Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

Οι Τούρκοι ληστοσυμμορίτες

Πριν δηλωθούν οι Κλωστοί της Σαντάς σαν Χριστιανοί, επί 3-4 αιώνες ο έλεγχος όλων των ενδιάμεσων βουνών της Σαντάς- Τραπεζούντας και Σαντάς - Γαλίανας βρισκόταν στα χέρια των παλικαριών της Σαντάς και μάλιστα των φιράρ, όπως του Φιράρ Οσμάν, του Μολά Αλή, του Ζορμπά Ισπύρ, του Κούρτου κλπ.
Ο έλεγχος όμως αυτός διέφυγε από τα χέρια των Σανταίων από το 1856—1895, δηλ. μέχρι της εποχής  του Βαλή της Τραπεζούντας Κατρή πασά για τους παρακάτω λόγους:
1) Μόλις δηλώθηκαν Χριστιανοί οι Κλωστοί της Σαντάς  απέβαλαν κατά 10ο)ο το πολεμικό τους μένος.
 2) Οι άντρες που ξενιτεύονταν στη Ρωσία έγιναν λεπτοί στους τρόπους και απέβαλαν  ένα ποσοστό του αρειμάνιου ύφους των πατέρων τους  και
3) το σπουδαιότερον, μας έλειπε ο κοινός νους. Οι τουρκοσυμμορίτες γνώριζαν καλά την κατάσταση και επιχείρησαν να  αναλάβουν τον παραπάνω  έλεγχο.
Η Σαντά βρισκόταν πολύ μακριά  από τα άλλα ελληνικά κέντρα του Πόντου. Της  έφραζαν τον δρόμο προς την Κρώμνη, την Γαλίανα, την Ούζη, την Γεμουρά, τα Σούρμενα κλ.π. βουνά, πανύψηλα και χιονοσκεπασμένα, και δάση απέραντα. Τα πιο κοντινά ελληνοχώρια, όπως η Κρώμνη και η Γαλίανα, βρίσκονταν σε  απόσταση 30 χιλιομέτρων.
 Μεσ’ στον ΙΘ' αιώνα  από την εποχή που δηλώθηκαν Χριστιανοί οι Κλωστοί της Σαντάς, όλος  αυτός  ο ενδιάμεσος χώρος των 30 χιλιομέτρων ελεγχόταν από τούρκικες ληστοσυμμορίες, που λήστευαν στα βουνά της Σαντάς κι αλλού κάθε Σανταίο και κάθε ξένο χριστιανό.
 Οι ληστοσυμμορίες αυτές είχαν μανία τους ξενιτεμένους μας που τους ήξεραν παραλήδες  και σαν ψόφιες που ήσαν γύρευαν να βρουν από που ν' αρπάξουν καμιά δεκάρα. Κατάντησαν φοβερά θρασείς, κοιμόνταν μέρα μεσημέρι πάνω στους κεντρικούς δρόμους, όπως στου Τσαλαπόγλη τα ταφία, στο Σεσλήκαγια, στο Χαρεμί πογάζ κι αλλού  και περίμεναν ποιος θα περάσει για να τον ληστέψουν. Κανένας δεν  τις καταδίωκε τις συμμορίες αυτές, oι τούρκικες  αρχές κώφευαν στα παράπονα των Σανταίων και των άλλων Χριστιανών, δημόσια  ασφάλεια ήταν άγνωστη στον Πόντο για πολλές δεκάδες χρόνια ως την  εποχή που ο Κατρή πασα στα τέλη του ΙΘ' , που πέτυχε την  εξόντωση των τούρκικων ληστοσυμμοριών απ' όλο τον Πόντο.
 Και η κεντρική κυβέρνηση με την χλιαρή στάση της ενθάρρυνε τα φανατικά μουσουλμανικά στοιχεία που υπόθαλπταν τις ληστοσυμμορίες αυτές και τις παρότρυναν να ξεγυμνώσουν και να τρομοκρατήσουν τον χριστιανικό πληθυσμό του Πόντου. Κι αλήθεια οι τουρκοσυμμορίτες έδρασαν σε όλο τον ΙΘ.' αιώνα σε βάρος των χριστιανών, Ελλήνων και Αρμενίων. Κανένας Τούρκος δεν ληστεύτηκε ποτέ  από τις συμμορίες· χριστιανοί και μόνο χριστιανοί ληστεύτηκαν και σκοτώθηκαν κατά χιλιάδες. Τα περισσότερα θύματα στην βαρβαρότητα αυτή των Τούρκων πρόσφερε η πατρίδα μας η Σαντά, μα αυτή στάθηκε η μόνη τυχερή που μπόρεσε στο τέλος ν’ ανταποδώσει στο εκατονταπλάσιο τις καλοσύνες (;) αυτές των τουρκοσυμμοριτών από το 1916 ως το 1924.
 Οι τούρκικες αυτές ληστοσυμμορίες ήσαν εκφυλισμένες· δεν είχαν ανθρωπισμό.  Ήσαν μπουλούκια τεμπέληδων, άξεστων, φανατικών και ψόφιων Τούρκων που καταδέχονταν ν’ αρπάξουν είδη αξίας και μιας δεκάρας  ακόμη! Πόσες φορές τύχαμε 20 και 30 Τούρκους ληστές, κοπάδια  ολόκληρα αμόρφωτων Τούρκων, να ξαπλώνουν μακαρίως στον ήλιο πάνω στον δρόμο του Τσαλαπόγλου και του Χαρεμί πογάζ και να περιμένουν ποιους;
Πέντε έως δέκα φτωχές χήρες της Σαντάς που κατέβαιναν στην Τραπεζούντα να πουλήσουν μια έως δύο οκάδες βούτυρο και 2 ή 3 οκάδες τσορτάνια για να προμηθευτούν το απαραίτητο αλάτι τους. Λοιπόν από μια τέτοια ληστεία που έκαναν τα τέρατα δεν έπαιρναν πράγματα με αξία  ανώτερη από 100 γρόσια κι αυτοί ήσαν 30  και μάλιστα παραφύλαγαν βδομάδες ολόκληρες εκεί για να πετύχουν κάτι.
Θυμάμαι καταδέχτηκαν κάποτε να ληστέψουν κι εμένα και να μου αρπάξουν  ένα παλιό φέσι αξίας 2 γροσίων αυτοί οι φοβεροί και τρομεροί ληστές! Δεν ήταν να κλάψει ο Σουλτάν Χαμίτ για την κατάντια αυτή του τούρκικου λαού, για την ηθική του  εξουθένωση και παρακμή; Αντί να παν να εργαστούν στα κτήματά τους οι αλιτήριοι  και να ζήσουν σαν άνθρωποι αυτοί οι κερατάδες, έρχονταν στα βουνά  μας να κόψουν την συγκοινωνία μας  και το αποτέλεσμα; Μηδέν. Αποκτούσαν κρυοπαγήματα οι άθλιοι αυτοί  και ψοφούσαν γρήγορα απένταροι, αδέκαροι και περιφρονημένοι. Αλίμονο αν ήσαν κι ανήθικοι οι μασκαράδες αυτοί! Μονάχα αυτό το ελάττωμα δεν είχαν.
Τι έκαναν όμως οι Σανταίοι σ' όλο αυτό το διάστημα; Είχαμε όλοι μας κι’ εγώ μαζί  το γκρα μας, το αϊναλή μας, το μάουζερ και το μάνλιχερ μας  με πολλές δεκάδες φυσίγγια, είχαμε και ψυχραιμία  όση έπρεπε, μα κανένας μας δεν πήρε την πρωτοβουλία, αν και είχαμε στη Σαντά πάντοτε 50-100 οπλοφόρους, να οργανώσει μια καλή εκστρατεία ενάντια στους Τουρκοσυμμορίτες που μας έσφιγγαν το λαρύγγι και παρέλυαν την συγκοινωνία μας και τη ζωή μας.
 Ήταν πεπρωμένο φαίνεται να τιμήσουν και να δοξάσουν την Σαντά μονάχα οι αντάρτες μας της πολεμικής περιόδου, που κατόρθωσαν να οργανωθούν συστηματικά ενάντια στους Τουρκοσυμμορίτες. Και βέβαια οι Τουρκοσυμμορίτες αυτοί σπάνια τολμούσαν να πατήσουν το έδαφος της Σαντάς, μα και το απλό τους τριγύρισμα κοντά στα σύνορα της Σαντάς ήταν φοβερή βρισιά για μας, που είχαμε προορισμό να συνεχίσουμε την Ιστορία της ηρωικής πατρίδας μας. Σε κείνες τις περιστάσεις μας έλειπε η οργάνωση, μας έλειπε ο κοινός νους  όπως είπαμε.
Ένας απλός  περίπατος ως την άκρη των συνόρων μας και 5-10 ντουφεκιές που θα ρίχναμε θα διέλυαν σαν ιστό αράχνης τα μπουλούκια αυτά των θρασύδειλων αυτών και ψευτοπαλληκαράδων Τούρκων, μα που μυαλό!! Απόδειξη της  αλήθειας αυτής είναι το εξής ότι μόλις οργανώθηκαν οι αντάρτες μας μέσα στον Πανευρωπαϊκό πόλεμο έπαψε να υπάρχει και η παραμικρή σκιά Τούρκων ληστών στην περιφέρεια Σαντάς. Οι   αντάρτες μας υποτάξανε στο Μάνλιχερ και στο Γκρα τους όλα τα γύρω της Σαντάς Τουρκοχώρια και κόψανε την ανάσα των Τουρκοσυμμοριτών, οι οποίοι προ του 1900 πέντε φορές εισέβαλαν στο έδαφος της Σαντάς. Για την πρώτη τους εισβολή έχομε να πούμε τα παρακάτω:
Το καλοκαίρι του 1898 δέκα Τούρκοι ληστές μπήκαν μέρα μεσημέρι στη Σαντά  απ’ το Τσαρτακλή και φτάσανε ως του Κωφού. Τους αντιληφθήκαμε εμείς  οι Ισχανανταίοι και κατά το βράδυ δύο παλληκάρια μας, ο Συμεών Γαρατσάλ και ο Δημήτριος Γαραγάς αρπάξανε τα Γκρα τους και σπεύσανε προς του Κωφού, όπου αντάλλαξαν με τους ληστές μερικές ντουφεκιές χωρίς αποτέλεσμα. Ο πληθυσμός των Ισχανάντων ανησύχησε για την τύχη των παλικαριών μας και έσπευσαν την νύχτα όλοι, άντρες γυναίκες και παιδιά στο Κοιλάδ και στο Φουρνόπον για να δουν τι γίνεται. Δεν πέρασαν πολλές ώρες και είδαμε να  επιστρέφουν τα παλληκάρια μας απείραχτα μεν, μα άπρακτα. Το μόνο καλό που μας έγινε με το τόλμημα των δύο μας παλικαριών  είναι ότι τη νύχτα εκείνη οι ληστές απομακρύνθηκαν  από τα σύνορα της Σαντάς χωρίς να πειράξουν κανένα.
Οι άλλες 4 εισβολές είναι : 1) Λήστεψαν το σπίτι της Πινατέτσας στο  Ισχανάντων. 2) Σκοτώθηκε ο ληστής Σαλέχ στο Παύλ. 3) Σκοτώθηκε ο  Κωνσταντίνος Κολόσαλης στα Δώδεκα Αλάτια  και 4) Τούρκοι Σουρμενίτες με αρχηγό τον Κλαύδιο σκοτώσανε τον χατζή Στοφόρο στου Πιστοφάντων.
Δρόμος για τη Σαντά
Ας περιγράψουμε μια σοβαρή ληστεία με φόνους που  έγινε στο βουνό τη Σίμωνας κοντά στα σύνορα της Σαντάς.
Μια τούρκικη ληστοσυμμορία είχε την έδρα της στην κορφή του βουνού Σίμωνας με σκοπό να ληστέψει και να εξοντώσει  τους παραλήδες ξενιτεμένους μας. Τον χειμώνα του 1880 ένα ολόκληρο καραβάνι Σανταίων με αρχηγούς τον Βασίλειον Πόζο σαήν (ταχυδρόμο) της Σαντάς, τον Χαράλαμπο Γιαμάκ, τον Λευτέρη Παρχάρ, τον Αβραάμ Σπαθάρο, τον Πότο Μαρούφ, τον Δημήτρη Παροτσή και την γυναίκα του Κώστα Γιαλαμά, ανέβηκαν  απ’ την Τραπεζούντα στην Ούζη για να διανυκτερέψουν εκεί  και την άλλη μέρα πρωί να ξεκινήσουν για την Σαντά.
Κατάσκοποι μιας Τουρκοσυμμορίας είδαν το πλήθος αυτό και ειδοποίησαν τους ληστές πως έρχονται πολλοί ξενιτεμένοι Σανταίοι. Οι ληστές άνοιξαν διάπλατα τα ρουθούνια τους  και μόλις νύχτωσε έπιασαν τα στενά του βουνού Σίμωνας και περίμεναν. Κοντά στα ξημερώματα ξεκίνησε η συνοδεία αυτή για τη Σαντά, προπορεύονταν οι αγωγιάτες και η γυναίκα του Κώστα Γιαλαμά. Μόλις βγήκαν οι Σανταίοι στην  κορφή του βουνού ακούστηκε ένα βροντερό και επιτακτικό  εγλέν των Τούρκων ληστών, που πρότειναν σαν αδιαπέραστο κάστρο τα στόμια των ντουφεκιών τους.
 Όλοι άντρες και γυναίκες τα χρειάστηκαν. Η γυναίκα του Κώστα Γιαλαμά που ήταν  οπλισμένη με δίστομο πιστόλι φώναξε τότε στους λίγους Σανταίους που βρίσκονταν στην ουρά της συνοδείας να βιαστούν λιγάκι για να φτάσουν τους πρώτους, συνάμα έριξε μια πιστολιά και σκότωσε ένα ληστή, αλλά τότε μια σφαίρα των ληστών της διαπέρασε τα στήθη. Ύστερα απ' αυτό οι ληστές πυροβόλησαν με μανία επανειλημμένως πάνω στην συνοδεία των Σανταίων και τραυμάτισαν πολλές γυναίκες. Ο Δημήτριος Παροτσής, νέος ατρόμητος και άριστος σκοπευτής, δεν μπόρεσε τότε να συγκρατηθεί. Σκόπευσε καλά τον Αρχιληστή και με μια του ντουφεκιά τον πήρε κάτω. Η σφαίρα βγήκε  από την ράχη του αρχιληστή και τραυμάτισε θανάσιμα άλλον ληστή.
Αυτό έφτασε να βγουν όλοι οι ληστές από τις κρύπτες τους και να επιτεθούν εναντίον του Παροτσή, ο οποίος κατόρθωσε να ταμπουρωθεί πίσω από μια πέτρα, κι από κει πυροβολούσε αδιάκοπα εναντίον των ληστών. Είκοσι λεπτά της ώρας βάσταξε η  άνιση αυτή πάλη· σκότωσε και τραυμάτισε πολλούς ο αθάνατος Παροτσής, μα στο τέλος τον σκότωσαν οι ληστές, του τεμάχισαν το σώμα και του κόψανε το  κεφάλι για να χορτάσουν την  αιμοδιψία τους. Ύστερα λήστεψαν όλους τους άλλους Σανταίους και έπειτα τους άφησαν ελεύθερους.  Η απαίσια είδηση του σκοτωμού του Παροτσή και της γυναίκας του Κώστα Γιαλαμά κατετάραξε τους Σανταίους που κάνανε τότε έντονες διαμαρτυρίες στις τούρκικες  αρχές, μα οι  Αρχές  "αγρόν ηγόρασαν"  γιατί επρόκειτο για Χριστιανούς.




Μιλτιάδης Κ. Νυμφόπουλος
Εκπαιδευτικός
Ιστοριογράφος της Σαντάς