Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Φυγή των οπλαρχηγών και καπεταναίων στην Ελλάδα.

Ο Παύλος Τσαουσίδης με τα παλικάρια του, ύστερα από πολλές περιπέτειες ήρθε σε επαφή με Έλληνες και Αρμένιους αντάρτες της Ούγγιας και με 200 άν­δρες επιβιβάστηκαν σε 5 βενζίνες, που το Νοέμβριο του 1923 μπάρκαραν για τα παράλια της σοβιετικής Ρωσίας.
Βασίλ Αγάς
Βασίλειος Ανθόπουλος
Το ίδιο έγινε και με τους αντάρτες της Σαντάς. Τις ίδιες μέρες που έφευγαν οι αντάρτες του δυτικού Πόντου, οι αντάρτες της Σαντάς εξακολουθούσαν να πο­λεμούν. Ενώ ο άμαχος πληθυσμός είχε επιβιβαστεί ήδη στα πλοία για αναχώρηση προς την Ελλάδα, οι οπλαρχηγοί της Σαντάς κρατούσαν ακόμα τα λημέρια τους.
 Το Φλεβάρη του 1924, ο καπετάν Ευκλείδης Κουρτίδης,  βρίσκεται σε ένα σπίτι της Τραπεζούντας, κρυμμένος και κυνηγημένος, με άλλους 7 οπλαρχηγούς της Σαντάς. Μετά από προδοσία, συλλαμβάνονται από την αστυνομία και μετά από περιπέτειες, ταλαιπωρίες και τα­πεινώσεις αφέθηκαν ελεύθεροι να φύγουν.
Πληροφορίες που διαιωνίστηκαν (από τους παππούδες μας και καταγράφηκαν από μας, αναφέρουν ότι το 1923 αντάρ­τες των βουνών του Πόντου κατασκεύασαν στα βουνά πρόχειρες βάρκες μόνοι τους, τις οποίες με ολονύχτιες πορείες μετέφεραν οι ίδιοι με τα χέρια τους από τα βουνά στις παραλίες και ανοίχτηκαν στο πέλαγος.
 'Αλλοι κατάφεραν να φτάσουν αντίκρυ στα φυσικά παράλια, ενώ άλλοι χάθηκαν για πάντα στα κύματα. 
Η ένδο­ξη αντίσταση, το αποκορύφωμα του ένοπλου αγώνα ανεξαρτησίας του ελληνι­σμού του Πόντου πήρε το πιο τραγικό του τέλος. Όλοι σχεδόν οι μαχητές των ανταρτικών σωμάτων, ύστερα από περιπέτειες, έφτασαν στην Ελλάδα. 
Ευκλείδης Κουρτίδης
Πέθαναν άγνωστοι, άσημοι και περιφρονημένοι, για να μη θιγεί το πνεύμα της “ελληνοτουρκικής φιλίας” του 1930. Δεν τολμούσαν οι άνθρωποι ούτε καν να α­ναφερθούν στους αγώνες τους και έτσι οι νεώτερες γενεές, παρά το γεγονός ότι ζούσαν κοντά στους γίγαντες του αγώνα αυτού, δεν έμαθαν ποτέ τις ιδιότητές τους   και τη δράση τους.
 Έζησαν τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής τους με τις ανα­μνήσεις τους, καλλιεργώντας τη γης τους, ως νέοι Κιγκινάτοι. Εντάχθηκαν στα διάφορα πολιτικά και κοινωνικά σχήματα της χώρας και πολλοί από αυτούς σκο­τώθηκαν στη διάρκεια της κατοχής και στον εμφύλιο πόλεμο, και μεταξύ τους ο Ιστύλ αγάς, ο Κισά Μπατζάκ κ.ά. 

Στην εξέγερση της Δράμας και Δοξάτου ενά­ντια στη βουλγαρική κατοχή διαδραμάτισαν κύριο και σπουδαίο ρόλο.