Κλίση ουσιαστικών

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2018


 Ουσιαστικά αρσενικά

ΕΝΙΚΟΝ (ΕΝΙΚΟΣ)
 Ονομ. ο νοικοκύρτς (ο νοικοκύρης), ο γέρον (ο γέρος).
 Γεν. τη νοικοκύρ (του νοικοκύρη), τη γέρονος (του γέρου).
 Αιτ. τον νοικοκύρ (τον νοικοκύρη), τον γέρον (τον γέρο).
 Κλητ. νοικοκύρ (νοικοκύρης) γερο (γέρε).

ΠΛΕΘΕΝΤΙΚΟΝ (ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ)
 Ονομ. οι νοικοκύρ (οι νοικοκύρηδες), οι γερ (οι γέροι).
 Γεν. τη νοικοκύρτς (των νοικοκύρηδων), τη γέρτς (των γέρων).
 Αιτ. τη νοικοκύρτς (τους νοικοκύρηδες), τη γέρτς (τους γέρους).
 Κλητ. Νοικοκύρ (νοικοκύρηδες), γέρ (γέροι).


Ουσιαστικά θηλυκά

ΕΝΙΚΟΝ (ΕΝΙΚΟΣ)
 Ονομ. η θάλασσα (η θάλασσα), η ζάχαρη (η ζάχαρη).
 Γεν. τη θάλασσας (της θάλασσας), τη ζάχαρης (της ζάχαρης).
 Αιτ. την θάλασσαν (τη θάλασσα), την ζάχαρην (τη ζάχαρη).
 Κλητ. θάλασσα (θάλασσα), ζάχαρην (ζάχαρη).

ΠΛΕΘΕΝΤΙΚΟΝ (ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ)
 Ονομ. τα θάλασσας (οι θάλασσες), τα ζάχαρτα (οι ζάχαρες).
 Γεν. τη θάλασσας (των θαλασσών), τη ζάχαρης (των ζαχάρων).
 Αιτ. τα θάλασσας (τις θάλασσες), τα ζάχαρτα (τς ζάχαρες).
 Κλητ. θάλασσας (θάλασσες), ζάχαρτα (ζάχαρες).

Ουσιαστικά ουδέτερα

ΕΝΙΚΟΝ (ΕΝΙΚΟΣ)
 Ονομ. το άλογον (το άλογο), το κύμαν (το κύμα).
 Γεν. τη άλογονος (του αλόγου), τη κυματί (του κύματος). 
Αιτ. το άλογον (το άλογο), το κύμαν (το κύμα).
 Κλητ. άλογον (άλογο), κύμαν (κύμα).

ΠΛΕΘΕΝΤΙΚΟΝ (ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ)
Ονομ. τα άλογα (τα άλογα), τα κύματα (τα κύματα).
Γεν. τη αλογί (των αλόγων), τη κυματί (των κυμάτων).
Αιτ. τα άλογα (τα άλογα), τα κύματα (τα κύματα).
Κλητ. άλογα (άλογα), κύματα (κύματα).

Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah