Οι Πόντιοι αντάρτες εκδικητές — εσκιάδες έδρασαν από το 1690 μέχρι, περίπου, το 1750, στις περιοχές Πάφρας, Γάβζας, Βεζίρ Κιοπρού, Αμάσειας κ. τ. λ., στον Δυτικό Πόντο. Η δράση του συνδέεται με την επιβολή του τιμαριωτικού συστήματος και την εμφάνιση των ντερεμπέηδων σε ολόκληρο τον Πόντο.
Ο εσκιάς - εκδικητής Σάββας Αράπογλης (Σάββας Μαυρίδης), γεννήθηκε το 1674 στον Τσαρσαμπά, την αρχαία Θεμίσκυρα της Σαμψούντας. Από μικρός έζησε όλες τις φρικαλεότητες που γνώρισαν από τους Τούρκους οι Έλληνες χριστιανοί.
Τους Τούρκους στήριζαν και ενίσχυαν ot τιμαριούχοι ντερεμπέηδες, που ήταν οι μόνοι κυρίαρχοι την περίοδο εκείνη και είχαν δικαίωμα στη ζωή και την περιουσία των χριστιανών που αρνούνταν να αλλάξουν πίστη και να γίνουν μουσουλμάνοι.
Ο Αράπογλης, έχοντας τα πιο απαίσια βιώματα, από τη νεαρή του ηλικία, δεν άργησε να πάρει την απόφαση για τον τρόπο τιμωρίας όλων εκείνων που καταπίεζαν τους Έλληνες και τους χριστιανούς, γενικότερα.
Όταν ενηλικιώθηκε και θεώρησε πως ήταν καιρός να ανεβεί στο βουνό να γίνει εκδικητής, πήρε τα άρματα και σε ηλικία περίπου 26 ετών, το 1700, οργάνωσε γύρω του μια ομάδα ανταρτών εκδικητών και άρχισε τη δράση κατά των Τούρκων, έχοντας για λημέρι του το βουνό Αγιού Τεπέ (Αρκουδοβούνι) στην περιοχή της Σαμψούντας, όπως ακριβώς έκαναν και οι κατοπινοί, κατά την περίοδο 1915— 1922, που συγκρότησαν αντάρτικες ομάδες στα βουνά της Σαμψούντας και είχαν και αυτοί ορμητήριο το βουνό Αγιού Τεπέ. Πρώτο του μέλημα ήταν να ειδοποιήσει τους ανθρώπους του ντερέμπεη της περιοχής να μη χρησιμοποιούν βίαια και σκληρά μέτρα κατά των χριστιανών για να τους κάνουν να αλλάξουν την πίστη τους, γιατί, σε αντίθετη περίπτωση θα τύχουν και αυτοί της ίδιας μεταχείρισης και μάλιστα πολύ σκληρής.
Επειδή σε πολλές περιπτώσεις οι ντερεμπέηδες, αγνοώντας την προειδοποίηση του Σάββα Αράπογλη, όχι μόνον καταπίεζαν τους Έλληνες, αλλά και τους έκαιγαν τα σπίτια και τις σοδειές τους, για να τους εξαναγκάσουν να αλλαξοπιστήσουν, εκείνος αντιδρούσε αμέσως κατά των Τούρκων κατοίκων με τον ίδιο τρόπο και χειρότερο, για να τους υποχρεώσει να σταματήσουν κάθε τους προσπάθεια ή και σκέψη για καταπιέσεις και διωγμούς.
Σε περιπτώσεις που οι Τούρκοι απαγόρευαν τη λειτουργία των ελληνικών σχολείων και των χριστιανικών ναών, βάζοντας τους Έλληνες να κάνουν τις πιο σκληρές δουλειές, χωρίς φαγητό και νερό, και όταν τους φυλάκιζαν, ο εκδικητής εσκιάς Σάββας, έχοντας μαζί του και τους δεκάδες έμπιστους άντρες που στρατολόγησε, έμπαινε ξαφνικά τις νύχτες στα τουρκοχώρια και έκανε και αυτός όσα έκαναν οι Τούρκοι.
Έκαιγε σπίτια και τζαμιά, αιχμαλώτιζε γυναίκες, που τις οδηγούσε στο βουνό και, γενικά, εφάρμοζε κάθε είδους αντίποινα, προσπαθώντας έτσι να κάνει τους Τούρκους να σταματήσουν τα εγκλήματα σε βάρος των χριστιανών.
Σε μια από τις πολλές προσπάθειές του, περίπου το 1718, έκανε επιδρομή στα τουρκικά χωριά Κερπιτσλί, Σιτμάσουγιου, Σαραγλί και Καρά Μπουγάζ της περιοχής Τσαρσαμπά, και έκαψε όλα τα σπίτια των Τούρκων προυχόντων, που τους θεωρούσε ως κύριους υπεύθυνους για τις πιέσεις και την εκμετάλλευση σε βάρος των Ελλήνων.
Για να μπει στα χωριά, εξουδετέρωσε πρώτα μια μικρή δύναμη Τούρκων ενόπλων, ανθρώπων του τοπικού ντερέμπεη. Στη συνέχεια έστησε ενέδρες σε διάφορα καίρια σημεία, από όπου πίστευε ότι θα περάσουν Τούρκοι διώκτες του, και έκανε ξαφνικές επιθέσεις εναντίον τους, προξενώντας τους μεγάλες απώλειες.
Στην αρχή, ο εσκιάς Σάββας χρησιμοποιούσε ως όπλο σιδερένιες γροθιές, δεμένες με αλυσίδες. Στη συνέχεια χρησιμοποίησε όπλα εμπροσθογεμή, στην κάννη των οποίων τοποθετούσε αρχικά λίγη μπαρούτι και κατόπιν το βόλι. Με τον τρόπο αυτόν διεξήγαγε τον σκληρό και άνισο αγώνα του κατά των Τούρκων.
Η δράση του εσκιά Σάββα έκανε τους Τούρκους να κινήσουν εναντίον του μεγάλη δύναμη διωκτικών αποσπασμάτων, με στόχο να τον συλλάβουν ή να τον σκοτώσουν. Ταυτόχρονα στράφηκαν με μανία κατά των αμέριμνων χριστιανών των ελληνικών χωριών, επεκτείνοντας, πολλές φορές, τη δράση και καταδίωξή τους και πέρα από την περιοχή του ορμητήριου του εσκιά Σάββα, στο Αγιού Τεπέ, στις περιοχές Λαντίκ (αρχαία Λαοδίκεια), στο Καβάκ και την Αμάσεια.
Έλληνες πρόσφυγες αναφέρουν στις αφηγήσεις τους ότι οι Τούρκοι επικήρυξαν τον εσκιά Σάββα με το ποσό των τριακοσίων χρυσών λιρών, για τη σύλληψη ή τη θανάτωσή του. Ο εσκιάς Σάββας, στα είκοσι χρόνια της δράσης του, είχε προκαλέσει στους Τούρκους σημαντικές απώλειες σε ανθρώπους και εξίσου σημαντικές καταστροφές στις περιουσίες τους.
Ο εσκιάς Σάββας Αράπογλης πέθανε σε ηλικία 70 ετών και τάφηκε μέσα στο λημέρι του, που το χρησιμοποιούσε για είκοσι χρόνια ως κατοικία και καταφύγιο, πάνω εκεί στα ψηλά βουνά της Σαμψούντας, στο βουνό Αγιού Τεπέ,
Ο εσκιάς Σάββας Αράπογλης, με την πατριωτική και γενναία του δράση στα είκοσι, περίπου, χρόνια δράσης του εναντίον των Τούρκων είχε γίνει το φόβητρο τους, ενώ ήταν το ίνδαλμα των Ελλήνων. Μπήκε και αυτός στη χορεία των γενναίων υπερασπιστών εκδικητών του ποντιακού Ελληνισμού.
Υποχρεώθηχε και αυτός από τα πράγματα να κάψει δεκάδες σπίτια Τούρκων σε χωριά τους, που υπήρχαν στην περιοχή και κατά μήκος του Άλυ ποταμού (Κιζίλ Ιρμάκ), σε αντίποινα για τα σπίτια που είχαν κάψει οι Τούρκοι, τόσο στο χωριό του όσο και σε άλλα χριστιανικά χωριά γύρω. Σημείωσε πλούσια αντιτουρκική δράση και πέτυχε αρκετά στον σκοπό του. Συνεργάστηκε με άλλους εσκιάδες - εκδικητές, που δρούσαν στα βουνά της Πάφρας, της Σαμψούντας, της Γάβζας και του Βεζίρ Κιοπρού.
Η περιοχή δράσης του Αναστάς Αγά ήταν εκεί όπου οι κάτοικοι ασχολούνταν με την παραγωγή καπνού, η ζήτηση του οποίου ήταν πάντα μεγάλη και οι τιμές τους έφταναν τη μισή χρυσή λίρα η οκά. Για τον λόγο αυτό, οι καπνοκαλλιεργητές είχαν μεγάλη οικονομική επιφάνεια. Και ο Αναστάς Αγάς ως καπνέμπορος είχε αποκομίσει μεγάλα κέρδη.
Μετά από κάθε πώληση καπνών, τις χρυσές λίρες των παραγωγών τις έπαιρναν με τη βία οι άνθρωποι του ντερέμπεη για λογαριασμό του αφέντη τους. Και σαν να μην έφτανε αυτό, λεηλατούσαν και τα σπίτια των χριστιανών, αρπάζοντας ότι πολύτιμο έβρισκαν σε αυτά.
Η ευαίσθητη ψυχή του Αναστάς Αγά δεν μπορούσε να ανεχθεί τέτοιου είδους καταπίεση και εκμετάλλευση. Ήταν και από τη φύση του άνθρωπος δίκαιος, εργατικός και θεοφοβούμενος. Όταν, όμως, γνώρισε την απάνθρωπη αυτή συμπεριφορά των Τούρκων σε βάρος των ομοθρήσκων του χριστιανών, αλλά και των συγχωριανών του, ζώστηκε τα άρματα και τράβηξε για το βουνό για εκδίκηση και προστασία των Ελλήνων.
Στην προσπάθειά του να προστατεύσει τις Ελληνοπούλες, που τις άρπαζαν οι Τούρκοι για να τις πουλήσουν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής, δεν δίστασε ο Αναστάς Αγάς να κάνει και αυτός το ίδιο με τις Τουρκοπούλες.
Έστηνε καρτέρι σε διάφορα περάσματα έξω από τα τουρκοχώρια και, αφού σκότωνε τους άνδρες, άρπαζε τις γυναίκες και τις ανέβαζε στο βουνό. Άρχιζε τις διαπραγματεύσεις στη συνέχεια με τον ντερέμπεη, ζητώντας την απελευθέρωση των Ελληνίδων που είχαν απαγάγει οι άνθρωποι του. Σε περίπτωση που ο ντερέμπεης δεν δεχόταν την ανταλλαγή, δεν δίσταζε και αυτός να κάνει ως αντίποινα όσα έκαναν οι Τούρκοι στις Ελληνίδες.
Ο Αναστάς Αγάς, όπως και δεκάδες άλλοι εσκιάδες — εκδικητές, τιμώντας τη γενιά του, έγραψε και αυτός τη δική του ιστορία επάνω στα βουνά της Πάφρας κατά την περίοδο 1720 — 1740. Ο αγώνας του για να μην γίνουν εξισλαμισμοί των Ελλήνων, σε πολλές περιπτώσεις, είχε θετικά αποτελέσματα.
Οι Έλληνες της περιοχής της Πάφρας έπαιρναν θάρρος βλέποντας ότι κάποιος τους προστατεύει από τους Τούρκους. Οι γενναίοι εσκιάδες - εκδικητές ήταν για τους απλούς Έλληνες μια αχτίδα ελπίδας ότι δεν θα χάσουν την ορθόδοξη χριστιανική τους θρησκεία, την οποία θεωρούσαν ύψιστο αγαθό του κάθε Έλληνα.
Όσοι από τους κατοίκους της περιοχής της Πάφρας επέζησαν και ήρθαν με την ανταλλαγή του 1922 -1923 στην Ελλάδα, διηγούνταν στα παιδιά τους τη δράση και την προσφορά του Αναστάς Αγά, όπως ακριβώς τα είχαν ακούσει από τους γονείς τους, οι οποίοι είχαν τον μεγάλο εσκιά — εκδικητή, τον ευπατρίδη καπνέμπορο Αναστάς Αγά, ως παράδειγμα πατριώτη και καλού χριστιανού.
Σημειώνουμε ότι τον 18ο αιώνα, δεν χρησιμοποιούσαν οι Παφραίοι επώνυμα, αλλά τα ονόματά τους, που τα συνόδευε κάτι σχετικό με το επάγγελμά τους, τον τόπο καταγωγής τους και το γένος ή το σόι στο οποία ανήκαν.
Οικονομολόγος-Συγγραφέας













Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου