Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

Ο Χάρος στην Ποντιακή Ποίηση

Οι δοξασίες των Ποντίων για το Χάρο, είναι κράμα των αρχαίων Ελληνικών παραδόσεων  και των Χριστιανικών. Ο Χάρος των Ποντίων είναι ο ίδιος ο Χάρος των προγόνων μας.
Στην αρχαιότητα ο Χάροντας διέσχιζε την Αχερουσία λίμνη με την παλιά βάρκα του για να μεταφέρει τους νεκρούς στον Άδη, παίρνοντας για τον κό­πο του έναν οβολό, που οι συγγενείς του νεκρού τοποθετούσαν στο στόμα του.

Στον Πόντο ο Χάρος οδηγεί τις ψυχές στον  Άδη ας σο τριχαρένεν το γεφύρ πάλι με ανταμοιβή, που είναι κέρινο ομοίωμα νομίσματος με το σημείο του σταυρού στη μέση, που ο παπάς τοποθετεί πάνω στα χείλη του νεκρού.
Στους νεότερους χρόνους και στον Πόντο ο Χάρος είναι προσωποποίη­ση του θανάτου. Χάρος και θάνατος είναι συνώνυμοι.
Οι  αρχαίοι ονόμαζαν το Χάροντα Αδάμαστο, Άδμητο, Αμείλιχο, Ζαγρέα (κυνηγό) κ.τ.λ. Οι Πόντιοι τον ονομάζουν άπιστο, άσπλαχνο, άχαρο, πικρόχαρο, κυνηγό.
Πόθος του κάθε ανθρώπου είναι να διαφύγει το θάνατο και να σώσει και τους όμοιους του:
Να εύρηκα τον Χάροντα κι από λουτρού σον ύπνον,
 να χάλανα σην τσέπην άτ να ’παίρνα τ’ ανοιγάρια,
νάνοιγα 'γώ την φυλακήν, φυλακωμέντζ' ν’ εβγάλνα.

Κανείς όμως δε μπορεί ν’ αντισταθεί, κανείς δε μπορεί να διαφύγει ότι και να κάνει, όπου και να κρυφτεί:
Κανείς Χάρον ’κ ενοίκεσεν, κανείς σην γην ‘κ επέμνεν.
Και αν τον νικήσει κανείς και μ’ αυτό δε γλυτώνει.
Και νικεμένος κουβαλεί τον νικητήν σον Άδην.
Αλλού, αφού δεν έμεινε κανένας ζωντανός από το θανατικό:
Ποίος  ένι στην πόρτα μου;
Αν ένι Χάρις ας διαβεί,
κι άλλον κανένα δεν έχω (Ινέπολης).

Χάρε ντο έχεις με τ’ εμέν κι ούμπαν πάγ’ ακλουθάς με,
 κι αν κάθουμαι  συγκάθεοαι, κι αν πορπατώ ακλουθάς με,
κι αν κείμαι κα να κοιμηθώ, γίνεσαι μαξιλάρι μ;

 Ο Χάρον ετραλάλησεν Σερβίας και Ρωμανίας 
πάσαν οσπίτιν άνθρωπον, πάσα βουινό στρατιώτην, 
την δέσποιναν απ’ τον κλωβόν, να θεμελιών τον κάστρον.

Για να δικαιολογηθεί η ακαμψία του Χάρου, ο λαός έπλασε την παρά­δοση πως ο θεός τον ξεκούφανε, γιατί μια φορά ακούγοντας τα παρακάλια του λυπήθηκε κάποιο και δεν έκανε τη διαταγή του Θεού.

Και κωφός ο θάνατος από τότε μένει.
Ο  Ορφέας με τη λύρα του

Στην αρχαιότητα αρκετοί ήρωες περιφρόνησαν την απόλυτη δύναμη του Χάρου: Ο Ορφέας με τη λύρα του έχει καταγοητέψει και καταμαλάξει τη σκληρή και άκαμπτη καρδιά του Χάρωνος και μετέφερε από τον Άδη στον πάνω κόσμο τη γυναίκα του Ευρυδίκη.
Ο Ηρακλής παλεύει με το Χάρο για να κερδίσει την πιστή γυναίκα του Άδμητου Άλκηστη, που είχε χαρίσει τα χρόνια της στον άνδρα της, ή σύμφωνα μ’ άλλη παραλλαγή κατεβαίνει στον Άδη και παίρνει από κει την  Άλκηστη.
Στην Ποντιακή μούσα όταν ήρθε ο Χάρος για να πάρει την ψυχή του Γιάννε του Μονόγιαννε, κάμφθηκε από τα παρακάλια του και τρεις φορές γύ­ρισε στο Θεό για να διαβιβάσει την παράκληση του Μονόγιαννε να του χα­ρίσει τη ζωή για να κάνει το γάμο του. Ο Θεός έδωσε τη συγκατάθεσή του με τον όρο να του χαρίσει ο πατέρας του μερικά χρόνια από τα τριακόσια που θα ζήσει, ή η μάνα του από  τα διακόσια που θα ζήσει, κι επειδή αυτοί δεν του χάρισαν ούτε μια μέρα, η γυναίκα του που θα ζούσε σαράντα χρόνια αποκρίθηκε με τον περίφημο στίχο:

Και τα σεράντα δίγ’ ατον, κι άλλα σεράντα τόσα,

ή σύμφωνα με μια άλλη παραλλαγή:

Τ’  εμά τα χρόνια τα καλά, εμέν κ’ εσέν κανείνταν.

Άλλο παράδειγμα υποχώρησης του Χάρου  έχομε σε ποίημα της  Ινέπολης:

Την ζήλεψεν ο Χάροντας και θέλει να την πάρει.
Άβης με, Χάροντα, άβης με να ζήσω τρεις ημέρες,
ας ενι για το χατήρι σου ζήσον τριάντα χρόνους.

Όταν  συμπληρώθηκαν τα τριάντα χρόνια σηκώθηκε κι έβαλε τα χρυ­σά της κι όταν τη ρώτησαν που πηγαίνει, αποκρίθηκε:

Ουδέ σε γάμο κίνησα κι ουδέ σε πανηγύρι
 ήρθε ο πικροχάροντας μαζίτοα να διαβούμε.

Άλλος  Ορφέας:

Επαίρεν λιχτρομάκελλον κι ατός σον Αδ’  επήεν, 
ελίχτρεψεν κ’ εγρίζεψεν και την αγάπην εύρεν. . .

Ποιος όμως μπορούσε να δώσει ζωή στο μαρμαρωμένο σώμα; Ποιος άλλος εκτός από τον έρωτα. Μ’ ένα φίλημα. . .

Τ'  ομμάτια ’τς  φώς εγόμωσεν, το στόμαν άτς λαλίαν.
Αϊτε πουλί μ, αϊτε γιαβρί μ, αϊτε κι απόθεν έρθες.

Εκείνη όμως τον προτρέπει να φύγει από τον καταραμένο εκείνον τό­πο, με τους  εξής στίχους:
Οπίσ, οπίσ νε παληκάρ, οπίσ κι απόθεν ερθες·
Αδά γάμος κι γίνεται, νύφε  κι στολισκάται,
Τραπέζ’ κι τονατεύκεται, καυκίν κι ποτισκάται.
Ο Χάρον εντροπήν  κι σκών και φόβον κι φοάται.
Ξανθή κόρη καυκίσκεται το Χάρο κι φοάται,
 κι ο Χάρον εσαΐτεψεν την μοναχήν την κόρην.
Η πάλη του Διγενή και του Χάρου ( Έργο του Δ. Σκουρτέλη)
Η πάλη προς το θάνατο παρουσιάζεται σαν αγώνας γενναίου προς το Χάρο. Πολλοί είναι οι δημοτικοί στίχοι του λαού για το Διγενή και το Χάρο, στα οποία περιγράφεται  η υπερφυσική ανδρεία του Διγενή που παλεύει με το Χάρο σε μαρμαρένια αλώνια.

Όπου χτυπάει ο Διγενής το αίμα αυλάκι κάνει,
κι  όπου χτυπάει ο  Χάροντας το αίμα τράφο κάμνει.

Και μ’ άλλους αντρειωμένους παλεύει ο Χάρος σε σιδερένια ή χάλκι­να αλώνια:

Έλα, Χάρε, ας παλεύομε σό χάλκενον τ’  αλώνι,
'κ εγώ εσέναν αν νικώ τον μαύρο σου να πάρω.

Όταν  δεν μπορεί να τους καταβάλει, τους πιάνει απ’ τα μαλλιά και τους χτυπάει καταγής ή ξεμακραίνει και παρά το στοίχημά του χρησιμο­ποιεί το τόξο του ή δίνει ψεύτικες υποσχέσεις:

Κομπόμηλα και τσούφα λεφτοκάρια, μάραντα και μανουσιάκια. 
δηλ. τα πιο όμορφα λουλούδια του Πόντου.

Εδώ στην Ελλάδα ο λαός φαντάζεται το Χάρο σαν μαύρο καβαλάρη, στην Ποντιακή λογοτεχνία μόνο στο πάλεμα του Ακρίτα παρουσιάζεται ο Χάρος τέτοιος:

Κι αν εν και ντο νικώ ‘σ εγώ, παίρω και τον μαύρο ‘σ.

Ο Χάρος έχει και μάνα που τον παρακαλεί να μην πάρει μάνες και παι­διά, κι αδέρφια μ’ αδερφάδες, ούτε και πρωταντρόγυνα πρωτοστεφανωμένα. Αυτός καθώς είναι σκληρόκαρδος, όπου βρίσκει τρεις παίρνει τους δυο, κι όπου δυο τον ένα, κι όπου βρει ένα μοναχό, κι εκείνον τον παίρνει.
Ο Χάρος δεν κάνει διακρίσεις:

Ανάθεμα σε Χάροντα και τρισαναθεμά σε,
 αφήντζ τ’ ώριμα σό κλαδίν και κρους και παιρτς τα μάντζια. 
Χάρε ‘μ αφς τ’  αμουρατσούσις κ’ έπαρ τοι γεροντάδας. . .
Χάρε μου να μη χαίρεσαι, καλόν να μη ελέπεις.
Χωρίζει μάναν και παιδίν, αγαπεμέν’ αντρόϋνα,
χωρίζει και μικρά πουλιά ας σην γλυκήν τη μάναν...
Έρθεν  ο Χάρον άχαρον οσπίτια να κλειδώνει,
επαίρεν τ’ ολομόναχον κι ατό  αλυσσοδένει.

Οι νέοι τον παρακαλούν να προτιμήσει γέρους:

Μη θανατώντζ ανύπαντρους, νέους άμον εμέν
δέβα  έπαρ γεροντάδας, σνντρόφς άμον εσέν.

Εκείνος όμως:

Φυτεύει τις νιες για λεμονιές, τους  νιους για κυπαρίσσια
και τα μικρά παιδόπουλα, τριαντάφυλλα τριγύρω,
 τους δε γέρους μόνο για φράκτη τους κρατά.

Όταν έρχεται ο Χάρος όλη η φύση πενθεί και κλαίει ως

Και τα ψηλά ραχία μουρδουλίζνε.

Ο Χάρος άλλων υποσκάπτει σιγά σιγά την υγεία, και άλλους κεραυνοβόλως.

Ο Χάρον κρυφά έρχεται και φανερά κουρσεύει,
κρυφά σύρει τη σπάθιαν άτ και φανερά ξυν αίμαν.