αυτά».
Ο άντρας της κυρά Παρθένας έκανε στην αρχή τη γεωργία, στάρι και καλαμπόκι, αλλά λίγη παραγωγή. Καλλιεργούσαν τα χωράφια με αγελάδες ή βουβάλια (κομέσα).
Έκανε και τον χασάπη, αλλά έβγαζε λίγα, γιατί ο κόσμος δεν είχε χρήματα. Όλοι ήταν φτωχοί, αλλά ειλικρινείς και τίμιοι. Με τον λόγο έκαναν όλες τις δουλειές και τα πράγματά τους τα είχαν έξω από τα σπίτια, που δεν τα κλείδωναν, για να μπορούν να μπαίνουν οι συγγενείς από τα γύρω
χωριά. Νερό έβγαζαν με τουλούμπες και όλες τις σπιτικές δουλειές τις έκαναν έξω ή κάτω από ένα υπόστεγο. Για το πλύσιμο των ρούχων χρησιμοποιούσαν τη σκάφη (λεγέν' από λαμαρίνα, που την έβαζαν επάνω σε ένα τριγωνικό ξύλινο υποστήριγμα. Για να ασπρίσουν τα εσώρουχα έβαζαν κατά το πλύσιμο στο νερό μια σακούλα με τσόφλια από αβγά, ανακατεμένα με στάχτη και δυο τρεις σταγόνες ακάθαρτο πετρέλαιο. Τα ρούχα έβγαιναν ολόλευκα.
Για καύσιμα τον χειμώνα έφτιαχναν μπάλες από κοπριά (κουσκούρια), ζυμώνοντάς την κάτω στο χώμα με λίγα άχυρα. Τα κολλούσαν στον τοίχο, όπου στέγνωναν το καλοκαίρι.
«Τον άντρα μου», λέει η κυρά Παρθένα, «τον πήραν δύο φορές στα αντάρτικα, στην αντίσταση κατά των Γερμανών. Εγώ, τότε, έκανα όλες τις δουλειές, στα χωράφια και στο σπίτι και μεγάλωνα και τα παιδιά. Τα βράδια καθόμασταν οι γυναίκες και κεντούσαμε και πλέκαμε, κάλτσες, φανέλες, πουλόβερ, γάντια, κουκούλες, ζακέτες. Μέχρι και φορέματα πλεκτά κάναμε. Όλα γίνονταν με το φως της λάμπας πετρελαίου. Οι ηλικιωμένες γνέθαν και κάναν κλωστή με τα αδράχτια — σφοντύλια — ή τις καρμενέτσες.
 Μετά το 1960 άρχισαν να έρχονται στο χωριό το ηλεκτρικό, το τηλέφωνο και το ραδιόφωνο. Ο άντρας μου, που ήταν πολύ προκομμένος, έπιασε δουλειά και στα αποστραγγιστικά έργα, στην αρχή ως εργάτης και κατόπιν ως επιστάτης.
 Τότε έγινε και ο δρόμος από Θεσσαλονίκη για Βέροια, Κοζάνη, Γρεβενά και Καστοριά. Τα λεωφορεία έκαναν στάση στο 66ο χιλιόμετερο και κατέβαζαν τον κόσμο για τα γύρω χωριά. Ο άντρας μου έκανε εκεί μια παράγκα για καφενείο, μετά εστιατόριο και ψησταριά. 
Σε ένα δωμάτιο δίπλα στην παράγκα πήγαμε τότε και μέναμε έως το 1966. Μετά πήγαμε στο Μακροχώρι. Ο γος μου, ο Γιώργος, παντρεύτηκε τη Θεοδώρα από το Γιδά (Αλεξάνδρεια), με την οποία και με τα αδέλφια της είμαστε αγαπημένοι. Επειδή πέρασα μεγάλες φτώχειες και είδα πολλά, βλέπω τους σημερινούς ανθρώπους να ζουν σαν βασιλιάδες. Είμαι πολύ ευχαριστημένη που έζησα τόσα χρόνια και πλησιάζω τα εκατό. 
Εύχομαι ο κόσμος ποτέ να μην δει πόλεμο. Ο Θεός να με πάρει όρθια και να μην γίνω βάρος σε κανέναν. Ευχαριστώ τον Θεό και τα παιδιά μου που με κράτησαν έως σήμερα».





Νικος Τελίδης
Εκδότης του Περιοδικού "ΠΟΝΤΙΑΚΑ"



Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah