Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Ο ΠΟΝΤΟΣ ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΠΟΛΕΜΟ 1914 - 1918

Η έκρηξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου βρήκε τους Έλληνες στον Πόντο σε μία ιδιόμορφη κατάσταση, καθώς από τη μία πλευρά, παρά τα μέτρα που είχαν ληφθεί εναντίον τους, είχαν διατηρήσει σημαντικό μέρος της ισχύος τους, από την άλλη η πολιτική των Νεότουρκων έδειχνε ξεκάθαρα πως το μέλλον ήταν δυσοίωνο. Η δυνατότητα προσωρινής απαλλαγής από την επιστράτευση αποτέλεσε για μία ακόμη φορά ένα μέσο οικονομικής αφαίμαξης των Ελλήνων. Παράλληλα, άρχισε να δημιουργείται ένα κλίμα τρομοκράτησης των Ελλήνων με επιθέσεις, βιαιοπραγίες και δολοφονίες, οι οποίες πραγματοποιούνταν από σώματα εθελοντών τσετών.
Συνήθως απελευθερωμένων ποινικών κρατουμένων, που συγκροτήθηκαν αμέσως μετά την έναρξη του πολέμου. Με την είσοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο, τον Οκτώβριο του 1914, η κατάσταση επιδεινώθηκε όχι μόνο με την αύξηση της τρομοκράτησης, αλλά και με τη λεηλασία Ελληνικών περιουσιών με αφορμή τις επιτάξεις, την ολοκληρωτική εφαρμογή του αποκλεισμού, την επιβολή νέων φόρων, εισφορών υπέρ του στρατού κ.ά. Έτσι, μέχρι το τέλος του πολέμου ελάχιστοι Έλληνες έμποροι επιβίωσαν οικονομικά. Περισσότερο, στην αρχή του πολέμου, υπέφερε από τις Οθωμανορωσικές συγκρούσεις ο ανατολικός Πόντος, καθώς αποτέλεσε ένα από τα μέτωπα του πολέμου.
Τα Οθωμανικά στρατεύματα που στρατοπέδευσαν εκεί προέβησαν σε ποικίλες αυθαιρεσίες κατά των Ελληνικών χωριών των συνόρων, τα οποία είχαν να αντιμετωπίσουν και τα δεινά του κυρίως πολέμου. Τα χωριά αυτά μάλιστα μετά την ήττα του Οθωμανικού στρατού τον Ιανουάριο του 1915 δέχθηκαν επιθέσεις και λεηλατήθηκαν από Οθωμανούς στρατιώτες και από ομάδες τσετών. Αλλά και οι παράλιες πόλεις της περιοχής, κυρίως η Τραπεζούντα και η Τρίπολη, δέχτηκαν βομβαρδισμούς από Ρωσικά πλοία με την έναρξη του πολέμου. Οι Νεότουρκοι, προκειμένου να δικαιολογήσουν και τις συντριπτικές ήττες στον Καύκασο, τις απέδωσαν στη στάση των Ελλήνων και των Αρμενίων.
Έτσι, οι Έλληνες στρατιώτες δεν τοποθετούνταν σε ένοπλα σώματα του Οθωμανικού στρατού, αλλά στα γνωστά τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού), που είχαν δημιουργηθεί τον Σεπτέμβριο του 1914. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε στη φυγοστρατία ή στη λιποταξία ακόμη περισσότερους Έλληνες, οι οποίοι κατέφυγαν περισσότερο στα βουνά του Πόντου, αφού η φυγή στη Ρωσία ήταν δύσκολη, και σχημάτισαν τα πρώτα ανταρτικά σώματα. Οι Νεότουρκοι, με αφορμή τη φιλορωσική στάση των Αρμενίων στον πόλεμο, αποφάσισαν τον εκτοπισμό τους, δηλαδή την εξόντωσή τους, από την ανατολική Μ. Ασία.
Η εξόντωση, που ξεκίνησε τον Απρίλιο του 1915, γρήγορα έλαβε ολοκληρωτική μορφή, συμπεριλαμβάνοντας και τους Αρμενίους του Πόντου (περίπου 60.000), ο εκτοπισμός και η εξόντωση των οποίων πραγματοποιήθηκαν τον Ιούνιο του 1915. Αν και οι σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Αρμενίων του Πόντου δεν θα χαρακτηρίζονταν καλές, οι Έλληνες προσπάθησαν, και σε ένα ορισμένο βαθμό κατάφεραν, να τους βοηθήσουν, όπως έγινε στην Τραπεζούντα από το μητροπολίτη Χρύσανθο και στην Αμισό από το μητροπολίτη Γερμανό. Η βοήθεια προς τους Αρμενίους έδωσε την αφορμή στους Νεότουρκους να προχωρήσουν σε διώξεις Ελλήνων και να δημιουργήσουν ένα κλίμα τρομοκρατίας προοιωνίζοντας τους διωγμούς των Ελλήνων.

Στο δυτικό Πόντο, μάλιστα, τον Σεπτέμβριο του 1915 πραγματοποιήθηκε εκτοπισμός οικογενειών φυγόστρατων και λιποτακτών, χωρίς όμως να λάβει ιδιαίτερη έκταση. Φαινόταν ότι το καθεστώς σκλήρυνε τη στάση του με νέες επιτάξεις, βαριές φορολογίες και εξισλαμισμούς ορφανών Ελληνόπουλων. Την ίδια περίοδο όμως άρχισαν να κάνουν πιο αισθητή την παρουσία τους κάποιες Ελληνικές ανταρτικές ομάδες, όπως αυτή του καπετάνιου Βασιλείου Ανθόπουλου (Βασίλ Αγά ή Βασιλούστα) που κατάφερε στη Σεβάστεια να απελευθερώσει ένα Ρώσο στρατηγό.
Στις αρχές του 1916 η κατάσταση στο μέτωπο του Καυκάσου άλλαξε, καθώς οι Ρώσοι με οργανωμένη επίθεση κατάφεραν να κάμψουν την αντίσταση του Οθωμανικού στρατού και να προελάσουν στον ανατολικό Πόντο, όπου οι Έλληνες τους υποδέχονταν σαν απελευθερωτές. Τα Οθωμανικά στρατεύματα, όμως, κατά την υποχώρησή τους προέβησαν σε εκτεταμένες λεηλασίες Ελληνικών χωριών, φόνους και εκτοπισμό Ελλήνων. Η Ρωσική προέλαση στις αρχές Απριλίου έφτασε στην Τραπεζούντα και στις 5/18 Απριλίου οι Ρώσοι κατέλαβαν την πόλη χωρίς αντίσταση, τη διοίκηση της οποίας είχε παραδώσει ο βαλής Μεχμέτ Τζεμάλ Αζμή στο μητροπολίτη Τραπεζούντος Χρύσανθο, λέγοντας «από εσάς την πήραμε και σε εσάς την παραδίδουμε».
Οι Ρώσοι έγιναν δεκτοί με ενθουσιασμό από τους Έλληνες, πολλοί από τους οποίους πίστεψαν ότι ο Οθωμανικός ζυγός είχε λήξει οριστικά. Η Ρωσική προέλαση σταμάτησε στο τέλος Ιουλίου κοντά στην Τρίπολη, περίπου στα όρια των περιοχών που είχαν συμφωνηθεί να δοθούν στη Ρωσία με τη μυστική Συμφωνία των Σάικς-Πικώ (13/26 Απριλίου 1916), απογοητεύοντας τους Έλληνες του δυτικού Πόντου που ήλπιζαν και αυτοί σε κατάληψη της περιοχής τους από το Ρωσικό στρατό. ωστόσο, ορισμένοι καπετάνιοι ανταρτικών ομάδων από τον δυτικό Πόντο ήρθαν σε επαφή το καλοκαίρι του 1916 με Ρώσους αξιωματικούς προκειμένου να τους πείσουν να προελάσουν, διαβεβαιώνοντάς τους για τη βοήθεια που θα τους προσέφεραν.
Εκτός όμως κάποιας ενίσχυσης σε όπλα και πολεμοφόδια, δεν πέτυχαν τίποτε περισσότερο, αφού το όριο της προέλασης ήταν αποφασισμένο. Ας σημειωθεί ότι αυτές οι ανταρτικές ομάδες είχαν φτάσει σε τέτοιο σημείο ισχύος ώστε είχαν πετύχει νίκες κατά του Οθωμανικού στρατού, όπως η ομάδα του Έλληνα καπετάνιου Αντών Πασά τον Απρίλιο του 1916. Η προέλαση του Ρωσικού στρατού έδωσε την αφορμή στο Νεοτουρκικό καθεστώς να εκτοπίσει οργανωμένα και μαζικά τους Ελληνικούς πληθυσμούς του δυτικού Πόντου. Η τακτική εξόντωσης ήταν διαφορετική από αυτήν που εφάρμοσαν κατά των Αρμενίων, πιθανόν για να μην προκαλέσουν την Ελλάδα.
Η εξόντωση πραγματοποιείτο όχι τόσο άμεσα με εκτελέσεις και σκηνοθετημένες επιθέσεις άτακτων Μουσουλμάνων, αλλά με έμμεσο τρόπο μέσω του «λευκού θανάτου», δηλαδή την υποβολή τους σε μακρές πορείες υπό αντίξοες καιρικές συνθήκες με σκοπό το θάνατό τους. Οι εκτοπισμοί των Ελλήνων ξεκίνησαν οργανωμένα τον Νοέμβριο του 1916 από την Τρίπολη και συνοδεύτηκαν από λεηλασίες και δημεύσεις Ελληνικών περιουσιών. Σύντομα οι διωγμοί επεκτάθηκαν στις περιοχές των μητροπόλεων Κολωνίας και Χαλδίας και στο τέλος του χρόνου στην περιοχή της Αμισού. Οι μόνες περιοχές που δεν υπέστησαν εκτεταμένο εκτοπισμό ήταν αυτές του εσωτερικού Πόντου.
Στην περιοχή της Αμισού και της Πάφρας σώθηκαν μόνο τα χωριά που προστατεύονταν από τους αντάρτες, οι ομάδες των οποίων ενισχύθηκαν από νέους που κατέφυγαν στα βουνά. Το επόμενο διάστημα, μάλιστα, έλαβε χώρα σειρά συγκρούσεων μεταξύ Οθωμανικού στρατού και ανταρτών, σε αρκετές από τις οποίες επικράτησαν οι αντάρτες. Τελικά, όμως, μετά και τη δολοφονία του καπετάνιου Αντών Πασά τον Αύγουστο του 1917 και πολύ περισσότερο με την παύση της βοήθειας από το Ρωσικό στρατό λόγω της Μπολσεβικικής Επανάστασης, το αντάρτικο αποδυναμώθηκε. Στον ανατολικό Πόντο οι σχέσεις Ελλήνων και Ρώσων ήταν στο μεγαλύτερο μέρος της Ρωσικής παρουσίας αρκετά καλές με μικρά μόνο κατά καιρούς προβλήματα.
Όπως και πολλοί άλλοι στον Πόντο, ο Χρύσανθος, που έχαιρε της εκτίμησης των Ρώσων, τασσόταν υπέρ της Ρωσικής παρουσίας, καθώς πίστευε ότι μέσω των εξελίξεων αυτών ο Πόντος θα έλυνε το εθνικό του πρόβλημα με κάποια μορφή αυτοδιάθεσης. Οι Έλληνες, με επικεφαλής τον Χρύσανθο, ακολούθησαν μία μετριοπαθή πολιτική έναντι των εκεί Μουσουλμάνων παρά τις διώξεις των Ελλήνων στον δυτικό Πόντο. Δεν ήταν δε λίγες οι φορές που ο Χρύσανθος προστάτεψε τους Μουσουλμάνους από Αρμένιους στρατιώτες του Ρωσικού στρατού. Η ήπια στάση του οδήγησε πολλούς Μουσουλμάνους πρόσφυγες στην επιστροφή τους στην περιοχή της Τραπεζούντας.
Ο Χρύσανθος ακολούθησε αυτή την πολιτική γνωρίζοντας το αβέβαιο των εξελίξεων, καθώς ήταν πιθανό να επανέλθει ο Οθωμανικός στρατός, και εκτιμώντας πως σε περίπτωση δίωξης των Μουσουλμάνων οι Νεότουρκοι του δυτικού Πόντου θα απαντούσαν με πολλαπλάσια αντίμετρα. Γι’ αυτό και ο Χρύσανθος απέτρεψε τους Έλληνες Μουσουλμάνους του Όφεως, που υπολογίζονταν σε 200.000, να αποκαλύψουν την αληθινή Χριστιανική τους πίστη, συστήνοντάς τους να το κάνουν όταν τελειώσει ο πόλεμος. Την κατάσταση στο Ρωσοκρατούμενο Πόντο ανέτρεψε η Φεβρουριανή Επανάσταση και πολύ περισσότερο η Οκτωβριανή. Η πρώτη αποτέλεσε το έναυσμα για εθνικές διεκδικήσεις των λαών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας.
Η προσωρινή κυβέρνηση όμως που προέκυψε από αυτήν αναγνώρισε αυτό το δικαίωμα μόνο στα «μεγάλα» έθνη της αυτοκρατορίας, ενώ διεμήνυε ότι δεν θα διεκδικούσε την προσάρτηση των νεοαποκτηθέντων περιοχών όπως ο Πόντος. Μολαταύτα, στο τέλος Μαΐου του 1917 υπήρξε πρόταση από Ρώσους αξιωματικούς για τη δημιουργία αυτόνομης παράλιας «αποικίας» για τους Έλληνες, που θα εκτεινόταν από τα Σούρμενα έως την Πάφρα, χωρίς όμως να υπάρξει έγκρισή της από τη Ρωσική ηγεσία. Προς αυτή την κατεύθυνση προσπάθησε να κινηθεί και ο Χρύσανθος, διαβλέποντας την αποχώρηση των Ρώσων, χωρίς όμως επιτυχία παρά την έγκριση των ενεργειών του και από την Ελληνική κυβέρνηση.

Χρύσανθος
Οι Έλληνες της Ρωσίας που πραγματοποίησαν το καλοκαίρι του 1917 συνέδριο στο Ταϊγάνιο δεν έλαβαν κάποια απόφαση για διεκδίκηση ανεξαρτησίας ή αυτονομίας του Ρωσοκρατούμενου Πόντου, αλλά ασχολήθηκαν περισσότερο με τη θέση τους μέσα στη Ρωσία. Η σημαντικότερη κίνηση αυτοδιάθεσης, η οποία είχε και συνέχεια μετά τον πόλεμο, ήταν αυτή που εκδηλώθηκε από τον Κ. Κωνσταντινίδη στο Παρίσι τον Οκτώβριο του 1917 με την οποία διεκδικείτο, αν και αρκετά θεωρητικά, για πρώτη φορά η ανεξαρτησία του Πόντου.
Οι εξελίξεις όμως στον ανατολικό Πόντο μετά την επικράτηση των Μπολσεβίκων κατέτειναν στην αντίθετη ακριβώς προοπτική, της επανόδου δηλαδή της Οθωμανικής εξουσίας στην περιοχή, αφού οι Μπολσεβίκοι είχαν δηλώσει ότι θα αποχωρούσαν από τα κατακτημένα εδάφη και ο Ρωσικός στρατός βρισκόταν υπό διάλυση. Η προσπάθεια του Προσωρινού Επιτροπάτου της Υπερκαυκασίας (στο οποίο συμμετείχαν η Γεωργία, η Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν) να αμυνθεί στην αναμενόμενη οθωμανική προέλαση δημιουργώντας εθνικές μεραρχίες, περιλαμβανομένης και ελληνικής, δεν είχε επιτυχία.
Από την Ελληνική Μεραρχία επανδρώθηκαν μόνο τρεις λόχοι, οι οποίοι έπειτα από περιορισμένη δράση διαλύθηκαν σταδιακά, φανερώνοντας την αδυναμία των Ελληνικών πληθυσμών του Καυκάσου να λειτουργήσουν συλλογικά και πολύ περισσότερο την αδυναμία δημιουργίας Ελληνικών στρατιωτικών σωμάτων από τις Ρωσικές περιοχές, τα οποία θα βοηθούσαν στην απελευθέρωση του Πόντου, όπως προτείνονταν κατά καιρούς στα διάφορα σχέδια που εκπονούνταν για απελευθέρωση του Πόντου. Οι Έλληνες της Τραπεζούντας από την πλευρά τους προσπάθησαν να οργανωθούν στρατιωτικά πολύ αργά, αφού ήδη ο οθωμανικός στρατός είχε ξεκινήσει την προέλασή του στις αρχές του Δεκεμβρίου του 1917.
Πριν από την έλευση του Οθωμανικού στρατού προηγούνταν πάντοτε οι τσέτες, οι οποίοι μαζί με μέρος των Μουσουλμάνων της κάθε περιοχής προχωρούσαν σε εκτεταμένες λεηλασίες των Ελληνικών περιουσιών, κατατρομοκράτηση των Ελλήνων, βιαιοπραγίες, ληστείες και καταστροφές. Όταν στο τέλος του Ιανουαρίου του 1918 η όποια Ρωσική αντίσταση στο μέτωπο του Πόντου κατέρρευσε, ο Οθωμανικός στρατός στις 10 Φεβρουαρίου 1918 κατέλαβε την Τραπεζούντα με «200 ρακένδυτους στρατιώτες» οι οποίοι προέβησαν σε λεηλασίες Ελληνικών περιουσιών. Η αποχώρηση των Ρώσων και η έλευση και πάλι της Νεοτουρκικής κυριαρχίας προκάλεσαν μεγάλη φυγή Ελλήνων προς τη Ρωσία, ο αριθμός των οποίων έφτασε τους 85.000.
Με τη συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόβσκ, τον Μάρτιο του 1918, ο Πόντος, το Καρς, το Αρνταχάν και το Βατούμ παραχωρήθηκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η προέλαση του Οθωμανικού στρατού συνεχίστηκε έως τον Ιούνιο καταλαμβάνοντας το Καρς, το μεγαλύτερο μέρος της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν και μικρό μέρος της Γεωργίας. Οι περισσότεροι από τους Έλληνες του Καρς έφυγαν πριν έρθει ο Οθωμανικός στρατός και κατευθύνθηκαν προς το Βατούμ. Έπειτα από συγκρούσεις και μεγάλη ταλαιπωρία κατάφεραν οι περισσότεροι από αυτούς τους πρόσφυγες να καταφύγουν στην Ελλάδα το 1920.
Η κατάσταση στον Πόντο έως το τέλος του πολέμου παρέμεινε σχεδόν ως είχε χωρίς ιδιαίτερες μεταβολές, με τις διώξεις των Ελλήνων να συνεχίζονται. Η ανακωχή του Μούδρου τον Οκτώβριο του 1918 βρήκε τον Ελληνισμό του Πόντου σε σημαντικό ποσοστό εκτοπισμένο, με μεγάλες πληθυσμιακές απώλειες και οικονομικά κατεστραμμένο.


πηγή: http://greekworldhistory.blogspot.gr/