Pages

Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

Οι διωγμοί και η γενοκτονία των Ελλήνων της Α. Θράκης, αρχές του 20ου αιώνα. ΜΕΡΟΣ 1ο

Στο Παγκόσμιο Συνέδριο των Θρακών, που έγινε τον Ιούνη 2006 στο Διδυμότειχο της Θράκης, αποφασίστηκε η καθιέρωση της 6ης Απριλη ως Ημέρας Μνήμης της Γενοκτονίας του Θρακικού Ελληνισμού, σε πανελλήνια και διεθνή κλίμακα. Έκτοτε, εκδηλώσεις για τη Γενοκτονία του Θρακικού Ελληνισμού διοργανώνονται και στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής από την Πανθρακική Ένωση ΗΠΑ «Ορφεύς». Η εκδήλωση του 2011 έγινε μπροστά στο κτίριο του ΟΗΕ, στη Νέα Υόρκη.

Ενιαίος χώρος η Θράκη από την αρχαιότητα
Από την αρχαιότητα, η Θράκη υπήρξε ένας ενιαίος χώρος, που περιλάμβανε τη σημερινή Δυτική Θράκη, δηλαδή το τμήμα της Θράκης που αποτελεί σήμερα περιφέρεια της Ελλάδας, την Ανατολική Ρωμυλία, η οποία το 1885 προσαρτήθηκε στη Βουλγαρία, και την Ανατολική Θράκη, η οποία κατά τη διάρκεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν περιοχή της, και από το 1922 είναι μέρος της ευρωπαϊκής Τουρκίας.

Οι διωγμοί κατά των Ελλήνων στη Θράκη
Στήν Ανατολική Θράκη, οι διωγμοί κατά των Ελλήνων πήραν τη μορφή γενοκτονίας, που είναι ιστορικά αποδειγμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη. Είναι, ωστόσο, αποσιωπημένη και ελάχιστα μνημονευμένη από την ελληνική ιστοριογραφία.
Ο καθηγητής του ΑΠΘ Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, στο βιβλίο του "Διωγμοί και Γενοκτονία του Θρακικού Ελληνισμού -Πρώτος ξεριζωμός, 1908-1917", γράφει στη σελίδα 14:
«Ουσιαστικότερο όμως όλων είναι ότι η αφετηρία των διωγμών και της γενοκτονίας του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας και αργότερα του Πόντου υπήρξε ο χώρος της Ανατολικής Θράκης. Εκεί δοκίμασαν και εφάρμοσαν για πρώτη φορά οι Νεότουρκοι και οι πάτρωνές τους Γερμανοί επιτελείς το μοντέλο των μετατοπίσεων των ελληνικών πληθυσμών και των εθνικών εκκαθαρίσεων, εκεί επέβαλαν τη γενοκτονική τους συμπεριφορά και εκεί αξιοποίησαν τα θλιβερά αποτελέσματα των πειραμάτων τους ώστε να τα επεκτείνουν, σχεδόν αμέσως, στη Δυτική Μικρά Ασία και αργότερα, σε κραυγαλέο βαθμό, στον Πόντο».
Η ελληνική Βουλή, με ομόφωνη απόφασή της το 1994, καθιέρωσε ως ημερομηνία μνήμης των θυμάτων τη 19η Μαΐου, ημερομηνία κατά την οποία, το 1919, ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα, για να αρχίσει την εκστρατεία του κατά των Ελλήνων.
Με δεύτερη απόφασή της το 1998, η ελληνική Βουλή καθιέρωσε ως ημέρα μνήμης των «θυμάτων της μικρασιατικής καταστροφής», γενικά, τη 14η Σεπτέμβρη, ημερομηνία κατά την οποία, το 1922, οι Τούρκοι έκαψαν τη Σμύρνη.
Στις 6 Απρίλη 1914, το «Μαύρο Πάσχα» για τους Θρακιώτες, έγιναν από τους Νεότουρκους διωγμοί, δολοφονίες, απελάσεις, διαρπαγές, εμπρησμοί και λεηλασίες κατά των Ελλήνων πολλών περιοχών της Ανατολικής Θράκης.
Για τη σωστή εκτίμηση των γεγονότων, όμως, είναι απαραίτητη η αναφορά σε εξελίξεις κατά τα προηγούμενα χρόνια, που συνδέονται άμεσα με τη γενοκτονία.

Ismail  Enver
Το κίνημα των Νεοτούρκων το 1908
Το 1908 ήταν ένα δυσοίωνο έτος για τις εθνικές μειονότητες της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Τη χρονιά εκείνη εκδηλώθηκε και επικράτησε το κίνημα των Νεοτούρκων, που έθεσε στο περιθώριο τον σουλτάνο. Το κίνημα ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη. Η Μακεδονία και η Ήπειρος, το 1908, ήταν ακόμη περιοχές τουρκοκρατούμενες. Ηγέτες του νεοτουρκικού κινήματος ήταν ο Ισμαήλ Ενβέρ πασάς, ο Μεχμέτ Ταλαάτ μπέης και ο Αχμέτ Τζεμάλ πασάς.
Οι Νεότουρκοι εμφανίστηκαν ως δύναμη μετασχηματισμού της απολυταρχικής αυτοκρατορίας σε σύγχρονη δημοκρατία, που η λειτουργία της θα καθοριζόταν από τις αρχές του ευρωπαϊκού διαφωτισμού. Ανάμεσα στους στόχους τους ήταν η κατάλυση της απολυταρχίας του σουλτάνου, η επαναφορά του Συντάγματος του 1876, η διενέργεια εκλογών και η εξασφάλιση ισονομίας και ισοπολιτείας για όλους τους υπηκόους της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Για τον λόγο αυτόν, οι εθνοτικές μειονότητες πίστεψαν πως θα άλλαζε ριζικά προς το καλύτερο η ζωή τους και ανταποκρίθηκαν με ενθουσιασμό στα μηνύματα των Νεοτούρκων. Όμως, μετά την επικράτηση του κινήματος τους, οι Νεότουρκοι ξέχασαν τα κηρύγματά τους για ισότητα, ελευθερία και ισονομία όλων των πολιτών και η καταπίεση των χριστιανικών πληθυσμών εντάθηκε και επεκτάθηκε.
Στο βιβλίο της «Ο πρώτος διωγμός των Ελλήνων στην Ανατολική Θράκη» - Θεσσαλονίκη 2010 - η Βασιλική Τσακόγλου αναφέρει τα ακόλουθα:
«Τον Αύγουστο του 1910 ένας από τους ηγέτες των Νεοτούρκων, ο Ταλαάτ, απευθυνόμενος κατά τη διάρκεια μυστικής συνεδρίασης στην τοπική επιτροπή  "Ένωση και Πρόοδος" της Θεσσαλονίκης, αποκάλυψε τις προθέσεις του κινήματος: Γνωρίζετε ότι το Σύνταγμα διακηρύσσει την ισότητα μεταξύ μουσουλμάνων και γκιαούρηδων, αλλά αντιλαμβάνεστε και αισθάνεστε όλοι ότι αυτό είναι αδύνατον.
 Ο ιερός νόμος, όλο το παρελθόν μας και τα αισθήματα εκατοντάδων χιλιάδων μουσουλμάνων, αλλά και των ίδιων των γκιαούρηδων, που πεισματικά αντιδρούν σε κάθε προσπάθειά μας να τους εξοθωμανίσουμε, αποτελούν αδιαπέραστο εμπόδιο για την επιβολή πραγματικής ισότητας. Προσπαθήσαμε, αλλά χωρίς επιτυχία, να μεταβάλλουμε τον γκιαούρη σε νομιμόφρονα Οθωμανό, και όλες οι σχετικές προσπάθειες δεν μπορούν παρά να αποτύχουν, αφόσον τα μικρά ανεξάρτητα βαλκανικά κράτη εξακολουθούν να είναι σε θέση να διαδίδουν διασπαστικές ιδέες μεταξύ των κατοίκων της Μακεδονίας.
Επομένως δεν είναι δυνατόν να τίθεται θέμα ισότητας, ωσότου επιτύχουμε τον εξοθωμανισμό της αυτοκρατορίας ...», σελ. 72-73.
Το κίνημα των Νεοτούρκων ενισχύθηκε και από την επεκτατική πολιτική της Γερμανίας, η οποία ζητούσε να ανοίξει δρόμο προς τη Μικρά Ασία, και από εκεί στην Ασία, σε αναζήτηση αγορών για τα γερμανικά βιομηχανικά προϊόντα, πρώτων υλών για τη βιομηχανία της, καθώς και πετρελαίου. Έτσι ξεκίνησε η «πορεία προς Ανατολάς», όπως είχε γίνει γνωστή η διείσδυση της Γερμανίας στην οθωμανική αυτοκρατορία.
 Γερμανοί αξιωματικοί είχαν αναλάβει την εκπαίδευση των ενόπλων δυνάμεων της οθωμανικής αυτοκρατορίας, και σε μεγάλο βαθμό ήταν συνένοχοι με τους Τούρκους για τους διωγμούς των Ελλήνων και των Αρμενίων, γιατί τους θεωρούσαν οικονομικούς αντιπάλους.
Mehmet  Talaat

Ιστορικό πλαίσιο — Οι βαλκανικοί πόλεμοι του 1912 - 1913
Όταν οι Νεότουρκοι διαπίστωσαν πως ο στόχος τους για τον εκτουρκισμό των εθνοτικών μειονοτήτων δεν επρόκειτο να πραγματοπιηθεί με την πειθώ και με ειρηνικά μέσα, άρχισαν να υιοθετούν βίαια μέτρα, όπως δολοφονίες, διωγμούς, μαζικές εκτοπίσεις και κατασχέσεις των περιουσιών των αλλοεθνών, αρχίζοντας από τους χριστιανικούς πληθυσμούς της Βαλκανικής Χερσονήσου. Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν την Ελλάδα, τη Σερβία, τη Βουλγαρία και το Μαυροβούνιο σε προσέγγιση για την από κοινού αντιμετώπιση των τουρκικών βιαιοτήτων, με αποτέλεσαμ την υπογραφή αμυντικών συμφωνιών μεταξύ τους και τον σχηματισμό της Βαλκανικής Συμμαχίας.
Η άρνηση της Τουρκίας να δεχθεί τα αιτήματα της Βαλκανικής Συμμαχίας, που αφορούσαν την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων στις τουρκοκρατούμενες περιοχές της Βαλκανικής, οδήγησε στην κήρυξη πολέμου, στις αρχές Οκτωβρίου του 1912. Στον πόλεμο που ακολούθησε, σε σύντομο χρονικό διάστημα, οι Τούρκοι ηττήθηκαν σε όλα τα μέτωπα. Η Ελάδα απελευθέρωσε την Κεντρική Μακεδονία, την Ήπειρο και τα νησιά Χίος, Σάμος, Μυτιλήνη και Λήμνος. Οι Σέρβοι απελευθέρωσαν τη βορειοδυτική Μακεδονία και μπήκαν στα Σκόπια και στο Μοναστήρι, ενώ οι Βούλγαροι έφτασαν σε μικρή απόσταση από την Κωνσταντινούπολη και κατέλαβαν τη Δυτική Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία (τις πόλεις Καβάλα, Δράμα και Σέρρες) (α' βαλκανικός πόλεμος).
Η ηττημένη Τουρκία ζήτησε τη μεσολάβηση των Μεγάλων Δυνάμεων για την κατάπαυση των εχθροπραξιών. Τον Δεκέμβρη του 1912 άρχισε η διάσκεψη της ειρήνης και τον Μάη του 1913 υπογράφτηκε η Συνθήκη του Λονδίνου, σύμφωνα με την οποία η Τουρκία θα εγκατέλειπε τα εδάφη που κρατούσε στην ευρωπαϊκή ήπειρο, δυτικά του ποταμού Έβρου, στον νότο   μέχρι τη Μήδεια1 στον Εύξεινο Πόντο.
 Παράλληλα αναγνωριστηκε οριστικά η επικυριαρχία της Ελλάδας στην Κρήτη.
Παρά τη Συνθήκη του Λονδίνου, η Βουλγαρία συνέχισε να διεκδικεί τη Μακεδονία και την Ανατολική και Δυτική Θράκη. Τον Ιούνη του 1913, ο βουλγαρικός στρατός επιτέθηκε εναντίον των ελληνικών δυνάμεων στη Νιγρίτα Σερρών και εναντίον των σερβικών στη σκοπιανή σήμερα πόλη Γευγελή, κοντά στον Αξιό, στα σύνορα με την Ελλάδα. Στη συνέχεια, στον πόλεμο εναντίον της Βουλγαρίας μπήκαν και η Ρουμανία και η Τουρκία, με αποτέλεσμα να νικηθούν οι Βούλγαροι και να ζητήσουν ανακωχή (β' βαλκανικός πόλεμος).
Στις 28 Ιουλη 1913 υπογράφτηκε στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας η ομώνυμη συνθήκη, σύμφωνα με την οποία τα βορειοανατολικά σύνορα της Ελλάδας έφτασαν μέχρι τον ποταμό Νέστο, περιλαμβάνοντας τις Σέρρες, τη Δράμα και την Καβάλα, δηλαδή την Ανατολική Μακεδονία. Η Δυτική Θράκη παρέμεινε στην επικράτεια της Βουλγαρίας και η Ανατολική στην επικράτεια της Τουρκίας. Τα νησιά του Αιγαίου, εκτός από τα Δωδεκάνησα, που κατείχε η Ιταλία από το 1911, με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας του Φλεβάρη του 1914, παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα.
Έλληνες στρατιώτες συνοδεύουν Βούλγαρους αιχμαλώτους

Ο β’ παγκόσμιος πόλεμος2
Τον Αύγουστο του 1914, έναν χρόνο, περίπου, μετά τη λήξη του β’ βαλκανικού πολέμου, ξέσπασε στην Ευρώπη ο α' παγκόσμιος πόλεμος, με την Τουρκία και τη Βουλγαρία να παίρνουν το μέρος των Κεντρικών Δυνάμεων, της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας. Η Ελλάδα παρέμεινε ουδέτερη τα πρώτα χρόνια, γιατί ο γερμανόφιλος βασιλιάς Κωνσταντίνος αρνιόταν να δεχτεί τη γνώμη του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, που ήθελε να πάει η Ελλάδα με το μέρος των Αγγλογάλλων.
Τον Αύγουστο του 1916, ο Βενιζέλος σχημάτισε δεύτερη κυβέρνηση - εκτός από εκείνη της Αθήνας, τη βασιλική - στη Θεσσαλονίκη. Μετά από τις πιέσεις της Αγγλίας και της Γαλλίας, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τον θρόνο τον Ιούνη του 1917 και να φύγει από την Ελλάδα, αφήνοντας στον θρόνο τον δευτερότοκο γιο του, τον Αλέξανδρο.
Στη συνέχεια, η κυβέρνηση του Βενιζέλου εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και κήρυξε τον πόλεμο εναντίον των Κεντρικών Δυνάμεων, και επομένως και εναντίον της Βουλγαρίας, που κατείχε τη Δυτική Θράκη, και της Τουρκίας, που κατείχε την Ανατολική Θράκη. Ο ελληνικός στρατός πήρε μέρος στις επιχειρήσεις των Συμμάχων στο βαλκανικό μέτωπο και στις 17 
Μαη 1918 νίκησε θριαμβευτικά τους Βούλγαρους στο Σκρα — Ραβινέ.
Λίγο αργότερα, αγγλογαλλικές δυνάμεις κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη, όπου εγκαταστάθηκε τμήμα ελληνικού στρατού, ενώ το θωρηκτό του ελληνικού στόλου «Αβέρωφ» αγκυροβόλησε στον Βόσπορο, έξω από την Κωνσταντινούπολη·
Ο α' παγκόσμιος πόλεμος έληξε τον Νοέμβριο του 1918, με την ήττα της Γερμανίας, της Αυστροουγγαρίας και των συμμάχων τους, μεταξύ των οποίων ήταν και οι γειτονικές χώρες της Ελλάδας, η Βουλγαρία και η Τουρκία, με τις οποίες η Ελλάδα είχε εδαφικές διαφορές.
Λόγω της συμμαχίας της Ελλάδας με τις νικήτριες Μεγάλες Δυνάμεις, στις συνθήκες που ακολούθησαν για τον καθορισμό των συνόρων των διαφόρων χωρών, ο πρωθυπουργός Ελευθέριο Βενιζέλος απέσπασε τις καλύτερες διευθετήσεις για την Ελλάδα, όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια. 
Δυστυχώς, όμως, η κατάσταση αυτή έμελλε να κρατήσει μόνον  για λίγα χρόνια, γιατί μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, τον Σεπτέμβρη του 1922, η Ανατολική Θράκη επιστράφηκε στην Τουρκία, και με την ανταλλαγή των πληθυσμών που ακολούθησε μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας, οι Έλληνες της Ανατολικής Θράκης, όπως και οι Έλληνες της Μικράς Ασίας και του Πόντου, ξεριζώθηκαν από τις πανάρχαιες πατρογονικές τους εστίες και μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα ως πρόσφυγες.
Θεωρήσαμε ότι η αναδρομή αυτή στα ιστορικά γεγονότα από το 1908 μέχρι το 1922 ήταν απαραίτητη ως πλαίσιο, για την ευκολότερη παρακολούθηση των διωγμών που υπέστησαν οι Έλληνες κάτοικοι της Ανατολικής Θράκης από τους Νεότουρκους, αλλά και για να αξιολογηθούν ακριβέστερα οι δικαιολογίες που προέβαλλαν, κατά καιρούς, για τις απάνθρωπες πράξεις τους.

Κυριάκος Αμανατίδης
Ομογενής στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, είναι ερευνητής της ιστορίας και λογοτέχνης. Έχει δική του εβδομαδιαία στήλη στην εφημερίδα «Νέος Κόσμος», από όπου σχολιάζει επίκαιρα και άλλα γεγονότα. 







1 .σ. σ. Μήδεια, πόλη της Ανατολικής Θράκης, στον Εύξεινο Πόντο, ανατολικά της Αδριανούπολης και βορειοδυτικά της Κωνσταντινούπολης. Το 1920-1922 βρισκόταν υπό ελληνική διοίκηση. Το έτος 2000 είχε 56.669 κατοίκους. Οι Τούρκοι την ονομάζουν Μι-ντιγιέ.

2.σ.σ. Ουσιαστικά ήταν ευρωπαϊκός πόλεμος, αφού όλες οι μάχες του έγιναν στα ευρωπαϊκά εδάφη και κυρίως στις περιοχές ανάμεσα στη Γερμανία και τη Γαλλία, όπου σκοτώθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες νέοι Ευρωπαίοι και σύμμαχοι Αμερικανοί.