Pages

Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

Δολοφονία του Κωνσταντίνου. Σιρμενίτσογλου

Το καλοκαίρι του 1920 ο Στάθης Εβλιάς μαζι με τον Κούφον τον Γιάννεν σκοτώσανε μια νύχτα τον Κων. Σιρμενίτσογλου μέσα στο μπακάλικο του που το είχε στην Δαφνούντα της Τραπεζούντας  και το πτώμα του το πέταξαν στην Ελεούσα.
1920: Το λιμάνι της Δαφνούντας στην Τραπεζούντα
Οι δύο αυτοί δολοφόνοι αρκετές μέρες συνέχεια κάθονταν στο μαγαζί του Σιρμενίτσογλου και πουλούσαν τα εμπορεύματα του σαν αντιπρόσωποί του. Αρκετά μάλιστα είδη όπως ρύζι, ζάχαρη, ελιές, σαπούνι κ. ά. έστειλαν στη Σαντά στον Λάμπο (Λαμπρίκα) αδελφό του Στάθη για να τα πουλήσει εκεί.
Και ο μεν Λάμπος πούλησε στη Σαντά εκείνα που του στείλανε, μα σαν απένταρος που ήταν ξόδεψε τα λεφτά σε λίγες μέρες και έμεινε πάλι άπένταρος. Οι αντάρτες μάθανε όλες αυτές τις λεπτομέρειες  και για να τιμωρήσουν τον Λάμπο πήγαν και του ζήτησαν να τους παραδώσει τα λεφτά που πήρε από τα κλοπιμαία, μα εκείνος δεν είχε ούτε δεκάρα να τους δώσει  και τότε οι  αντάρτες τον σκοτώσανε γιατί νομίσανε πως κρύβει την αλήθεια. Αυτό μόλις το έμαθε ο Στάθης ανέβηκε στα κοντινά τουρκοχώρια της Σαντάς, προσεταιρίστηκε πολλούς βασιβοζούκους Τούρκους των χωριών αυτών  και μαζί τους μπήκε στο έδαφος της Σαντάς για να  εκδικθεί τους αντάρτες και μάλιστα τους Κυρτογλάντας.
Μια νύχτα έστησε ο Στάθης ενέδρα στο Παύλ και όταν ήρθαν οι  αντάρτες να περάσουν από κει για το Ισχανάντων τους έριξε μαζί με τους συντρόφους του Τούρκους πολλές τουφεκιές. Εριξαν τότε κι οι αντάρτες και γενικεύθηκε η συμπλοκή. Στη συμπλοκή αυτή δεν έπαθε κανένας τίποτα, γιατί όλοι τους ήσαν ταμπουρωμένοι καλά. Την άλλη  μέρα διάλυσε ο Στάθης την παρέα του και κατέβηκε στην Τραπεζούντα, όπου τον περίμενε ο γιος του σκοτωμένου Σιρμενίτσογλου που κατέφθασε από την Ρωσία και ζητούσε απ’ αυτόν εκκαθάριση της περιουσίας του πατέρα του, χωρίς να ξέρει ότι δολοφόνος του πατέρα του ήταν ο Στάθης.
Ο Στάθης του είπε πως έστειλε όλα τα είδη του μπακάλικου στη Σαντά στον αδελφό του  και τον παρακάλεσε να πανε μαζί στη Σαντά να καθαρίσουν τον λογαριασμό. Ο εύπιστος αυτός νέος μαζί με τον Παύλο Τσουμπάν συνόδεψε τον Στάθη  ως τα σύνορα της Σαντάς. Εκεί στο δρόμο της Σεσλήκαγιας καθήσανε κάπου να ξεκουρασθούν  και εκεί που έσκυψε ο γιος του Σιρμενίτσογλου ανύποπτος να πιεί νερό από μια βρύση του άνοιξε το κεφάλι ο Στάθης με μια πιστολιά.
Ο Παύλος Τσουμπάνος σιώπησε τότε  απ' το φόβο του, μα λίγες μέρες αργότερα άμα είδε τον Στάθη να φεύγει για την Ελλάδα, κοινοποίησε το φόνο του  νέου στη Σαντά και παντού.

Μιλτιάδης Κ. Νυμφόπουλος
Εκπαιδευτικός
Ιστοριογράφος της Σαντάς