Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Ποντιακό Λεξιλόγιο (Ιδίωμα Σαντάς) Τ

ταβάν- κιρίσσια = δοκάρια ταβανιού
ταβάρα = εφιάλτης
ταβή (τ)= μάλωμα
ταβίζνε (τ)= μαλώνουν
τάβλα= στάβλος αλόγων
ταγαρτσιούχα(τ)= ασκοί
ταγή, ταή = ταγίνι
ταγιανίζ (τ)= αντέχει
ταγιανίζω (τ) = αντέχω
ταγιανεύ (τ) = αντέχει
ταγκαλάκ (τ)= ανόητε
ταγιανεύκεται (τ) = έγγίζει, κολλά τάγμαν = τάξιμο
τάγξ - μάγξ (εποίκεν) = σκόρπισε
ταγoυτεμένα (τ)= σκορπισμένα
τάη (τ)= θείε
τάϊ (τ)= πουλάρι

τάϊ (τ)= πουλάρι
τακάτ (τ) = δύναμη
ταμάχ (τ)= πλεονεξία
ταλγάδας (τ) = κύματα
ταλεύω = πιάνω με δύναμη, αρπάζω
ταμουά = αποτύπωμα
τάμαν, τάγμαν = τάξιμο
τάν (αρμεν.) = το υγρό που μένει στο βουτυρόκαδο, αφού αφαιρεθεί το βούτυρο
ταν- ταν =  ήχος αδειανής κοιλιάς
ταντανίζω = χορεύω το μωρό πάνω στα γόνατα
ταντανίτζα= χορός μωρού στα γόνατα
ταούλ (τ)= τύμπανο
ταουλτσής (τ)= τυμπανοκρούστης
ταπακέρα  = κουτί για τσιγάρα
ταπαχαδας (τ)= πατώματα
ταπάτια = ιδιώματα, χαρακτήρες
τάπλα= κάσ
ταραγά= ανάμικτα
 ταραγόν = ανάμικτον
ταράεις= ανακατώνεις
ταράεσαι = ανακατεύεσαι
ταράζ= ανακατώνει
ταραπολόζ (τ) = ζωνάρι της Τρίπολης
ταχτά - πιτη (τ) = κοριός 

ταχτά - πιτη (τ) = κοριός
ταχτζής (τ) = οικοδόμος
ταχτζιλούχ (τ) = οικοδομική
τεάμ = τάχα
τέϊ (τ) = τάχα,  άμποτε
τέϊλ (τ) = όχι μόνο
τέκια (τ) = άκρα
τέλ = σύρμα
τελάλτς (τ) = κήρυκας
τέμνος = εικονοστάσι
τεντέλ - μεντέλ = τρικλίζοντας
τεπούρ= μεγάλη ξύλινη πιατέλα ρηχή με την οποία καθάριζαν τα σιτηρά από τις πέτρες
τέρ, τέρεν = κύταξε
τερεί=βλέπει, κοιτάζει
τερεί λογαρίαν= κάνει λογαριασμό
τερέματα = περιποιήσεις
τέρεμαν= κοίταγμα
τέρεν= πρόσεχε
τερούν= κοιταζουν
τερμάν (τ) = γιατρικό
τεσσιακεύκεσαι = στρώνεσαι
τεσιάκ (τ)= στρώμα
τεζάκια (κουσκούρ)= πατημένη κοπριά χρησιμοποιουμένη για καύση
τηναν = όποιον
τιαβιακιαλής (τ) = μωρός, ηλίθιος
 τιαλήγανληδες (τ) = νέοι
τιακρίρ (τ)= κατάθεση
τιαμιάκ (τ) = δηλαδή
τιαμιρτζής (τ) = σιδεράς

τιαμιρτζής (τ) = σιδεράς
τιαμψίλ (τ)= παροιμία
τιανιακιά(τ)= δοχείο από τενεκέ
τιαπιάδας (τ) = κορυφές
τιαξιριάτ (τ)= εμπόδιο
τιαπιά= κορυφή
τιαριαλής (τ)= κατοικος των παραποτάμιων χωριών
τιάρτ (τ)= πάθος, λύπη
τιασλίμ (τ)= παράδοση
τιαστή, τιαστήν(τ)= πήλινη στάμνα
τιασεύνε = τρυπούν, ξεσχίζουν
τιαρτίπ (τ) = σχέδιο, τέχνασμα
τιαρτόπον = μικρό πάθος
τιασλίμ (τ) = παράδοση
 τιαστόπον (τ) = σταμνίτζα
τιάτια (τ) = πατέρα
τιατίκ (τ)= σκανδάλη
τιαφτιάρια (τ)= κατάστιχα
τιάφρ (ευτάει)= αποπέμπει
τιβόλ = κρυφτούλι
τιδέν = τίποτε
τιζ= ομαλό
τίζα= τσιμπούρι
τιζκίν (τ) = καπίστρι
τίκια (τ) = ανηφορικά
τιλκιάρ (τ) = μαραγκοί
τιμηκιαρία = εκείνη που τιμά άλλους
τινινί σικεΐμ (τ)= να γαμώ την πίστη σου
τίπ - τιριζ = τέλεια υγιής
τιριάκ (τ) = στύλος
τίσ τ' αιΐδια= κοίταξε τα κατσίκα...μην είσαι απρόσεκτος
τιτσιάρ (τ) = έμποροι
τογραεύω (τ) = κατακομματιάζω
τογρήν (τ)= σωστό , κανονικό
τογρία (τ) = κανονικά, σωστά
τόζ (τ)= σκόνη
τολ= δώδεκα πήχεις
τολάπ (τ)= ντουλάπα
τονανμάδας (τ)= πυροβολισμοί
τονατεμένον= στολισμένο
τονατεύνε= στολίζουν
τοπλαεύ (τ)= μαζεύει
τοπ (τ)= κανόνι
τοπλάεψον (τ)= μάζεψε
τούλοσον= να ησυχάσεις
τουλωτός= αρκετά ήσυχος
τουμπίν= ύψωμα, λόφος
τοπούζ (τ)= σιδερένια μπάλα
τουβαρόζ= άγνωστης σημασίας
τούλα= ήσυχα, αθόρυβα
τούλωσον= σώπα
τουσέκια (τ)= στρώματα
τουσμάν(τ)= εχθροί
τουτσ= ορείχαλκος
τρανός= αξιωματούχος
τραντέλλενας= υπερέλληνας
τραφία= ύψωμα που σχηματίζεται στην άκρη του κατηφορικού χωραφιού.
Τριβόλια

τριβόλια= αγκάθια μεγάλα
τρίγκαν= υπερβολικός βαθμός
τρίβκεσαι= τρίβεσαι
τρίμμαν= αλευρόσουπα
τρισέλλενας= τρεις φορές έλληνας
τριχάρι= τρίχα
τριχαλιγμένα= όχι πολύ μικρά
τριχαρένεν= καμωμένο από τρίχα
τρούτς= ήχος πορδής
τρυγονόπον= γυναικούλα
τσ' ή τσί= ποιος
τσαγγία= παπούτσια με ψηλό λαιμό
τσαγδά= τσεβδά
τσακ= κλήρος
τσακοπάρ= τσακισμένη πεντάρα
τσακοποδίεσαι= σπάνεις το πόδι σου
τσάμα= κλείσε τα μάτια
τσάντζαρα= αράχνη
τσάμιας= πλεξούδες μαλλιών
τσαραμπούλα= κολοφωτιά
τσάρια= τρίχες αλογοουράς
τσατσίν= τσάκνο
τσάφια= τα δάχτυλα του τυφοπόντικα με νύχια
τσαφίγ= να ξύνεσαι
τσέπλ= τσόφλι
τσεριγμένα= ξεσχισμένα
τσερίζω= ξεσχίζω
τσερτσοί= ακάθαρτοι
τσερίζνε= ξεσχίζουν
τσίλεμαν= τσίρλα
τσιλτεύω= κατουρώ
τσίλτεψον= να κατουρήσεις
τσιλίδια= αναμμένα κάρβουνα
τσιμίεται=  σφίγγεται
τσιμίζ= σφίγγει το βρεγμένο φόρεμα για να βγεί το νερό
τσιμπίζ= τσιμπά, κεντά
τσιμπίζω= κεντώ
τσινίκα= κλαψιάρα
τσίντζιρος= πολύ γέρος
τσιπία= ξυλάκια, κλαδάκια χωρίς φύλλα
τσιριχτά= τηγανίτες
τσιτσίν= βυζί
τσίρια= ξηρά φρούτα
τσιρνία = παραμικρή φωνή
τσιχάρ = τσιγάρο
τσοβ= πελεκούδι
τσόρια = χόρτα θερισμένα που σχηματίζουν γραμμή
τσουγκρών = κλαυθμηρίζει
τσουμούρ = σε βρασμένο νερό με βούτυρο ρίχνουν κομματάκια ψωμιά και τα βράζουν ωσότου να γίνουν πολτός
τσουμουρόπον= λίγο τσουμούρ
τσούνα = σκύλα
τσουντζουρούκ= ξύλο λεπτό και μακρύ
τσουπάδ= καλαμπόκι
τσουπαδένια = καλαμποκίσια
 τσουπρόν = όχι γεμάτο, σουφρωμένο
τσουπώννε = σκεπάζουν
τσουρ άτο= κόψε τη φωνή σου, σώπα
τσουρούται = στερεύει
τσουρμουγκλίεται= σφίγγεται
τσούφα, τσούχα= κούφια, άδεια
τσούχα= παπούτσι
τσουχαβέλ  (αρμ.) = σκούπα από κλαδιά
τσόχα = μάλλινο πανωφόρι
τσεζά (τ) = πρόστιμο
τσεΐζ (τ) = προίκα
τσίπια= τσέπη, θυλάκιο
τσεπόπον = τσεπούλα
τσετέδες (τ) = αντάρτες
τσεχέλαινα (τ) = νέα, άπειρη
τσεχέλκα (τ) = νέα, άπειρα
τσεχελούχα (τ) = ανοησίες των νέων
τσιαβαΐρ (τ) = διαμάντι
τσιαβτάρ (τ) = σίκαλη
τσιάγ ή οτσιάγ = εστία ,τζάκι
τσιαγκαλοφορτωμένα = με πολλά άγκιστρα
τσιαγκλίζ= πηδά, σκορπίζεται
τσιαζούγαρη (τ) =μάγισσα

τσιαΐρια(τ) = Χορτολίβαδα
τσιακάλ - γιολι (τ) = γιδόστρατο
τσιακλιάρκα = γαλανά
τσιακλιαρομματία = γαλανομάτα
τσιαμέ (τ)= τζαμί ,οίκος προσευχής μωαμεθανών
 τσιαλιμόπα (τ) = επιδείξεις
τσιαλουμόπον (τ) = επιδεικτικός τρόπος ντυσίματος
τσιάμ (τ) = τζάμι
τσιαμούρ(τ)= λάσπη
τσιαμουρένες (τ) = πήλινος
τσιαμουρών= λασπώνει
τσιαμπάρ (τ) = άσπρη μαντήλα
τσιάμπλιγμαν = ανοιγοκλείσιμο ματιού.
τσιανίεις= καταβρέχεις
τσιάντζον= κατάβρεψε
τσιάνουμ (τ) = ψυχή μου, καλέ μου
τσιαντάϊ (τ) = τσάντα
τσιάπας = παλαμάκια
τσιαπκούνια (τ)= αλητόπαιδα
τσιαπρός= αλοίθωρος
τσιαρκούλ (τ) = καλύπτρα
 τσιαρούχια = τσαρούχια άπό ακατέργαστο δέρμα
τσιαρτσιάφια (τ) = σεντόνια τσιάρχαν (τ) = γύρω
τσιατεύ (τ) = συναντά
τσιατίν (τ) = δύσκολο
τσιατήρ (τ)= σκηνή
τσιατμάδας= φρύδια που σμίγουν
τσιαχεύ (τ) = κατεβάζει τηή σκανδάλη
τσιαχευτόν= που καταντά σε καυγά
τσιαχιανιάμ (τ) = κόλαση
τσιαχμαλήν (τ) = τουφέκι με τσακμακόπετρα
τσιβαλτούζ(τ)= σακοράφα
τσιοκανίεσαι = σέρνεσαι
τσιολάχς (τ) = κουλός
τσιοπάνος (τ) = βοσκός
τσιορτάν (αρμ.) = κυλινδρικός βώλος από υλιστόν ξεραμένος στον ήλιο
 τσιούεις = λυπάσαι
τσιούλια (τ) = στρώμαιτα κατώτερης αξίας ή παλαιά
τσιβία (τ) = πάσσαλοι
τσίγκιμ (τ) = διότι
τσίγκιταμ (τ) = διότι
τσιζία (τ) = γραμμές
τσιζιαλιάεμαν = ψιλή βροχή
τσικάρ (τ) = πνευμόνι
τσίκουτον = 1) κλαδί έλατου, 2)σκούπα από κλαδιά
τσιλβαλήν = ίσιο
τσιόλια (τ)= έρημα
 τσιλτουρεμένε = ξεμυαλισμένε
τσιμιανόπον = πρασινάδα
τσίπ = πολύ
τσιπλάχκα (τ)= γυμνά
τσιολπάης (τ)= αδέξιος
τσιορλαχούνταν (τ)= κακοτρώγουν
Τσουρούκ - σουΐ= περιφέρεια Βατούμ
τσίπ= πολύ
τσιπούχ (τ)= βέργα
τσιρίσ (τ)= είδος κόλλας
τσιρμουδέα= σαν αρμύρα
 τσιρούτ (τ) = ακτίνα, βέλος
 τσιρπία (τ) = σπάγγος οικοδόμου
τσίρ - τσιπλάχ (τ) = ολόγυμνος
τσιτίζ = βλέπει από τις χαραμάδες
τσιτσιάκια (τ) =  άνθη
τυριανίεσαι= στενοχωριέσαι
τυριανιγμένος= στεναχωρημένος
τυφιάγκ= τουφέκι