Pages

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Σφαγή των Αρμενίων κατά το 1915. ΜΕΡΟΣ 2ο

Αρχή του 1918 φεύγουν οι Ρώσοι από την Τραπεζούντα και επανέρχονται oι Τούρκοι. Πολλοί Αρμένιοι της Κίσιονας και άλλοι που γλύτωσαν  απ'  τη σφαγή έφυγαν στην Ρωσία, μα ήσαν και αρκετοί που δεν βρήκαν τον τρόπο να φύγουν και κατέφυγαν σε ελληνικά σπίτια.
Αρμένιοι οδηγούμενοι στην εξορία...στον θάνατο
Τότε ένας  Αρμένης του χωριού Βόνος, ο γιος του Τικράν, κατέφυγε στο σπίτι της Κυριακής Σπυριδοπούλου χωρίς να πάρει σοβαρά προφυλακτικά μέτρα. Έτσι πιάστηκε από τους Τούρκους, οι οποίοι τον έδεσαν πισθάγκωνα και πήραν μαζί του τον κατήφορο τού χωριού. Όταν πέρασε ο Αρμένης δίπλα από το σπίτι μας και μας έριξε την τελευταία του ματιά, ήταν να τον κλάψει κανείς.  Ήταν ματιά ανθρώπου που έβλεπε ανοιχτό τον τάφο του, που ζητούσε έλεος προστασία και βοήθεια  από  την φύση, από το Σύμπαν, από τον θεό! Αν τον βεβαίωνε κανείς εκείνη την ώρα πως θα γλυτώσει από τους Τούρκους δε θα μπορούσε να χαρεί  ο κακόμοιρος τη ζωή του περισσότερο από 5 δευτερόλεπτα, γιατί θα πάθαινε συγκοπή. Ναι, η ζωή έχει κάποια γλύκα, κάποια μυστήριο που μονάχα εκείνος που κινδύνεψε σοβαρά το αισθάνεται. Γι' αυτούς που κινδυνεύουν η δεύτερη ζωή είναι γλυκύτερη απ' την πρώτη. Πόσο αισθανόταν την ανάγκη της δεύτερης  αυτής ζωής  ο ταλαίπωρος εκείνος  Αρμένης!
Στην απαγωγή και στη δολοφονία του Αρμένη που λέμε συνετέλεσε πολύ ο Τούρκος Ρουστέμ Γιαζητσόγλου κάτοικος Σσμάρουξας. Με την πρωτοβουλία του άθλιου αυτού Ρουστέμ που ήταν ο φόβος και ο τρόμος των Ελληνίδων της Γεμουράς, οδηγήθηκε ο Αρμένης με δεμένα τα χέρια στο ποτάμι της Σιάνας  και  εκεί αφού πεζοπόρησε αρκετά και ταλαιπωρήθηκε, τουφεκίσθηκε άσπλαχνα στην περιοχή της Ανάληψης. Ο Ρουστέμ  ανάγκασε τότε και τους νοικοκυραίους του σπιτιού  όπου κρυβόταν ο  Αρμένης, τον Γιάννη και την Κυριακή, να τον ακολουθήσουν, αυτοί όμως μόλις ακούσανε τους πυροβολισμούς δραπετεύσανε και κατεβήκανε στην Τραπεζούντα.
Για την δολοφονία αυτού του  Αρμένη έκαμαν οι Τούρκικες αρχές κωμικές επιδείξεις  και παρουσιάζεται ανάγκη να πούμε εδώ μερικές  απ’ αυτές. Πρώτα πρώτα έδειξαν τάχα μεγάλο ενδιαφέρον να μάθουν πως σκοτώθηκε ο Αρμένης και ποιος τον σκότωσε. Ειδοποίησαν λοιπόν στο χωριό μας Βόνος να κατέβουν στην Τραπεζούντα οι  σπιτονοικοκυραίοι που τροφοδοτούσαν τον Αρμένη. Μα που σπιτονοικοκυραίοι;  Έγιναν καπνός καθώς είπαμε. Εμείς υποκριθήκαμε πως δεν ξέρομε τον τόπο της διαμονής τους και τότε άρχισαν οι Αρχές να μας δείχνουνε δόντια!
 Που μπορούσαμε ν’ αντισταθούμε στις απειλές αυτές; Οι Σανταίοι κάτοικοι του χωριού τρομαγμένοι με παρακάλεσαν τότε να κατέβω στην Τραπεζούντα και να βρω το κρησφύγετο των νοικοκυραίων. Κατέβηκα και τους βρήκα  και υποχρέωσα τον Γιάννη να παραδοθεί στις Αρχές για να μην πάθει το χωριό. Μόλις γύρισα στο χωριό άκουσα ότι όλοι οι κάτοικοι του χωριού κατηγορούνται ως τροφοδότες του  Αρμένη και καλούνται στο χωριό Κομερά για ν’ απολογηθούν. Τα χρειασθήκαμε! Ξεκινήσαμε καμιά δεκαριά άντρες για το χωριό. Εκεί τρέχανε οι αξιωματικοί δεξιά αριστερά, γυρεύανε τάχα τον τάδε ή το δείνα κακούργο, φωνάζανε, τσιρίζανε  και επιτέλους βρήκανε τον κακούργο, τον δολοφόνο! Και ποιον κακούργο αν  αγαπάτε;
Τον διαβόητο, τον αγαπημένο τους Ρουστέμ! Λοιπόν, τον έπιασαν και τον έδειραν—λέγε τον χαΐδεψαν— κοντά μας μ' ενα μαστίγιο με την πρόφαση πως σκότωσε τον  Αρμένη και δεν τον παράδωσε στις  αρχές! Εμάς τους Σανταίους μας χρειάζονταν εκεί για να δούμε και να διαλαλήσουμε στα πέρατα της οικουμένης πως οι Τούρκοι αποδίδουν αμερόληπτα την δικαιοσύνη—γιατί όχι αφού έδειραν τον Ρουστέμ—μα εμείς οικτείραμε τις αρχές για την κουτοπονηριά τους  κι ελεεινολογούσαμε το Τούρκικο κράτος που περίμενε να δει προκοπή με τέτοιους υπάλληλους. με τέτοιο σύστημα και με τέτοια κυβέρνηση. Και τότε ο αθεόφοβος Ρουστέμ έκλαιγε τάχα και δήλωνε μετάνοια για τον φόνο του  Αρμένη!
Από τις πρώτες μέρες της σφαγής έτυχε και η Σαντά να  έχει ζήτημα Αρμενίων.
Τα βουνά της Σαντάς  στάθηκαν άφωνοι μάρτυρες της Αρμένικης τραγωδίας. Οι Τούρκοι όχι μονάχα από τα παρχάρια της Σαντάς ξεθεμέλιωναν τους  Αρμένιους και τους εκτελούσαν στα βουνά μας  όπως είπαμε, αλλά και οδηγούσαν  από τα βουνά μας Αρμένιους της Τραπεζούντας στο εσωτερικό του Πόντου. Πολλοί  απ’ αυτούς, άντρες και γυναικόπαιδα, κατόρθωσαν στην περίσταση εκείνη να ξεφύγουν από τα χέρια των δημίων τους και να μπουν νύχτα στα δάση μας για να σωθούν. Επίσης και πολλοί  Αρμένιοι που είχαν τα παρχάρια τους στα βουνά μας, κρύφτηκαν κι αυτοί στα δάση και στα παρχάρια μας. Οι  δυστυχισμένοι αυτοί άνθρωποι μπαίνανε νύχτα στα χωριά της Σαντάς και παρακαλούσανε τους τυχών άτεκνους από μας να υιοθετήσουμε τα παιδάκια τους, υπόσχονταν  να πληρώσουν τα έξοδα της διατροφής των παιδιών  τους μετά την παύση των διωγμών και να παραλάβουν τα παιδιά τους. Επί 15 μέρες οι  Αρμένιοι κρύβονταν την  μέρα στα δάση και τη νύχτα έμπαιναν στα χωριά και ψωμοζητούσαν, μερικοί  αγόραζαν τρόφιμα με λεφτά, προπαντός με χρυσές  λίρες, κι αυτό  έδειχνε πως οι Αρμένιοι ήσαν λαός με ανεπτυγμένο το πνεύμα της αποταμίευσης.
Σο Καρακαπάν
Τις πρώτες μέρες της καταδίωξης των  Αρμενίων δύο Αρμένιοι κρύφτηκαν στο παρχάρι μας Κάτω Τσαρταχλού μέσα  στην καλύβα της Τεστελικίνας και περίμεναν το μοιραίο. Αλλοι 5-10 κρύφτηκαν σε μερικές καλύβες του παρχαρίου μας Ουζούν σιρτι. Οι Τούρκοι τσετέδες το μυρίστηκαν το πράγμα και βάλθηκαν να τους εξοντώσουν. Πήρανε με την βία μαζί τους τον Πολυχρόνη Τσουμπάν και   αρχίσανε την  έρευνα. Στο  Ουζούν σιρτι λίγο  έλειψε να πιαστούν οι  Αρμένιοι φυγάδες, ειδοποιηθήκανε όμως από τον Τσουμπάνο και φύγανε. Στο Τσαρταχλού η καταδίωξη των δύο Αρμενίων στάθηκε τραγική, γιατί δεν κατόρθωσε  να τους ειδοποιήσει κι αυτούς  ο Τσουμπάνος.
Οι Τούρκοι  τσετέδες σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχαν πήγανε ίσια στην καλύβα της Τεστελικίνας και χτυπήσανε την πόρτα. Ο ένας Αρμένης πετάχτηκε έξω, πυροβόλησε δεξιά κι αριστερά, σκόρπισε τους δειλούς τσετέδες και τόδωσε δρόμο, τον άλλο  όμως τον πιάσανε οι τσετέδες μέσ’ στην καλύβα, τον σκοτώσανε και πετάξανε το πτώμα του κάτω στον γκρεμό. Οι τσετέδες δεν έμειναν  ικανοποιημένοι με την   εκτέλεση αυτή του ενός  Αρμένη  και γύριζαν νύχτα μέρα στα παρχάρια Σαντάς για να  πιάσουν κι άλλους  Αρμένους  και να τους εξοντώσουν. Τέλος αφού  μαζέψανε  από παντού αρκετούς  Αρμένους τους φέρανε σου Τσαλαπόγλη τα ταφία  κι εκεί τους τουφεκίσανε και τους κυλήσανε στην κατηφοριά, αφού ρίξανε καταπάνω στα πτώματά τους την πέτρα του  αναθέματος.
Tις μέρες που γίνονταν τα  επεισόδια αυτά στα παρχάρια μας ήρθε κάποιος λοχαγός Τούρκος με το  απόσπασμά του και κατασκήνωσε στο Πιστοφάντων. Είχε αυτός διαταγή να κάνει  έρευνα για όπλα και στρατεύσιμους  και επιπλέον να μάθει αν κρύβουν οι Σανταίοι  Αρμένους. Ο λοχαγός αυτός έστειλε για τον ίδιο σκοπό κάποιον λοχία στο Ισχανάντων με 7 φαντάρους. Ο λοχίας μόλις μπήκε στο χωριό δεν πήγε να βρει τον μουχτάρη και τους προεστούς για να τους ανακοινώσει την διαταγή, παρά άρχισε να ψάχνει στα σπίτια για στρατεύσιμους και όπλα.
Οι στρατεύσιμοί μας ειδοποιημένοι από τα γυναικόπαιδα έγιναν καπνός  και ο λοχίας μοχθούσε άδικα. Τέλος έπιασε κάποιον νέο κουτσό, τον Ανδρόνικο Παυλίδη  και τον ανάγκασε με δαρμούς και απειλές να ομολογήσει  όλους τους στρατεύσιμους Ισχανάντων που ήσαν περίπου 40. Αμέσως τότε κάλεσε  τους προεστούς  Ισχανάντων  και μόλις παρουσιάστηκαν αυτοί πήρε και χτύπησε αλύπητα τα κεφάλια του μουχτάρη Γεωργίου Παρμαξούζ και του Χριστόφορου Γιαμάκ που ήσαν και οι δύο τους ογδοντάρηδες γέροι  και τους είπε: «Άτιμα σκυλιά,  εχθροί του κράτους, δεν μπορείτε πλέον να μου ξεφύγετε. Ο μόνος που θα σας κανονίσω θα είμαι εγώ». Ύστερα με άγριο ύφος, μίλησε και τους άλλους προεστούς και αφού τους έδειξε τον κατάλογο των στρατεύσιμων και των κατόχων όπλων τους διέταξε να του παρουσιάσουν αμέσως και τους στρατεύσιμους και τα όπλα τους. Οι προεστοί τάχασαν μη ξέροντας από που πήρε τις πληροφορίες ο λοχίας. Βρεθήκανε όλοι τους σε αμηχανία. Που να τολμήσουν να πουν στις μανάδες των στρατεύσιμων  να παραδώσουν τα παιδιά τους στον θάνατο! Ξέρανε ότι οι μανάδες των στρατεύσιμων θα ήσαν ευχαριστημένες να τουφεκίσουν οι ίδιες τα παιδιά τους παρά να τα παραδώσουν στο Τούρκικο σφαγείο!
'Ετσι λοιπόν δεν εκανα σχεδόν τίποτε εκτός από λίγα ψεύτικα όπλα που παρουσίασαν  και άφησαν τα πράγματα στην τύχη τους. Στο μεταξύ φάνηκαν  Αρμένιοι στο Πιστοφάντων  και ειδοποιήθηκε ο λοχίας αυτός να σπεύσει προς τα εκεί. Πριν φύγει κάλεσε τους προεστούς Ισχανάντων και τους είπε: "Τώρα φεύγω στο Πιστοφάντων. Στο γύρισμά θέλω όλους τους στρατεύσιμους σας και όλα τα τουφέκια σας. Αλλιώς δεν ξέρω τι θα πάθετε". Αυτά ήσαν αρκετά για ν’ αναστατώσουν τα χωριά. Οι γυναίκες μοιρολογούσαν για την τύχη των παιδιών τους και οι άντρες έσφιγγαν τις γροθιές τους από αγανάκτηση. Απλώθηκε νεκρική ,σιγή και μαύρο πένθος στο Ισχανάντων. Μερικές αντρογυναίκες του Ισχανάντων,  η Σιονάρα, η Θωμάβα κ.ά, έδιναν θάρρος στον πληθυσμό  και ορκίζονταν να  αντεπεξέλθουν μόνες εναντίον του λοχία  και ή να τον σκοτώσουν, ή να πεθάνουν για την σωτηρία των στρατευσίμων και για την τιμή της Σαντάς. Ευτυχώς τα πράγματα δεν έφτασαν ως εκεί. Από τύχη σκοτώθηκε ο άθλιος αυτός λοχίας στο Πιστοφάντων στην σύγκρουση με τους  Αρμένιους, όπως θα δούμε παρακάτω και έτσι σώθηκε ανέλπιστα το Ισχανάντων, καθώς και όλη η Σαντά. Μαζί μ' αυτόν τον λοχία έκανε φτερά και ο κατάλογος των στρατευσίμων Ισχανάντων.
Γιάμπολης ποταμός
Στο Πιστοφάντων τέλη Ιούνη του 1915 φάνηκαν 15  Αρμένιοι  οπλισμένοι. Αυτοί μέρα μεσημέρι, παρόντος του λοχαγού στο Πιστοφάντων, κατέβηκαν λίγο παρακάτω απ’ τα χωριά, μπήκαν στον ποταμό Γιάμπολης, λούσθηκαν και έπλυναν τα ρούχα τους με μεγάλη  απάθεια. Φαίνεται  πως επεδίωκαν να συγκρουστούν με τους Τούρκους. Οι Πιστοφανταίοι βρεθήκανε τότε σε μεγάλη αμηχανία. Να ειδοποιήσουν τον λοχαγό ή να μην τον ειδοποιήσουν; Κι ο λοχαγός φαίνεται μυρίστηκε την εμφάνιση των Αρμενίων, αλλά κοντά στον κίνδυνο προτίμησε να αγνοήσει την παρουσία τους και να πιεί τον καφέ του αμέριμνος, ώσπου να φοβηθούν οι Αρμένιοι και να φύγουν  και έτσι να την γλιτώσει φτηνά. Οι  Αρμένιοι όμως όχι μονάχα δεν έφυγαν, παρά πήραν και τα κατάλληλα μέτρα για να μπορέσουν στην  ανάγκη και να επιτεθούν. Μόλις βγήκαν  απ'  το ποτάμι έστειλαν δύο Αρμενόπαιδες να μπουν στο Πιστοφάντων και να ζητήσουν τροφές, μα τα άμοιρα αυτά παιδιά έπεσαν στην ενέδρα των Τούρκων και σκοτώθηκαν.
Ο λοχαγός που ειδοποιήθηκε στο μεταξύ για την παρουσία των  Αρμενίων, ειδοποίησε τον λοχία που βρισκόταν στο Ισχανάντων και τους άλλους λοχίες που είχε στις διαταγές του  και τους διέταξε να στήσουν ενέδρα στους  Αρμένιους και να τους συλλάβουν. Οι  Αρμένιοι μπήκαν νύχτα στο Πιστοφάντων και κρυμμένοι πίσω από τα σπίτια παραμόνευαν τους Τούρκους. Ο λοχίας  Ισχανάντων βγήκε ανύποπτος  να κάνει κατόπτευση, μα την έφαγε  στο κούτελο  και ..."παρ' τον κάτω". Οι  Αρμένιοι τον έγδυσαν, του πήραν το σακάκι και τ' άλλα ρούχα, του πήραν μάλιστα και τον  επικίνδυνο κατάλογο των στρατευσίμων Ισχανάντων και ύστερα στράφηκαν ενάντια στους άλλους Τούρκους, από  τους οποίους σκότωσαν εκείνη τη νύχτα 9 το όλο στρατιώτες και χωροφύλακες μαζί.
 Το πρωί της άλλης μέρας ειδοποιήθηκαν όλα τα χωριά της Σαντάς να παρευρεθούν στην κηδεία των τιμημένων (;) παιδιών της Τουρκίας. Όλοι οι προεστοί της Σαντάς ψευτοσυνόδεψαν την κηδεία, έφεραν μάλιστα και κάποιον μολλά  από  το Τσιοράχ και  έθαψαν τους 9 σ' ένα ύψωμα  απ' έξω απ'  το  Πιστοφάντων.

Μιλτιάδης Κ. Νυμφόπουλος
Εκπαιδευτικός
Ιστοριογράφος της Σαντάς