Η ξενιτεία ση Σαντά.

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2018

Πιστοφάντων Σαντάς
Η όμορφη και περήφανη βουνίσια πολιτεία,η αδούλωτη,ηρωική, λεβεντογέννα Σαντά, είχε ένα μεγάλο μειονέκτημα: Δεν μπορούσε να θρέψει τα παιδιά της!!
Το έδαφος της άγονο ,το κλίμα της ψυχρό, αδύνατη επομένως η καλλιέργεια της γης. Τα  ελάχιστα δημητριακά και η  κτηνοτροφία δεν ήσαν αρκετά. Δεν  έμενε παρά μόνο ο δρόμος  της σκληρής ξενιτιάς. Δρόμος πικρός οδυνηρός και κάποτε μοιραίος!!

"Θα ξενιτεύ'νε οι πεκιάρ' και κλαίγ'νε τα κορτσόπα
Θα ξενιτεύ'νε οι παντρεμέν' και κλαίνε οι νυφάδες
Θα ξενιτεύ'νε μικρόπουλα και κλαίγ'νε οι μανάδες."

Μάτωνε η καρδιά της Σανταίας μάνας σαν αποχαιρετούσε το σπλάχνο της που παιδόπουλο  ακόμη παιδί στα δεκατέσσερα,το έστελνε στην ξενιτιά ,"για γαζάνεμαν", να εξοικονομήσει  δηλαδή μερικά χρήματα που θα τον βοηθούσαν στην αποκατάσταση του.
Κρυφόκλαιγαν απελπισμένα τα  κοριτσόπουλα της Σαντάς για τον ξενιτεμό των παλικαριών  που ήταν ο αρραβωνιαστικός , ο αγαπημένος , ο αφανέρωτος καμιά φορά έρωτας.
Οι νυφοπούλες δεν προλάβαιναν να χαρούν την αγάπη,την στοργή,τη συντροφιά του άντρα. Πριν ακόμη γνωριστούν καλά - καλά πριν προλάβουν να ζήσουν τις χαρές της συζυγικής  ζωής τις άφηναν στην βασανιστική τους μοναξιά , για να φύγουν στην μακρινή ξενιτιά.
Και φεύγανε . Πάντα φεύγανε , για να ξανάρθουν ύστερα από μερικά χρόνια , να  σκαρώσουν κανένα παιδί ακόμη , να ξαναφύγουν πάλι και πάλι και πάντα η ίδια θλιβερή ιστορία.
Οικογένεια στο Πασχαλινό τραπέζι
Λίας Ελευθεριάδου

Φεύγανε συνήθως την άνοιξη μετά το Πάσχα  ,στην πιο όμορφη , πιο μαγευτική εποχή. Τα χιόνια έλιωναν στα βουνά και η άνοιξη έντυνε το χωριό με τα πιο όμορφα, τα πιο ευωδιαστά λουλούδια. Η γη γέμιζε με καταπράσινη χλόη και τα πουλιά έψελναν τον ερχομό της άνοιξης.
Η φύση ανανεωμένη και παραδεισένια , έδινε την εντύπωση πως ήταν η πρώτη μέρα της δημιουργίας. Και ο πόνος του χωρισμού γινόταν πιο βαρύς , πιο αβάσταχτος. Την εποχή που "έστηνε ο έρωτας χορό με τον ξανθό Απρίλη", την ώρα που όλα καλούσαν για μια ήρεμη και όμορφη ζωή, γεμάτη αγάπη και χαρά , οι νέοι άντρες του χωριού ήσαν αναγκασμένοι  να φεύγουν , να ξενιτεύονται...
Η ώρα του χωρισμού σκληρή! Ράγιζε η γης από τον πόνο, έκλαιγαν και οι πέτρες της ακόμη. Μια μέρα βουτηγμένη στο δάκρυ και τον πόνο. Κι ο πόνος γινότανε καημός και ο καημός  τραγούδι λυπητερό , πικρό και παραπονεμένο.  
Ίδιος ο πόνος του χωρισμού και γι αυτούς που έφευγαν και γι' αυτούς που έμεναν. Η Δευτέρα, μετά την Κυριακή του Θωμά , ήταν συνηθισμένη ημέρα αναχώρησης. Ύστερα από τα γλέντια, τις χαρούμενες μέρες της Λαμπρής, έρχονταν και το πικρό ποτήρι του  χωρισμού.
Φεύγανε οι ξενιτεμένοι. Γέμιζε ο κόσμος μοιρολόγια και δάκρυα. Δάκρυα πνιχτά-βουβά, πικρά φαρμακωμένα. Με δακρυσμένα μάτια και σφιγμένη την καρδιά, άφηναν οι άντρες πατρίδα , σπίτι και δικούς τους και κινούσαν για μέρη μακρινά, ξένα και αφιλόξενα, όπως Ρωσία , Περσία και Κίνα ακόμη.
Στο σπίτι όλοι βυθίζονταν στη θλίψη και στην απελπισία . Αγωνία, φόβος και  αμφιβολία  φώλιαζε στην ψυχή τους.
Ποιος ξέρει πότε θα γύριζαν και αν θα ξαναγύριζαν. Οι νιόπαντρες, οι νέες γυναίκες που τις κατάτρωγε τα σωθικά το σαράκι του χωρισμού τραγουδούσαν με πόνο και απελπισία:

"Σην Περσίαν αχπάσκεσαι,τρία χρόνα αράμι,
καρδίαν θελ'να ταγιανεύ' και να μη φερ' βαράμι"

Για την Περσία ξεκινάς , για τρία χρόνια στη σειρά
θέλει καρδιά ν' αντέξει για να μην πάθει φυματίωση



Πόπη Τσακμακίδου Κωτίδου
Φιλόλογος


Share
 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah