Pages

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ , ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΕΡΟΣ 2ο

Ν Ε A  ΖΩΗ       
Αρχίζει λοιπόν η αναζήτηση στην Αθήνα. Όλα εδώ είναι διαφορετικά, κανένας φόβος πια για τη ζωή, αίσθημα πρωτόγνωρο ύστερα από τους μόνιμους φόβους για τη ζωή στην Τουρκία που μπορούσε να κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή και για ασήμαντη αιτία. Αναπνέει πια ελεύθερα, αλλά πρέπει να λύσει το οικονομικό πρόβλημα και να οργανώσει τη ζωή του.

Αθήνα 1912

.............ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΕΝΟ ΜΙΑΣ ΣΕΛΙΔΑΣ ...................
............της Μεγάλης Βουλγαρίας. Μέτωπο λοιπόν μεγάλο και στα Βαλκάνια, όχι τόσο ενεργό όμως, με μεγάλες δυνάμεις της Αντάντ  [ιδίως Γάλλους]   παρατεταγμένες μαζί με ελληνικές δυνάμεις που υπερασπίζονταν τα νέα μας σύνορα. Μεταξύ των φαντάρων και ο Γεώργιος Καγκελίδης, ο εκ Πόντου, που επιστρατεύτηκε και αυτός και υπηρετεί στην 6η μεραρχία Σερρών στα σύνορα με τη Βουλγαρία. Αναφέρεται μάλιστα το εξής γεγονός που συνέβη στα σύνορα. Ο λοχαγός διοικητής του προσεβλήθη από μια σπάνια, επικίνδυνη και θανατηφόρα αρρώστια, που το φάρμακό της ανακαλύφθηκε πρόσφατα και υπήρχε μόνο στη Γερμανία και φυσικά και στη σύμμαχο Βουλγαρία. Χωρίς αυτό το φάρμακο, το τέλος ήταν προδικασμένο. Τότε λοιπόν, προς έκπληξη όλων, ο άνθρωπός μας προθυμοποιήθηκε να αναλάβει με κίνδυνο της ζωής του να φέρει το φάρμακο από την εχθρική πρωτεύουσα. Μωραίνει ο Θεός όν βούλεται απωλέσαι. Δεν ξέρεις όμως καμιά φορά. 
Ξεκινάει λοιπόν ο θρασύτατος αυτός Πόντιος προς το αντίπαλο φυλάκιο αφού πέταξε το όπλο του και ύψωσε λευκή σημαία. Μάχες δεν γίνονταν σε αυτήν την περιοχή, ήταν νεκρό μέτωπο. Τον συνέλαβαν λοιπόν οι Βούλγαροι, τον παρουσίασαν αλυσοδεμένο στο λοχαγό τους, του μίλησε ο Έλληνας στα Ρωσικά, γλώσσα συγγενική σλαβική, που ήξερε από τα οκτώ χρόνια που έζησε στη Γιάλτα. Μεγάλη η έκπληξη του λοχαγού που ένας Έλληνας μιλάει Ρωσικά, μεγαλύτερη η έκπληξη του Έλληνα όταν ακούει τον λοχαγό να του απαντάει στα Ρωσικά επίσης.
-Πως τα ξέρεις; ρωτάει ο λοχαγός
 -Έζησα πολλά χρόνια στη Γιάλτα, στο τάδε χωριό.
-Λες αλήθεια;
-Φυσικά.
-Τότε μήπως γνωρίζεις τον Νίκο Γαρουφαλίδη;
-Πολύ καλά, τον ίδιο προσωπικά και την οικογένειά του.
-Είσαι πολύ τυχερός εσύ. Είναι φίλος μου ο Νίκος, μέναμε στο ίδιο δωμάτιο όταν σπουδάζαμε μαζί στη στρατιωτική σχολή της Μόσχας Κανονικά η μοίρα σου ήταν να σε βασανίσω για να πάρω όσες πληροφορίες μπορώ και μετά θάνατος δια τυφεκισμού. Τώρα όμως, για χάρη του φίλου μου Νίκου, κοίτα τι θα γίνει.
Φωνάζει λοιπόν ένα δεκανέα με δύο φαντάρους, τους διατάσσει να συνοδεύσουν τον αιχμάλωτο μέχρι τη Σόφια, να βρουν και να πάρουν οπωσδήποτε το φάρμακο και να επιστρέφουν πάλι σε αυτόν. Έτσι έληξε το επεισόδιο. 
Κάποτε ρώτησαν ένα διάσημο Αμερικανό τι χρειάζεται περισσότερο ο άνθρωπος στη ζωή. Τρία πράγματα απάντησε. Τύχη, τύχη και τύχη. Ευνοεί πάντοτε τους τολμηρούς.
 Συναντάμε ξανά τον άνθρωπό μας στη Μικρά Ασία. Δεκανέα πια στο 25° σύνταγμα πεζικού. Τα γεγονότα είναι γνωστά. Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος έληξε με νίκη των συμμάχων. Στη μοιρασιά ο Βενιζέλος κατόρθωσε να πάρει, σαν ανταμοιβή για την συμμετοχή στο πλευρό της Αντάντ, όλη την ανατολική Θράκη και το Σαντζάκι [περιφέρεια] της Σμύρνης. Με δύο όρους όμως, να μην επαναφέρουμε τον Βασιλιά [δεδηλωμένο φιλογερμανό] και να μην προσπαθήσουμε να επεκταθούμε ανατολικότερα βαδίζοντας προς την Άγκυρα.
 Και εμείς  σαν έξυπνος λαός που είμαστε τι κάναμε; Φέραμε το Βασιλιά και βαδίσαμε προς την Άγκυρα. Ανοίξαμε το μέτωπο, χάσαμε την εμπιστοσύνη των συμμάχων με την  αναξιοπιστία μας και έτσι άρχισε η  καταστροφή.
 Οι μεγάλες μάχες της κατάρρευσης έγιναν στο Εσκή-Σεχήρ και Αφιόν-Καραχισάρ τον Ιούλιο του 1921. Παρών και ο δεκανέας Γεώργιος Καγκελίδης εκεί στο χαράκωμα με τους συντρόφους του. Τραυματίζεται και στα δυο πόδια με διαμπερή τραύματα, σπάει το μέτωπο, οπισθοχωρούν άτακτα οι σύντροφοί του και εγκαταλείπουν νεκρούς και τραυματίες, μεταξύ αυτών και τον άνθρωπό μας.
 Σε λίγο εμφανίζονται Τούρκοι στρατιώτες πού καταδιώκουν τους υποχωρούντες, και ακολουθούν οι άτακτοι αντάρτες [τσέτες] που δίνουν τη χαριστική βολή και θανατώνουν όλους τους τραυματίες. Το τέλος είναι μπροστά, η ζωή θα διαρκέσει λίγα λεπτά ακόμα. Αλλά ξαφνικά ακούγεται μια σάλπιγγα και ένοπλοι ιππείς εμφανίζονται και εμποδίζουν τους  αντάρτες να συνεχίσουν τη δολοφονία των τραυματιών, πράγμα που αντίκειται στους διεθνείς κανόνες. 
Ήταν μονάδα Αιγυπτιακού τακτικού στρατού που ήρθε να βοηθήσει τους ομόθρησκους τους Τούρκους. Περισυνέλλεξαν τους τραυματίες και τους οδήγησαν σε νοσοκομείο. Μεταξύ αυτών και το δικό μας. Στη ζωή χρειάζονται τρία πράγματα. Γι’ αυτή του την υπηρεσία του απεδόθη το 1922 το Αργυρούν Αριστείο  Ανδρείας και ο ασημένιος αυτός σταυρός κοσμεί σήμερα τη μετώπη του τάφου του στο χωριό Νέα Σάντα Κιλκίς.
Ολοκληρώθηκε βέβαια η Μικρασιατική καταστροφή και ακολούθησαν ραγδαία γεγονότα. Απώλεια του Σαντζακίου της Σμύρνης  και της ανατολικής Θράκης και ανταλλαγή πληθυσμών με αποτέλεσμα  την καταστροφή του Ελληνισμού του Πόντου.
Εν τω μεταξύ στον Πόντο, λόγω ακριβώς του Ελληνοτουρκικού πολέμου της Μικράς Ασίας, υπήρχε πολύ βαρύ κλίμα σε βάρος των Ελλήνων Ποντίων, γίνονταν διωγμοί αφόρητοι και βασανισμοί, σε μία  προσπάθεια εθνοκάθαρσης. Αποκορύφωμα τα περίφημα τάγματα εργασίας που στοίχισαν την ζωή συνολικά 350.000 Ελλήνων και κατέληξαν στον ξεριζωμό του ελληνισμού από τις προαιώνιες αυτές εστίες και στον επαναπατρισμό στην Ελλάδα.
Μία από αυτές τις οικογένειες που υπήρξαν θύματα αυτών των αγριοτήτων ήταν του Λάζαρου Καλπίδη στην πόλη της Κερασούντας. Ο πατέρας Λάζαρος, η μητέρα Αντιγόνη και τα τέσσερα παιδιά: Γεώργιος, Παναγιώτης, Παρθενόπη και Φώτιος. Συγγενής στενός της οικογένειας ο Μητροπολίτης Φώτιος της Μητρόπολης Κορυτσάς και Πρεμετής, δολοφονηθείς από αντεθνικά Αλβανοβουλγαρικά στοιχεία τη δεκαετία του 1890, τιμάται μέχρι σήμερα ως εθνομάρτυρας. Το όνομά του δόθηκε τιμητικά στο τελευταίο παιδί της οικογένειας.
Κύριο επάγγελμα της οικογένειας: εργοστάσιο επεξεργασίας φουντουκιών στο κέντρο της πόλης και δίπλα στη διώροφη κατοικία τους, όπου απασχολούνταν όλα τα άρρενα μέλη. Όλα πήγαιναν καλά μέχρις ότου άρχισαν οι διωγμοί. Έτσι υποχρεώθηκαν ο πατέρας Λαζαρος και ο μεγαλύτερος γιος Γεώργιος να παρουσιασθούν στις αρχές, συνελήφθησαν για να υποστούν τα θανάσιμα μαρτύρια των εξοντωτικών πορειών των ταγμάτων εργασίας στο καταχείμωνο μέσα στα χιονισμένα βουνά. Σε αυτές λοιπόν τις ατελείωτες πορείες στα χιόνια ο πατέρας δολοφονήθηκε από Τούρκο που πίστευε ότι έκρυβε χρήματα στο  κλασσικό ποντιακό του "ζωνάρι". Ο γιος Γεώργιος, από τους λίγους που άντεξαν, έφθασε μέχρι τα σύνορα της Συρίας, φοβερά εξαντλημένος προσεβλήθη από τύφο, νοσηλεύθηκε σε Συριακό νοσοκομείο, επέζησε και επέστρεψε στην Ελλάδα πια μέσω Χαλεπίου.
Στην Ελλάδα ήρθε και η υπόλοιπη οικογένεια με την ανταλλαγή.
Μάλιστα κάποιοι Τούρκοι στις δύσκολες εκείνες τελευταίες στιγμές προ της επιβίβασης στο πλοίο, κινήθηκαν να απαγάγουν την κόρη Παρθενόπη, όμορφη και ψηλή κοπέλα. Έγιναν αντιληπτοί και η οικογένεια απευθύνθηκε στο διευθυντή της αστυνομίας για βοήθεια. Λόγω του επαγγέλματος υπήρχαν προσβάσεις προς την αστυνομία που πολλές φορές είχε μεγάλες οικονομικές ανταμοιβές. Με τη βοήθεια λοιπόν και συνοδεία αστυνομικών, όλη η οικογένεια, μάνα και τρία παιδιά, ανέβηκαν στο πλοίο που τους μετέφερε στον Πειραιά, όπου κατέληξαν στον προσφυγικό οικισμό στο Σκοπευτήριο Καλλιθέας δίπλα στις φυλακές. Εκεί τους βρήκε και ο αδελφός τους Γιώργος, ερχόμενος στην Ελλάδα από το Χαλέπι.
Είναι δραματικά αυτά που συμβαίνουν αυτήν την εποχή στην Ελλάδα. Μετά τις μέρες δόξας του 1912-13, μέρες ταπείνωσης για την Μικρασιατική καταστροφή, και οι συνέπειες της ανταλλαγής πληθυσμών αποδεικνύονται δραματικές. Χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί την μάνα.
Η χώρα αλλά και κάθε οικογένεια, κάθε άνθρωπος προσπαθεί να βρει το βηματισμό του. Πρώτο μέλημα να κρατηθεί κάποιος στην ζωή, και μετά, αργά αλλά σταθερά, η ζωή παίρνει το δρόμο της.
Βρίσκουμε ξανά λοιπόν το Γιώργο Καγκελίδη στην Αθήνα, τραυματία, βραβευμένο με το Αριστείο Ανδρείας και με αναπηρική σύνταξη. Προσπαθεί και αυτός να σταθεί στα πόδια του και να χαράξει την πορεία του μετά όλες αυτές τις περιπέτειες. Πρέπει να κερδίσει τη μάχη της ζωής. Τι να κάνει; Πρέπει να βρει το βηματισμό της εποχής του. Τι ήταν η εποχή του; Φυσικά και στην Ελλάδα ήταν η αρχή της βιομηχανικής επανάστασης. Εκεί πρέπει να απευθυνθεί, να στηριχθεί στις νέες τέχνες, στα νέα επαγγέλματα, στη νέα τεχνολογία, στα μηχανήματα. Πώς όμως; Με τι μέσον, τι προσόντα; Άγνωστος μεταξύ αγνώστων τι πιθανότητες έχει;
Ξαφνικά συλλαμβάνει μια απίστευτα τολμηρή ιδέα που κοινός νους δεν θα τολμούσε καν να διανοηθεί. Θα ζητούσε από το κράτος να τον σπουδάσει στις μηχανές εσωτερικής καύσεως, να τον κάνει μηχανικό δηλαδή και αυτό δωρεάν. Ζήτησε πολλές φορές και επίμονα ακρόαση από τον Υπουργό Στρατιωτικών που τελικά το δέχθηκε. Του αναφέρει ότι έχει σύνταξη ανάπηρου πολέμου, ότι η Ελλάδα είναι φτωχή και γι ’ αυτό ευχαρίστως θα παραιτείτο από τη σύνταξη αν το κράτος τον σπούδαζε και του έδινε δίπλωμα μηχανικού αυτοκινήτων. Ασφαλώς θα σκέφθηκε ο Υπουργός ότι πρόκειται για προβληματικό άτομο. Αλλά η στάση του και η σκέψη του δεν φανέρωναν τέτοιο.
Αποξήρανση της λίμνης Κωπαΐδας
Πέτυχε το εγχείρημά του. Και να, πτυχιούχος μηχανικός πια βγαίνει στην αγορά. Προσλαμβάνεται σε μεγάλη εταιρία που ανέλαβε την αποξήρανση της λίμνης Κωπαΐδας και τη μετέπειτα εκμετάλλευσή της. Τολμηρός όπως ήταν αναλαμβάνει μια χρονιά για λογαριασμό του την καλλιέργεια πολλών στρεμμάτων με βαμβάκι στην αποξηρανθείσα περιοχή. Φυσικά, πλούσιο το έδαφος και αρδευόμενο έδινε παραγωγές μεγάλων ποσοτήτων. Έτσι δημιούργησε το πρώτο του κεφάλαιο και αποφάσισε να επιστρέφει επαγγελματικά οριστικό στην Αθήνα, όπου κινείται άνετα με τις παρέες του, καλοντυμένος και κοσμικός.
Επανερχόμαστε στην οικογένεια Λαζάρου Καλπίδη, στην οποία παραχωρείται ένα μικρό οικόπεδο, όπως και σε πολλούς άλλους Ποντίους από την Κερασούντα, στο Σκοπευτήριο δίπλα στις φυλακές της Καλλιθέας. Και εδώ η ζωή αρχίζει να παίρνει νέους ρυθμούς. Περασμένα ξεχασμένα. Τώρα υπάρχει μια άλλη πραγματικότητα, πολύ σκληρή. Χρειάζεται πολύ δουλειά για την επιβίωση. Τελικό ο Γιώργος, αρχηγός τώρα μετά το θάνατο του πατέρα,  σοβαρός, ρεαλιστής αλλά και εν πολλοίς δεσποτικός θιασώτης της παραδοσιακής πατριαρχικής οικογένειας, προσλαμβάνεται δια βίου στην Κρατική εταιρία υπονόμων Αθηνών, ο Παναγιώτης, χαμογελαστός και καλοκάγαθος ευδαιμονιστής, γίνεται σιδεράς σε οικοδομές, ο δε Βενιαμίν Φώτης, τσαχπίνης εκ φύσεως, γίνεται τσαγκάρης. Η Παρθενόπη βέβαια βοηθάει τη μητέρα στο νοικοκυριό. Με αιματηρές οικονομίες και τη βοήθεια μετρητών από την πώληση των κοσμημάτων της μητέρας αλλά και των πολλών της κόρης κτίζεται, με προσωπική συνήθως εργασία, ένα μικρό σπιτάκι 60 περίπου τ.μ. από 3 δωμάτια και μακρόστενη κουζίνα.
Η ζωή άρχισε να μπαίνει πια σε κανονικούς ρυθμούς στον οικισμό που συνεχώς ολοκληρώνονταν με νέα κτίσματα των λοιπών οικογενειών. Οι γιορτές και οι κοινωνικές εκδηλώσεις αρχίζουν δειλά - δειλά να εμφανίζονται, νέοι αρραβώνες, νέοι γάμοι. Ένα προξενιό ήρθε λοιπόν πολύ γρήγορα για την όμορφη Παρθενόπη. Δεν άρεσε ο υποψήφιος, ασήμαντος και άσχημος. Τι θα γίνει; ρωτάει ο αρχηγός Γιώργος την αδελφή του. Χαμάλ παίρω, ατόν κι παίρω η απάντηση. Χαμάλη παίρνω, αυτόν δεν τον παίρνω.
 Σε λίγο καιρό επισκέπτεται την οικογένεια, συνοδευόμενος από μία συγγενή, ο άνθρωπός μας Γιώργος Καγκελίδης. Ευκατάστατος και μορφωμένος, καλοντυμένος αλλά και σχετικά κοντός, αρέσει και αρέσκεται και σπεύδει να στείλει προξενιό και να ζητήσει την κόρη. Τότε ο Γιώργος Καλπίδης αναφέρει στην αδελφή του. Ο χαμάλς έρθεν', Ο χαμάλης που έλεγες ήρθε, μεθερμηνευόμενο ότι δεν δέχομαι καμιά κουβέντα. Θα τον πάρεις. Βέβαια ήταν από όλους αποδεκτός ο γαμπρός, είχε όλα τα προσόντα. Ωστόσο πάντοτε τον πρώτο  λόγο σε όλα θα είχε ο αρχηγός. Έτυχε μάλιστα μια φορά να κινδυνεύσει ο αρραβώνας γιατί τόλμησαν, άκουσον - άκουσον, οι αρραβωνιασμένοι να πάνε με τη συντροφιά μιας φίλης σινεμά χωρίς την άδεια του αρχηγού. Έξαλλος ο τελευταίος απειλούσε με χωρισμό, απεφεύχθη με την ψύχραιμη επέμβαση των δύο άλλων αδελφών.                                                            
Γιώργος Καγκελίδης
Παντρεύονται λοιπόν ο Γιώργος Καγκελίδης και η Παρθενόπη Καλπίδου, νοικιάζουν ένα διαμέρισμα κοντά στο πατρικό, στην οδό  Σοφοκλέους, γεννιούνται τέσσερα παιδιά, ο Λεωνίδας η Χριστιανή , [Χρυσούλα], η Αντιγόνη και ο Βασίλης, πεθαίνουν τα δύο πρώτα, σε ηλικία 2,5 ετών, πράγμα συνηθισμένο λόγω της μεγάλης παιδικής  θνησιμότητας της εποχής. Αγοράζουν με τον Παναγιώτη, που στο  μεταξύ πήρε δίπλωμα οδηγού, λεωφορείο που δρομολογείται στην  γραμμή Αχαρναί-Αθήνα. Εν τω μεταξύ, παρουσιάζεται χώρος δίπλα στο  πατρικό της οικογένειας Καλπίδη, που κατόπιν ενεργειών παραχωρήθηκε στην οικογένεια Καγκελίδη και έτσι ενοποιείται και μεγαλώνει το οικόπεδο.
Παράλληλα η πλατεία τεμαχισμένη σε μικρά οικόπεδα με στενότατους δρομίσκους, οικοδομείται σιγά - σιγά και ολοκληρώνεται ο οικισμός. Κολλητά πολλές φορές τα μικρά σπιτάκια, δυσκολεύουν την ανθρώπινη συμβίωση, μα διευκολύνουν την κοινωνικότητα, τις ανθρώπινες σχέσεις. Έτσι απέναντι από το σπίτι των Καλπιδαίων βρίσκεται το σπίτι της οικογένειας Ασλανίδη. Κερασούντιοι και αυτοί, ο πατέρας Βασίλης, η μητέρα Ελένη [Λένκω],δύο κόρες, η Δήμητρα [Δημητρούλα-Τρούλα], η Καλλιόπη [Πίτσα] και ο ετεροθαλής αδελφός Λάζαρος.
 Ένας στενός δρομάκος χωρίζει τα δύο σπίτια, υπήρχε μάλιστα και ένα μικρό άνοιγμα σαν πλατειούλα που επέτρεπε να κάθονται έξω τα καλοκαίρια τα βράδια, η μια οικογένεια απέναντι από την άλλη, να δουλεύουν και ταυτόχρονα να συζητούν, τα περίφημα ποντιακά παρακάθια. Το σπίτι του Ασλανίδη έβλεπε πίσω στον οικισμό και μπροστά στην οδό Φιλαρέτου όπου είχαν και το μαγαζί τους, τζάμια, κρύσταλλα, καθρέπτες. Πολύ δουλειά λόγω της μεγάλης ανοικοδόμησης, δούλευε όλη η οικογένεια, διακρινόταν όμως η Δήμητρα για τη σβελτάδα, το δυναμισμό της και το ασίγαστο πάθος για δουλειά και πρόοδο.
Και σε άλλο τομέα τα πήγαινε καλά η Δήμητρα. Στο φλερτ με το παλικάρι απέναντι, το Φώτη Καλπίδη, που εξελίχθηκε, επισημοποήθηκε και κατέληξε αργότερα σε πετυχημένο γάμο. Συγγένεψαν λοιπόν οι δυο γειτονικές οικογένειες και δέθηκαν με στενούς δεσμούς διαχρονικούς.
Έτσι λοιπόν εξελίσσονταν τα πράγματα στη γειτονιά και ξαφνικά η μεγάλη αλλαγή. Κρατικοποιείται η αστική συγκοινωνία, ο Γεώργιος Καγκελίδης αποζημιώνεται για την άδεια και το λεωφορείο και βρίσκεται πια επαγγελματικά μετέωρος. Τώρα τι γίνεται; Πρέπει να αποφασίσει, και γρήγορα μάλιστα, με τι θα ασχοληθεί στο μέλλον.
Η απόφαση στην οποία κατέληξε σοκάρισε όλους, οικογένεια, συγγενείς και φίλους. Θα ασχολείτο λέει επαγγελματικά με τη μηχανοκίνητη γεωργία. Μέχρι  τότε η γεωργία γίνονταν με τον παραδοσιακό τρόπο, με ζώα και ανθρώπινα χέρια, πολύς κόπος, πολύ μικρή απόδοση. Όμως τα τελευταία λίγα χρόνια μηχανήματα αντικαθιστούν τα ανθρώπινα χέρια και αποδίδουν πολλαπλάσια παραγωγή. Και είναι και περιζήτητα παντού, μεγάλη ζήτηση, μικρή προσφορά, παρακαλητά παντού. Τη λειτουργία τους τη γνωρίζει, δεν έχει ανάγκη μηχανικού, ένα μικρό κεφάλαιο υπάρχει, γιατί να μην το τολμήσει; Τελικά έπεισε και την υπόλοιπη οικογένεια, το τόλμησε.
Αγόρασε, συνεταιρικά με τους κουνιάδους του, συγκρότημα ολόκληρο. Αλωνιστική Μάρσσλ με κοσκίνα μεγαλύτερη για καλλίτερα αποτελέσματα, οργωτική, σπαρτική και  θεριστική  μηχανή. Τρακτέρ νοίκιαζε διαφορετικό και πιο σύγχρονο κάθε χρονιά. Φυσικά για όλο αυτό το συγκρότημα το μικρό κεφάλαιό τους δεν αρκούσε, έβαλαν και χρέος. Πολλές ελπίδες και ο Θεός βοηθός.                                              
Η αλήθεια είναι ότι στην απόφασή του αυτή επηρεάστηκε πολύ από το θάνατο των δύο πρώτων παιδιών του. Πίστευε ότι εν πολλοίς οφείλετο στο μίζερο περιβάλλον που ζούσαν, αν ήταν στην εξοχή δεν θα συνέβαινε αυτό. Ταυτόχρονα, μεγάλη ήταν και η επιθυμία του να συναντήσει τους παιδικούς και νεανικούς του φίλους της Σάντας του Πόντου, όσους απέμειναν δηλαδή και ήλθαν στην Ελλάδα ως ανταλλάξιμοι. Έμαθε ότι τελικά διασκορπίστηκαν σε πολλά μέρη της Μακεδονίας, στην Καστανιά και Μικρή Σάντα της Βέροιας, Νέα Σάντα Κιλκίς, Τριανταφυλλιά Σερρών, Νευροκόπι και 2-3 διπλανά χωριά της Δράμας, Νέα Σάντα Ροδόπης και δύο μικρά χωριά στην Αλεξανδρούπολη. Επέλεξε τη Νέα Σάντα Κιλκίς, περιοχή 25 χιλιόμετρα κοντά στη Θεσσαλονίκη, εύκολα προσιτή για τις οποιεσδήποτε ανάγκες των μηχανημάτων, όπου καλλιεργούνταν αποκλειστικό σιτηρά  που ήταν το αντικείμενο της δουλειάς του.
 Ας δούμε όμως με την ευκαιρία αυτή τι είχε συμβεί προηγουμένως στη Σάντα του Πόντου μετά την αναχώρησή του Γιώργου. Έγινε Ρωσοτουρκικός πόλεμος, κέρδισαν οι Ρώσοι και έφθασαν μέχρι την Τραπεζούντα όπου και σταμάτησαν. Φίλοι και ομόθρησκοι, φέρθηκαν καλά στους Έλληνες που από την πρώτη στιγμή τους καλοδέχτηκαν στις περιοχές αυτές. Αγανακτισμένοι από την καταπίεση πολλών αιώνων των Τούρκων, ξέσπασαν σε πολλές βιαιότητες εναντίον των παλαιών . καταπιεστών τους. Επί τέλους ύστερα από αιώνες μπορούν να αισθάνονται ασφαλείς.
Η Τουρκία την εποχή εκείνη περνούσε την πιο δύσκολη εποχή της ιστορίας της. Η επανάσταση των Νεοτούρκων ήρθε σε μια περίοδο συνεχών ηττών και συρρίκνωσης. Η Αυτοκρατορία, ο μεγάλος ασθενής όπως ονομαζόταν αυτή την εποχή, συγκλονιζόταν από συνεχείς επαναστάσεις των υπόδουλων λαών, μεγάλη αναστάτωση επικρατούσε στο εσωτερικό και τελικά το κράτος καταλύθηκε από τους Νεότουρκους. Τίποτε δεν λειτουργούσε πια, οι Ρώσοι βρήκαν την ευκαιρία και επιτέθηκαν, η αναρχία επικρατούσε σε όλη τη χώρα. Δύο μεγάλοι άνδρες της, ο Κεμάλ Μουσταφά και ο Ινονού προσπαθούσαν να περισώσουν ότι μπορούσαν και να ανασυντάξουν την χώρα.
Χαράς-ευαγγέλια λοιπόν για τους Έλληνες Ποντίους που έβλεπαν  να έρχεται η ποθούμενη αλλαγή, άρχισαν μάλιστα να σκέπτονται και να ενεργούν για τη δημιουργία της Ελληνικής Δημοκρατίας του Πόντου. Πολλοί άρχισαν να εξοπλίζονται και να συγκροτούν μικρές δυναμικές ομάδες ενθαρρυμένοι από τους Ρώσους, όχι όμως και οπό την Ελλάδα όπου ο Βενιζέλος είχε άλλα σχέδια για την εποχή μετά το τέλος του  Παγκοσμίου  πολέμου.  
Ο Χρύσανθος προσφωνεί τον Ρώσο Αρχιστράτηγο
Νικόλαο Νικολάγιεβιτς (1916)

 Οι Ρώσοι λοιπόν έφθασαν μέχρι την Τραπεζούντα, δεν προχώρησαν δυτικότερα. Η Σάντα ήταν και αυτή το δυτικό ακραίο σημείο της Ρωσικής παρουσίας. Χαρούμενοι οι Σανταίοι αλλά και φοβισμένοι γιατί απέναντι τους είχαν ακόμη τους Τούρκους. Αποφάσισαν λοιπόν να εξοπλισθούν με σχετικά σύγχρονο ατομικό εξοπλισμό και έτσι δημιουργείται ένας πυρήνας ένοπλης ομάδας πού έγινε διάσημη και έμελλε να παίξει βασικό ρόλο στη μετέπειτα πορεία. Βασικά και αρχηγικά στελέχη της ομάδας ήσαν οι Κουρτιδαίοι, μεγάλο σόι της Σάντας, κάτοικοι κυρίως της συνοικίας των Ισχανάντων.
Οι Σανταίοι ήσαν ιδιαίτερα χαρούμενοι, γιατί, όπως είπαμε και προηγουμένως, πολλοί άνδρες δούλευαν τους καλοκαιρινούς μήνες στην τότε Ρωσική περιοχή Βατούμ-Σοχούμ-Τυφλίδα, αλλά και πολλές Σανταίικες οικογένειες εγκαταστάθηκαν μόνιμα στις περιοχές αυτές. Η επικοινωνία ήταν λοιπόν ευκολότερη τώρα. Υπήρχε λοιπόν, συν τοις  άλλοις, και μεγάλη οικονομική άνοδος στη Σάντα.
Όμως όλα αυτά ήταν μία αναλαμπή λίγων ετών. Μαύρες μέρες έμελλε να έρθουν για τους Έλληνες και προ παντός για τους Σανταίους. Εξελίξεις παγκόσμιας εμβέλειας ελάμβαναν χώρα στη Ρωσία. Επανάσταση των μπολσεβίκων και επικράτηση των κομουνιστών, αντίθεση των δυτικών και ασταθές εσωτερικό μέτωπο, έχουν ως αποτέλεσμα την ανάκληση των Ρωσικών δυνάμεων και την αποχώρησή τους από τα καταληφθέντα τουρκικά εδάφη.
Μένουν έκθετοι λοιπόν οι Έλληνες που ξεσηκώθηκαν προηγουμένως υπέρ των Ρώσων. Πάρα πολλοί, φρονίμως ποιούντες, ακολουθούν τους Ρώσους, έτσι έχουμε και νέο μεγάλο κύμα μετανάστευσης στον Καύκασο. Όσοι όμως μένουν είναι έκθετοι στο μένος του τουρκικού στοιχείου, που θεριεύει ακόμα περισσότερο μετά την απόβαση της Ελλάδας στη Σμύρνη. Οι μέρες στον Πόντο είναι εφιαλτικές, οι διωγμοί, ληστείες και δολοφονίες καθημερινά φαινόμενα. Ένοπλες ομάδες Ελλήνων σε πολλά μέρη προσπαθούν να αντισταθούν με γενναιότητα στις ορδές του Τοπάλ Οσμάν και λοιπών ληστρικών τουρκικών ομάδων. Στο μάτι του κυκλώνα ιδιαίτερα η Σάντα που, αυτόνομη μέχρι τότε, παρουσιάζει μεγάλη αντίσταση με τις ομάδες των παλικαριών του Ευκλείδη Κουρτίδη.
Αποφασισμένη η κεντρική Τουρκική Κυβέρνηση να δώσει τέλος σε αυτήν την κατάσταση, στέλνει τακτικό στρατό και προσπαθεί δύο φορές με δόλο να αφοπλίσει τους Σανταίους. Όταν πια δεν το κατορθώνει, στέλνει την τρίτη φορά ισχυρή στρατιωτική δύναμη που υποχρεώνει όλους τους κατοίκους των 6 συνοικιών [εκτός Ισχανάντων] (σ.σ. Ο Μιλτιάδης Νυμφόπουλος αναφερει ότι μονο η ενορία Πιστοφάντων παρέμεινε, μόνο για μια μέρα) να συγκεντρωθούν, σύνολο 600 περίπου οικογένειες.
 Τότε πλέον αρχίζει το σχέδιο εξόντωσης με τη βίαιη εξορία σε νότιες αφιλόξενες περιοχές. Ατελείωτες πορείες μέσα στα χιόνια, χωρίς τροφή και πολλές φορές χωρίς ρούχα και προ παντός παπούτσια, σπέρνουν το μαρτυρικό θάνατο στους περισσότερους. Χιλιάδες άφησαν τα κορμιά τους σε αυτά τα αφιλόξενα μέρη. Αλλά το μαρτύριο δεν τελειώνει εδώ. Όσοι τελικά επέζησαν, μετά τη συμφωνία ανταλλαγής πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, αποφασίζουν να επιχειρήσουν να επιστρέφουν ομαδικά πάλι πεζοπορούντες, στην Τραπεζούντα, μέσα από χιονισμένα πάλι βουνά και χωρίς τα απαραίτητα τρόφιμα, αυτήν την απόσταση των  δεκάδων χιλιομέτρων. Πολλοί πεθαίνουν στο δρόμο. Οι λοιποί αποδεκατισμένοι και ασθενείς φθάνουν επιτέλους στην Τραπεζούντα, όπου κρύβονται ή φιλοξενούνται σε γνωστά σπίτια ώσπου να επιβιβασθούν, όσοι λίγοι απέμειναν, στα πλοία της επιστροφής στην πατρίδα.
Η μοίρα των κατοίκων του οικισμού Ισχανάντων δεν ήταν καλύτερη. Επειδή υποψιάστηκαν τη δολιότητα των Τούρκων, εγκατέλειψαν τα σπίτια τους με την προτροπή και την προστασία των 67 ενόπλων παλικαριών και κατέφυγαν σε απόκρημνα μέρη. Ήταν 300 οικογένειες. Όμως και εκεί τους κατεδίωξε ο στρατός. Τότε αποφάσισαν να βαδίσουν προς την Τραπεζούντα όλοι μαζί από μονοπάτια και γκρεμούς και με συνεχείς συγκρούσεις με το στρατό. Κατά τη διάρκεια μάλιστα αυτής της επικής καθόδου, για να μη γίνουν αντιληπτοί από τον παρακείμενο τουρκικό στρατό, αποφάσισαν να θανατώσουν επτά μωρά, δύο μάλιστα της Ευρύκλειας Καγκελίδου, πρώτης εξαδέλφης του Γεωργίου Καγκελίδη, πράξη αμφίβολης σκοπιμότητας ή γενναιότητας, ποταπή ή μεγαλείου, κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα. Ύστερα από πολλές περιπέτειες, φθάνουν και αυτοί στην Τραπεζούντα, όσοι απέμειναν, κρυπτόμενοι και αυτοί μέχρι να επιβιβασθούν στο πλοία. Μεγάλες οι απώλειες στον πληθυσμό. Από τους 67 ενόπλους απέμειναν λιγότεροι των δέκα που ήταν επικηρυγμένοι και δεν ήταν δυνατόν να ανταλλαγούν. Παρέμειναν μόνοι τους στα τουρκικά βουνά σπέρνοντας το φόβο σε όσους είχαν προηγουμένως βλάψει Έλληνες. Τέλος τους εδόθη αμνηστία και με τη μεσολάβηση του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, και παρουσία του Μητροπολίτου Τραπεζούντας επέστρεψαν και αυτοί οι ελάχιστοι τελευταίοι στην Ελλάδα αφού χόρεψαν κατόπιν επιθυμίας τους στην πλατεία της Τραπεζούντας, για τελευταία φορά σε τουρκικό έδαφος, τη Σέρα, τον περίφημο χαρακτηριστικό ποντιακό χορό.
Το σημείο που σκοτώθηκε ο Ευκλείδης Κουρτίδης
 Εξ αυτών ο Ευκλείδης Κουρτίδης, ο δοξασμένος και χιλιοτραγουδισμένος οπλαρχηγός της Σάντας, του Σουλίου του Πόντου, δεν μπόρεσε να προσαρμοσθεί στη νέα του ζωή, το έριξε στο ποτό, μεθυσμένος έπεσε από το κάρο και σκοτώθηκε. Τι άδοξο τέλος για το πιο σπουδαίο παλικάρι της Σάντας. Μηδένα προ του τέλους μακάριζε...

Λάζαρος Γ. Καγκελίδης