Ο τολμηρος πολιτικος Ισαακ Λαυρεντιδης

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012


Ο Ισαάκ Λαυρεντίδης, λόγω της σεμνότητας του, έδινε στον απρόσεκτο και απληροφόρητο παρατηρητή την εντύπωση ότι ήταν ένας άνθρωπος συμβιβασμένος με την κρατούσα κατάσταση - ήταν, άλλωστε, πολιτικός της Δεξιάς - και ότι «δεν είχε φωνή». Ωστόσο, αυτός ο Πόντιος πολιτικός υπήρξε ένας από τους τολμηρότερους του ελληνικού κοινοβουλίου και του χώρου των οργανωμένων προσφύγων.
Τολμηρός, αλλά με πλήρη συναίσθηση των ενεργειών του
Ήταν ένας άνθρωπος που διέθετε μια από τις δυνατότερες αλλά, ταυτοχρόνως, και συνετότερες φωνές. Πολύ προσεκτικός σε αυτά που έλεγε, έγραφε και έκανε, τόσο πολύ που γι αυτόν, ακριβώς, τον λόγο τον εκτιμούσαν και τον σέβονταν πραγματικά όλοι όσοι τον γνώριζαν, εκτός από τους κάθε φορά κόλακες, που αφελέστατα τον ... χειροτόνησαν «Πατριάρχη των Ποντίων».
Επειδή ο Ισαάκ Λαυρεντίδης υπήρξε πολύ σοβαρός άνθρωπος, δεν του άξιζαν αυτές οι γελοιότητες, τις οποίες αντιπαρερχόταν με ένα συγκαταβατικό χαμόγελο.
    Δεν δείλιασε να βροντοφωνάξει αλήθειες
Η μοναδική τολμηρότητα του Ισαάκ Λαυρεντίδη είναι ολοφάνερη από τρία γεγονότα, κυρίως, που δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς
1.Τόλμησε να μιλήσει και να γράψει για την ανταλλάξιμη περιουσία και τη διασπάθισή της από τη συντηρητική παράταξη, σε μια εποχή που οι συνάδελφοι του στη Βουλή, που είχαν χρησιμοποιήσει την περιουσία των προσφύγων για να βγαίνουν βουλευτές, κατακεραύνωναν αμέσως εκείνους — όπως π. χ. ο Γιώργος Λαμψίδης και ο Κώστας Ασιατίδης — που κατήγγελλαν τη ρεμούλα των τρισεκατομμυρίων δραχμών της ανταλλάξιμης περιουσίας.
Οι ομιλίες και η αρθρογραφία σε διάφορα έντυπα του Ισαάκ Λαυρεντίδη δεν επιδέχονται αμφισβητήσεις, γιατί στηρίζονται σε αδιάσειστα στοιχεία, τα οποία ο Πόντιος πολιτικός ερεύνησε, μελέτησε και παρουσίασε, χωρίς φόβο και πάθος, υπηρετώντας την αλήθεια και τον προσφυγικό ελληνισμό. Η μελέτη του «Πρόσφυγες εξ ανταλλαγής και ανταλλάξιμος περιουσία» αποτελεί βασική πηγή για τους ασχολούμενους με το θέμα αυτό.
Δεν εκπαραθύρωσαν από την παράταξή του τον Ισαάκ Λαυρεντίδη οι ηγέτες της, γιατί — αν και τη σημείωσαν - δεν φοβήθηκαν τη φωνή του, επειδή οι ηγέτες του προσφυγικού ελληνισμού έκαναν και κάνουν πως δεν βλέπουν, δεν ακούν και δεν γνωρίζουν σε όλο της το μέγεθος τη μεγάλη αδικία που έγινε σε βάρος των γονέων τους, που υποχρεώθηκαν και πλήρωσαν με αίμα και ιδρώτα ... την αποκατάσταση τους.
2.0 Ισαάκ Λαυρεντίδης ήταν εκείνος που επέμενε στον όρο «Αλησμόνητες Πατρίδες» και όχι «Χαμένες Πατρίδες», τότε που το NATO, οι Αμερικανοί και οι Άγγλοι δεν επέτρεπαν ... σύννεφα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, για να μην διαταραχτεί η συμμαχία, που μοναδικό προορισμό είχε τη διάλυση του «κομμουνιστικού μπλοκ», πράγμα που πέτυχε, το 1989 — 1990, με τη συνδρομή και των γραφειοκρατών των λεγόμενων σοσιαλιστικών χωρών.
Ο όρος «Αλησμόνητες Πατρίδες», στον οποίο τόσο επέμενε ο Ισαάκ Λαυρεντίδης, κρύβει μέσα του τον αλυτρωτισμό, την άποψη και την επιθυμία μαζί ότι «πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι δικά μας θα'ναι». Αυτός ο αλυτρωτισμός αποτελούσε εμπόδιο στα σχέδια του NATO, που έβαζε και βάζει σε πολύ υψηλότερο επίπεδο τη φιλία με την Τουρκία από ότι την Ελλάδα και τους Έλληνες, που λένε πολύ πιο εύκολα το «γιες», που συμφωνούν, δηλαδή, με όσα επιτάσσει η λυκοφιλική συμμαχία.
Ο αλυτρωτισμός, που χαρακτηρίζει, συνήθως, τους συντηρητικούς κύκλους, στην περίπτωση της «γείτονος Τουρκίας» αποτελούσε κάτι το απαράδεκτο και ο Ισαάκ Λαυρεντίδης πολύ εύκολα θα μπορούσε να γίνει το «μαύρο πρόβατο» της παράταξής του, αν οι ηγέτες της δεν ένιωθαν πλήρη βεβαιότητα για τη συναινετική στάση της συντριπτικής πλειοψηφίας της ηγεσίας του προσφυγικού ελληνισμού και ιδιαιτέρως των Ποντίων.
3.Οι «φιλικές σχέσεις» με τη «γείτονα Τουρκία», που αποτελούσαν, από την εποχή του Ελευθερίου Βενιζέλου (περίπου από το 1910, και με διακοπές, έως το 1933) και αποτελούν πάντα την πεμπτουσία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, δεν μπορούσαν και δεν μπορούν να επιτρέψουν σε κανέναν να αναφέρεται στα εγκλήματα των Τούρκων σε βάρος των Ελλήνων του Πόντου, της Μικράς Ασίας και της Θράκης - που αποτελούν αποδεδειγμένη γενοκτονία, που δεν αναγνωρίζει η ελληνική Βουλή - γιατί έτσι συνέφερε, πριν, στους Άγγλους και τους Γάλλους, και κατά τις τελευταίες δεκαετίες, στους Αμερικανούς.
Αντίθετα στην πολιτική αυτή και παρά το γεγονός ότι ήταν από το 1960 πρόεδρος του Κοινοβουλευτικού Ομίλου Ελληνοτουρκικής Φιλίας, ο Ισαάκ Λαυρεντί­δης τόλμησε να μιλήσει από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 για τα εγκλήματα των Τούρκων, συνεχίζοντας τις καταγγελίες του Θεοφύλακτου Θεοφύλακτου, των μέσων της δεκαετίας του 1920, και δίνοντας, έτσι, τη σκυτάλη στους νεότερους για τον σύγχρονο, δύσκολο και μακροχρόνιο αγώνα, που συνεχίζεται ανοιχτά, πλέον, από το 1985 (από το Α' Παμποντιακό Συνέδριο της Θεσσαλονίκης), για τη δικαίωση των αδικοχαμένων θυμάτων της τουρκικής θηριωδίας με την αναγνώριση της Γενοκτονίας σε βάρος του ελληνισμού της Ανατολής.
Δεν υπέστειλε ποτέ τη σημαία του αγώνα
Δεν ήταν, όμως, μόνον αυτές οι τολμηρές πράξεις του Ισαάκ Λαυρεντίδη, που τον καθιστούν ξεχωριστή προσωπικότητα μέσα στον προσφυγικό ελληνισμό. Ο ίδιος μίλησε με παρρησία — σε επίσης δύσκολους καιρούς — για τους Έλληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης, την οποία επισκέφθηκε το 1956, για τους νέους του χθες και του σήμερα, για τα πεπρωμένα της ελληνικής φυλής, μαχόμενος μέχρι το τέλος της ζωής του.

Πανος Καϊσίδης

Δημοσιογράφος-Συγγραφεας







Share
 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah