Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Ποντιακό λεξιλόγιο ( Ιδίωμα Σαντάς ) Ξ, Ο, Π, Ρ.

Ξεραντέρ

Ξ

ξάϊ = καθόλου
ξαμμένον = πολύ ζεστό
ξάν = πάλι
ξαμούται= συναγωνίζεται
ξαμώντζ= μετράς με μέτρο
ξαν= ξανά, πάλι
ξαφτόν= πολύ ζεστό
ξάφτς = έχεις οργασμό
ξεραντέρ=αποθήκη πάνω σε στύλους
ξερασέα= ξηρασία
ξερό 'σ= το στόμα σου
ξιφάρ= τριγωνική λωρίδα υφάσματος, τσόντα
ξιορπίουμαι= φεύγω κακήν κακώς
ξούλα = ξύλα
ξομολοϊσκάται= ξομολογιέται
ξύεται= προέρχεται, βγαίνει, πέφτει
ξυλάβ πυράγρα= με ξύλινη λαβή
ξυμυτός = σουβλερός
ξύουνταν = χύνονται


Ο

οβά (τ) = αβγά
ογιά= γιατί
ογλούμ (τ) = παιδί μου
ογράεψαν (τ)= όρμησαν
οδόν  ή οδήν = θέση
όθεν = εκείνο από το οποίο, όπου
οκά= μέτρο βάρους (τουρκ.) ίσο με 1270 γραμμάρια
 ολύχτα = τη νύχτα
ομματοφολίδια = κόγχες ματιών
 ομούτ (τ) =ελπίδα
όμπασης (τ) = δεκανέας
όμωσεν = ορκίσθηκε
οξέας = οξιές
οξώμ = διαλεχτά
οξοπίσ = πίσω
οξηκέσ= έξω γύρω
οξιωκά= έξω
οπέρτς= πέρυσι
οργισμένα = κακά
όρια = βουνά
ορμάν (τ)= δάσος
ορμανόπον = δασάκι
ορμίν = ρεματιά, ρυάκι
οροσπή (τ)= πόρνη
ορτάρια= χοντρές μάλλινες κάλτσες
όρωμαν = όνειρο
ορώμεσαν = ρώτησαν πολλούς
όσ νομάτ = όσοι άνθρωποι
οσπιτιανός = σπιτικός
όστ η ούστ = διώξιμο σκύλου
οσοχά= παρακελευστικό  των αγελάδων για να σταθούν
οτά (τ) = δωμάτιο
οτσιάγ (τ) = εστία, καπνοδόχος
ότωπως = βρισιά, αντί της κακόηχης να χέσω, να γαμώ
ούγια = άκρη υφάσματος
ουζάτμαγιαλουμ (τ) = ας μη μακρύνομαι την ομιλία, την ιστορία
ουζατουρεύομε (τ) = μακρύνομαι
ουλούσια= πρόβατα με πλατιά ουρά
ούλτς= όλους
ούλων= όλων
ούμπαν= όπου
ουστάμπασην (τ) = πρωτομάστορα
οφρυδέα = το μέρος του βουνού που απλώνεται κάτω από την κορυφή
οψέ= χθές
οψεσνά, ψεσνά= χθεσινά
οψίκ = λαός που πηγαίνει στο νυφέπαρμαν
Το  πάρσεμον τη νύφες

Π

πα = και
παγ (τ)= αμπελώνας
παγκανότια = χάρτινες λίρες
παγούρ= παγούρι, πολύ κρύο νερό
πάει ο νους ιμ= ζαλίζομαι
παίδεψη= βάσανο
παίζνε= παίζουν, κοροϊδεύουν
παζάρ (τ) = αγορά
παζαρλούχ (τ) = νυφικά 
Παϊπούρτ = η αρχαία πόλη Βαϊβερδών
παΐρια (τ) = κατηφοριές
παίρ με ας σην καρδίαν = ασθμαίνω
πακάλ (τ) = παντοπώλης 
πακούρια= βαριά τουρκικά νομίσματα
παλαιτά= λίγο παλιά
παλαγών = επισκευάζει 
παλαγώησον = να επισκευάσεις 
παλγόν = μπαλκόνι
πάλ εμέν= σαν εμένα, ευτυχία μου
παλτούζα (τ)= κουνιάδα
παναΰρια = πανηγύρια
πανθενίν = παχνί
παντέρα = λάβαρο
παπάρα = δυστύχημα, τιμωρία
παπόρια= βαπόρια
παραγιόν , παραέν = υπηρέτης
παρά (τ) = το μικρότερο τουρκικό νόμισμα
παράδας (τ)= χρήματα
παραδεβάεις= περνάς το μέτρο
παράν ’κ εποίκεν = δεν ωφέλησε
παραβαρσούζκον = παράκαιρο 
παραδιαβαίννε = παραωριμάζουν
παρακάθ = νυχτέρι
παραλαεύνε= κατακομματιάζουν
παρασί= υπηρέτες
παραστέκνε= στέκονται κοντά, βοηθούν
πάρδος= γάτος
παρέβγα= ξεπροβόδισμα
παρέμ= τουλάχιστον
παρείμαι=είμαι από πάνω σου, παραστέκομαι
παρέστεκε= έστεκε κοντά και  του έδινε θάρρος
παρέτον= ήταν και με το παραπάνω
παρότ= μπαρούτι
παρτσιάδας (τ)= κομμάτια
παρτσιαλαεμένον= τεμαχισμένο
παρχανάδας (τ)= ομάδες
παρχαρέτσα, σταματέτσα= εκείνη που περιποιείται τ' αγελάδια στο παρχάρι
Χωρικές στο παρχάρι Χότζα Μετζαρί 1904.
Απο το αρχείο της Ε.Π.Μ.
παρχάρ, παρχάρτς=θερινός συνοικισμός αγελάδων
παρχαρεύκεται = ζει στο καλοκαιρινό συνοικισμό των αγελάδων
παρχαρομύτια= βουνοκορφές
πασαμάχα (τ)= σκαλοπάτια
πάσια= τιμητική προσφώνηση μεγαλύτερου αδελφού ή συγγενή
πάσιμον= μετάβαση
πασιπόρτ (τ)= διαβατήριο
πασκεί ή πασκιμτο (τ)= μήπως
πασκιτάν (αρμεν)= ύστερα από το υπόλοιπο του βούτυρου το υπόλοιπο βράζεται και στραγγίζεται
πασμάδας (τ)= φτηνά βαμβακερά υφάσματα
πασχούν (τ)= ληστεία σπιτιού
πατάχ (τ)= βάλτος
πατεί= νικά, υπερβαίνει
πατεύ (τ)= βουλιάζει
πατίουνταν= γαστρώνονται, μένουν έγκυες
πάτι χαβάν(τ)= δωρεάν
πατουλίγα= έχω σκεπαστεί με νιφάδες χιονιού
πατουρεύω (τ)= βυθίζω
πάτσα= μπράτσα
πάτση= τιμητική προσφώνηση μεγαλύτερης
πατσιανάχς (τ)= σύγαμπρος
πατσιάχ (τ)= κνήμη, το μέρος της περισκελίδας που την περιβάλλει
πασιοχάρτια= χοντρά χαρτιά
παχυμένος= παχύς
παχυκωμία= μέρος με βαθύ χώμα
πεγάδ= σκεπαστή βρύση
πεγαδομάτ= κεφαλόβρυση
πεζεύκεται (τ)= γίνεται βαρετό
πειρία= βάσανα
πεκιάρτς (τ)= ανύπαντρος
πελιάν (τ)= μπελάς, βάσανο
πελή- πασης (τ)= αντιπρόσωπος της αρχής ,βοεβόδας
πεν ενέμεν (τ)= εδώ δεν κατεβαίνω
πεν περισιάν(τ)= τρισάθλιος
πέραν περού= πέρα για πέρα
περβόλ= τοίχος
περισιάν (τ)= βασανισμένος
περπελούχ(τ)= τέχνη του κουρέα
πέσκα= πλάγιασε
πεσκαθέτεν= πλαγιάστε
πεσλούχα= τουρκικό αργυρό νόμισμα
πετσιαρεύω (τ)= καταφέρνω
πέχτσε σε =δηλωτικό έκπληξης
πηήν= πηγή
πιακμιάζ (τ)= πετιμέζι
πιαλίτια (τ)= βελανιδιές
πιάλκι (τ)= ίσως
πιαλήν (τ)= γνωστό
πιασλιαεύομε (τ)= τρέφομε
πιδιαβαίν= δρασκελίσει ύψωμα, κρυφτεί
πιδεβασέα= να δρασκελίσει ύψωμα και να μη φαίνεται
πιαχλιβάνος (τ)= αθλητής
πεβολιστής= εμβολιαστής
πιδεβασέα= μέρος μακρινό
πιλιά (τ)= ακόμα
πιλιαζούχ (τ) = συνδετήρας της κάνης και του ξύλου
πιλιαμπίρ (τ)= ξαφνικά
πιλίκος= φάκελλος
πιλινεμέντζ= διάσημος
πινά (τ) = οικόπεδο, σπίτι με χωράφια
πινιάκ= πινάκιο
πινές= κοτέτσι
πιρνί= πρωί
πιρλιαμπίρ (τ)= ξαφνικά
πιρμπιρίμια= ανδράκλα (χόρτο)
πίσσα= σκοτεινή σαν πίσσα
πισέας= τσαπατσούλης
πισλούχα (τ) = ακαθαρσίες
πίσταυρα= σταυρωτά
πιτσίμ (τ)= σχήμα, σχέδιο
πιτύδια= πιτυές
πλαγιανός= λιγόμυαλος
πλαγκαικά  ή πλαγκέσ'= παραπέρα
πλαγκιάν= αποπέρα
πλακίν= πλάκα (πέτρα)
πλαμέρ= παραπέρα
πλέειν= περισσότερο
πλεθούυμενον= πράγμα που πληθαίνει, περισσεύει
 πλερούται=  καταντά, παθαίνει
πλερούνται= εκπληρώνονται
πλουμίν= χρώμα, χρωματιστό σχέδιο
πλύμψον= δώσε το πλυμίν
πλυμίν= βρασμένα χόρτα για την αγελάδα
πογιάδας (τ)= χρώματα
πογιατζής(τ)= ελαιοχρωματιστής
ποδαρέα= πατημασιά
Το μαστορείο και το πεγάδ' ση Σαντά
ποδεδίζω σας= να σας χαρώ , σας ικετεύω
ποδαρομύτ= μύτη του ποδιού
να ποδεδίζω= να χαρώ
πόϊ (τ)= ανάστημα
ποίγω= κάνω
ποίσον= κάνε
πόλια (τ)= μπόλικα
πόλικον= μπόλικο, άφθονο
πομπή= πόρνη
πονισκάται = πονεί
ποράν (τ)= βροχή από περαστικό σύννεφο
πορανόπον= ψιλοβρόχι
πορτλάχ (τ )= σκάνδαλο
ποσιάς (τ)= γύφτος
πόστ= ακατέργαστο δέρμα
πόστα= ταχυδρομείο
ποστάλια= παπούτσια
ποταμόκολε= που έχεις τον κώλο σου στον ποταμό
ποτία= ποτά
ποτρατζής (ρ)= εργολάβος
πουγαλεμένος= βασανισμένος
πουγιουρεύ (τ)= διατάζει
πουΐχ (τ)= μουστάκια
πούλ= πούλησε
πουλούλ= μεγάλο πιθάρι
πουλουλέα= όσο χωρεί το πιθάρι
πούμπα και πουμπαρόζ= άγνωστης σημασίας
πουμπούρ= πολύ στεγνό
πουρνά= αύριο
πουρνός= πρωί, πρωινό
πουρούν-ότι= καπνός
πουρτία= αποσκευές
πούσουλα= πυξίδα
πουσίντια= φρυγαδισμένα και αλεσμένα σιτηρά
πουσιντιάρ= το γυναικείο αιδοίο
πουσμάνεμαν (τ)= μετάνοια
πουσμανεύ(τ)= μετανιώνει
πουσμανεύνε(τ)= μετανοούν
πουσμαντζιλούχ (τ)= η μετάνοια
πουτσιάχ (τ)= εσωτερική γωνία
πουτσή= κόρη
πουτσίδια= κορίτσια
πουτσιδόπον= κοριτσάκι
ποχτσιά= χοντρό μάλλινο σάλι
πράττει= ταιριάζει
πρέσκεται= πρήζεται
πριχούν= πρωτού, πριν
προσονειδιάσματα= κοροϊδίες
πρόσωπον= το εξωτερικό του υφάσματος
πρωτιζνά= παλαιά

Ρ

ραγούν= ρακί
ραζής (τ) = συγκατατιθέμενος
ρακάν = προεξοχή, κύρτωμα βουνού
ραφίδια = δέματα
ραχατλαντούμ (τ) = αναπαύθηκα
ράχια = ράχη, πλάτη
ραχίν = βουνό, ράχη
ραχιοκέφαλα = βουνοκορφές
 ραχιόπον = βουναλάκι
ραχιόπουλον = εκείνος που μεγάλωσε στα βουνά
ρδάξον= να ανάψεις τον φούρνο
ρδανίν = καπνοδόχος
ρδόμος= δρόμος
ρδουβάν = βουτυρόκαδος του Πόντου
ρδίβω= κάνω θρύμματα , κατακοματιάζω
ρθύβ= κανει κομμάτια
ριασλιαεύ (τ) = τυχαίνει
ρόγα =ρεύμα
ροκοτσίπι = το ξύλο της ρόκας
ρουζ = πέφτει
ρούζνε = πέφτουν
ρούξιμον = πέσιμο
ρυτά= αμέσως
ρωμιογύριστος= Έλληνας που τούρκεψε

(τ) = τουρκική
(αρμεν )= αρμενική
(ρ)= ρωσική