Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Κλίση του ρήματος μαθάνω (μαθαίνω)

Ενεστώς
Παρατατικός
Αόριστος
μαθίζω
εμάθιζα
εμάθεσα
μαθίεις
εμάθιζες
εμάθεσες
μαθίζ’
εμάθιζε(ν)
εμάθεσε(ν)
μαθίζο(υ)με
εμάθιζαμε
εμάθεσαμε
μαθίζετε
εμάθιζετεν
εμάθεσετε(ν)
μαθίζ’νε
εμάθιζαν
εμάθεσαν
ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ
μάθα (μάθον)
μαθέστε

Φράσεις
Θα μαθίζ' ατον γράμματα.
Τον σκύλον πολλά επορείς να μαθίεις.

Σανταίοι Μαθητές του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους 1909-1910