Ο ρόλος της εκκλησίας στην άλωση της Πόλης

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

Είναι γνωστό πως ο Μωάμεθ ο κατακτητής μετά την άλωση της Πόλης στα 1453 ήθελε οπωσδήποτε να αποφύγει την ένωση των Εκκλησιών, ανατολικής και δυτικής, για να μην αντιμετωπίσει καμιά καινούρια σταυροφορία, που θα δημιουργούσε ανωμαλίες στην αχανή αυτοκρατορία του. 
Σκέφτηκε, λοιπόν να εκμεταλλευτεί τους "ανθενωτικούς" του Βυζαντίου και χορήγησε μ' όσο το δυνα­τόν περισσότερα προνόμια το Πατριαρχείο, για να μπορεί με ένα πανούργο και μεγαλεπήβολο σχέδιο να εξουσιάζει τους πιστούς της χριστιανοσύνης. Έτσι άλ­λωστε εξηγείται και το μίσος των κληρικών της ανατολής κατά του μεγάλου ου­μανιστή, Ιεράρχη, πολιτικού, φιλοσόφου και φλογερού πατριώτη Βησσαρίωνα.
Βησσαρίων
Οικονομικά λοιπόν και πολιτικά ελατήρια, και ασφαλώς όχι ανθρωπιστικά, οδήγησαν το Μωάμεθ στην παραχώρηση των προνομίων προς τον Πατριάρχη και τον κλήρο και δεν ήταν ούτε "θέλημα Θεού" ούτε "η υπεροχή της χριστιανικής θρησκείας". Ο ιστορικός Zinkeisen γράφει ότι: "Ο Μωάμεθ εκμεταλλεύτηκε το μίσος των Βυζαντινών κατά των Λατίνων για να στερεώσει την αυτοκρατορία του".
Γι' αυτό την τρίτη κιόλας μέρα μετά από το πέσιμο της πόλης, έκανε Πατρι­άρχη τον αρχηγό των "ανθενωτικών" Γεώργιο Σχολάριο, το γνωστό στην ιστορία με το όνομα Γεννάδιο. Τον υποδέχθηκε ο Μωάμεθ στο παλάτι του με ακόμα με­γαλύτερες τιμές απ' αυτές που οι βυζαντινοί αυτοκράτορες υποδέχονταν το νέο Πατριάρχη και με Βεράτι (αυτοκρατορικό διάταγμα) του παραχώρησε τα θρη­σκευτικά και πολιτικά του προνόμια.
Όπως γράφει σχετικά ο χρονογράφος της εποχής Φραντζής (Χρονικό Γ), ο Γεννάδιος Σχολάριος υπήρξεν ο καλύτερος σύμμαχος του Μωάμεθ. Όχι μόνον με τα κηρύγματα του έσπειρε τη διχόνοια, αλλά εκαλλιέργει και τον φιλοτουρκισμόν.
Εξάλλου αυτός ο Νοταράς και οι άλ­λοι ομόφρονές του, καθώς και οι καλόγεροι και τα πλήθη της Κωνσταντινουπό­λεως, που ήσαν εχθροί των Παλαιολόγων και πολιτικοί αντίπαλοι της ενώσεως των Εκκλησιών, είχαν ανοίξει κάθε πόρτα του Κάστρου και έβαλαν τους Τούρ­κους μέσα στην πρωτεύουσα, ενώ ο πιστός στον Παλαιολόγο στρατός, επολεμούσεν ακόμα ηρωικά.
Άρα ουσιαστικώς ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού και της Κωνσταντινουπόλεως εσυνθηκολόγησε. Την εποχή εκείνη τρεις ήταν οι κατηγο­ρίες των πληθυσμών. Και πρώτα πρώτα ήσαν οι πατριώτες και οι πιστοί στον Πα­λαιολόγο που εκπροσωπούσαν την άποψη της άμυνας μέχρις εσχάτων. Έτσι, ο Παλαιολόγος σε πρόσκληση του Μεχμέτ του Β' να του παραδώσει την πόλη απα­ντά:
"Το την Πόλην σοι δούναι ούτ' εμόν εστίν ούτ' άλλου τινός των κατοικούντων εν αυτή. Κοινή γάρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φειδόμεθα της ζωής ημών".
Στην υπόλοιπη Ελλάδα κυριάρχησε πυκνό σκοτάδι και οι καρδιές των Ελλή­νων ραγιάδων πάγωσαν.
Ο Γεννάδιος Σχολάριος, με έγγραφη ομολογία πίστης και αφοσίωσης, με ε­ντολή του κατακτητή, σχηματίζει θα λέγαμε κυβέρνηση Κουίσλιγκς και συγκε­ντρώνει "δοτές" από τον κατακτητή εξουσίες σ' ολόκληρη τη Βαλκανική, που δεν τις είχε ούτε πριν από την άλωση.
Η πηγή όμως της εξουσίας του Πατριάρχη δεν είναι ο λαός ούτε η συνέλευση του κλήρου, αλλά ο τύραννος, ο στυγνός δυνάστης και κατά συνέπεια, εκτελεί και διεκπεραιώνει τις εντολές του αφέντη του.
Ακόμη, για την επανάσταση του 1821 το πατριαρχείο και οι Δεσποτάδες εκτός από εξαιρέσεις δείχνουν εχθρικές διαθέσεις. Οι προύχοντες συνεργάζονται με τους Τούρκους, γιατί θεωρούνται όμηροι για την υποταγή των συμπατριωτών τους και δημιουργούν άλλοι έκοντες και άλλοι άκοντες, την ειδική τάξη των Κοτζαμπάσηδων, σε βάρος των συμπατριωτών τους.

Η Εκκλησία στην ανατολή ήταν και ως προς την πολιτική εξουσία ελέω κατα­κτητή. Ακόμη και απέναντι στο μεγάλο εθναπόστολο Ρήγα η Εκκλησία κράτησε εχθρική στάση.
Όσοι Πατριάρχες, Δεσποτάδες και απλοί κληρικοί τάχθηκαν με το λαό και ενάντια στον κατακτητή, έστω και σε ελάχιστο βαθμό, όπου έγιναν αντιληπτοί, πλήρωσαν ακριβά το τίμημα της πράξης τους.
Κι αυτοί είναι πολλοί, είναι πάμπολλοι, και στο πρόσωπο τους ο υπόδουλος ελληνισμός είδε τους νεομάρτυρές του. Πολλά τα παραδείγματα και πέρα από το ότι κατακρεούργησαν οι Τούρκοι τους φαναριώτες της Κωνσταντινούπολης, της Μολδοβλαχίας κ.ά. στα 1638, στραγγάλισαν τον οικουμενικό Πατριάρχη Κύριλλο Α', στα 1650 έπνιξαν τον Οικουμενικό Πατριάρχη Παρθένιο Β' στα 1657 απαγχόνισαν τον Πατριάρχη Παρθένιο Γ' το διάδοχο του Παρθενίου Β'.
Στα 1821 κρέμασαν τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε' και ταυτόχρονα και τους πρώην Πατριάρχες - Εθνάρχες Κύπρου και Ανδριανουπόλεως, ενώ στα 1912 έσφαξαν όλου τους κληρικούς της Σερβίας. Από τα στοιχεία που υπάρχουν φαίνεται πως την ίδια την επανάσταση του 1821, δεν την ενέκρινε η Εκκλησία έστω και σιωπηλά.
Share
 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah