Pages

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

Ημερολόγιο της Δράσης των Ελλήνων Ανταρτών της Σαντάς.Μαης 1924

Μάιος 1924

1. Επειδή η επιτροπή έφυγε πάλιν διά λίγες ημέρες εις την Αμισόν, έμεινε εις την Τραπεζούντα μόνον ο γραμματεύς, από τον οποίον πήραμε την εξής επιστολήν.

« COMMISION ΜΙΧΤΕ
POUR L’ ECHANGE DE POPULATIONS
GRECQUES ΕΤ TURQUES
SEPTIEME SOUS - COMMISSION
No.........
Προς τους εν τη φυλακή Τραπεζούντος Έλληνας ανταλλαξίμους
Εξηντλήσαμεν όλα τα μέσα με τας επιτοπίους αρχάς.
Τώρα ενεργούμεν μέσω κυβερνήσεως. Μην απελπίζεσθε. Αλλά και μη δίδετε καμίαν σημασίαν εις τα λόγια του α' και του β'. Με το προσεχές προσφυγικόν ατμόπλοιον θα σας στείλωμε. Μένετε ήσυχοι, δεν σας λησμονούμεν.
Σεϊτανίδης
Εν Τραπεζούντι τη 1η Μαΐου 1924».
Από την εκκένωση της περιοχής της Τσατάλτζας στις αρχές του 1924.

20. Ευρισκόμενης εισέτι της επιτροπής εις Αμισόν ήλθον δύο πλοία ακόμη ελληνικά. Τα εκράτησαν πέντε έξι ημέρες, περιμένοντες την επιτροπήν. Ήσαν το «Καβάλα» και «Θρασύβουλος», τα οποία θα έπαιρναν όλους τους Έλληνας ανταλλαξίμους.

23. Ήλθε η επιτροπή και συνεννοήθη μετά του βαλή, διά να φύγωμεν με αυτά τα πλοία, διότι δεν θα έμενε κανείς άλλος και απεφασίσθη.

24.  Επειδή ήτο ημέρα αργίας διά τους Τούρκους, ο εισαγγελεύς διέταξε τον ζανταρμά κουμαντάν να κλείση τις εξώθυρες του σαραγιού και να μη επιτρέψη κανένα Τούρκον να είναι μέσα, τον δε διευθυντήν της φυλακής να ανοίξη την πόρτα μας και να μας αφήση ελευθέρους να γυρίσωμε μέσα στο προαύλιον του σαραγιού, διά να ξεμουδιάσουν τα πόδια μας ύστερα από τριών μηνών φυλακήν.
Όπως και έγινε. Και όλην την ημέραν ήμεθα μετά του διευθυντού των φυλακών Μουσταφά εφέντη Εγιούπ Ζαδέ, όστις, ευρών ευκαιρίαν σήμερα, μας διηγήθη όλον το περιστατικόν του βαλή μετά του εισαγγελέως και τα λεχθέντα κατά την συνεδρίασιν εκείνην, ήτις απολύτως συνήλθε μόνον διά το ζήτημα της δολοφονίας μας και εξαιτίας εισαγγελέως γλιτώσαμε.
Και τότε μόνον καταλάβαμε ότι ο άτιμος εκείνος, διά τον οποίον έλεγε, ήτο ο βαλής, όστις διεκρίνετο διά τα μισελληνικά του αισθήματα, κατήγετο δε εξ Αδριανουπόλεως και είχε dιορισθή και άλλοτε βαλής Τραπεζούντος και ήτο γνωστός ως τοιούτος. Είχε καταβάλει πάσαν προσπάθειαν, διά να επιτυχη τον σκοπόν του, αλλά δεν τον επέτυχε, διότι τας ευθύνας θα έφερναν άλλοι, οι οποίοι ως εκ τούτου δεν έμειναν σύμφωνοι.

25. Ημέρα χαράς και ελευθερίας αλλά και κινδύνου συνάμα.
Πρωί με τα χαράγματα ένας ιατρός εκ των περιχώρων της Αργυρουπόλεως και του οποίου το όνομα με διαφεύγει πήγαινε τα δέματά του εις την αποβάθραν, διότι σήμερα θα έφευγαν τα πλοία και θα πήγαινε και αυτός. Μόλις έφθασε στην αποβάθρα, είδε μίαν ασυνήθη και αλλόκοτον κίνησιν υπόπτων τινών Τούρκων, οίτινες, φέροντες ενδυμασίαν πολιτικήν και μάλιστα ζίπκας και έχοντες όπλα κάτω από τις κάπες των, περιεφέροντο εκεί δίχως να φαίνεται κανένας αστυνομικός.
Επειδή εγνώριζε ότι κι εμείς θα φύγωμε σήμερα, υποψιασθείς απόπειραν εναντίον μας, αμέσως πήγε και ειδοποίησε τον κ. Λαμπριανίδην περί των όσων είδε. Και συνεννοηθείς μετά του Ελβετού* ο Λαμπριανίδης του εξέθεσε την κατάστασιν και αμέσως ήλθε προς τον βαλήν και διεμαρτυρήθη διά το άτοπον που γίνεται κοντά στα όμματα της κυβερνήσεως και της αστυνομίας, απειλών συνάμα εν περιπτώσει απόπειρας εναντίον μας.
Λάμπρος Λαμπριανίδης
Κατόπιν ήλθε εις το γραφείον του διευθυντού της Αστυνομίας και συνεννοηθείς και μαζί του τον παρεκάλεσε να τηλεφωνήση, όπως έλθη ένα αυτοκίνητον να μας παραλάβη. Κατέβηκε δε ο ίδιος μαζί με τον διευθυντήν της φυλακής και, ανοίξας την πόρταν, μας φώναξε να βγούμε με τα πράγματά μας και να παραταχθούμε εις δύο ζυγούς, διά να μας μετρήση και ερώτησε αν είμαστε όλοι παρόντες. Διέταξε και καταθέσαμε τα δέματα που κρατούσαμε και μας έφερε έξωθεν του γραφείου του διευθυντού της Αστυνομίας εις το παλκόνι και με τα ολίγα ελληνικά και τουρκικά που εγνώριζε αστειευόταν μαζί μας εκεί δέκα λεπτά της ώρας, οπότε βλέπομε αυτόν να νευριάζη και να κάνη βόλτες στο παλκόνι, συνάμα χτυπών δυνατά το μπαστούνι του στο πάτωμα.
Δεν γνωρίζαμε το αίτιον και μας εφαίνετο περίεργον το διατί. Και χάσας πλέον την υπομονήν του εισήλθε στο γραφείον και άρχισε τις φωνές και βρισιές κατά του διευθυντού, όστις του ζητούσε συγγνώμην ως δήθεν ξεχάσας. Μετά πέντε λεπτά βλέπομε να έρχεται ένα μεγάλο αυτοκίνητον φορτηγόν με ένα σωφέρ Άραβα και σταμάτησε μέσα στην αυλή του σαραγιού. Αμέσως διέταξε και κατεβήκαμε και, αναλαβόντες τα δέματα, μέτρων ο ίδιος πάλιν μας έβαλε στο αυτοκίνητον. Έβαλε και κάθισε μαζί μας και ο διευθυντής των φυλακών, ενώ αυτός, έχων υπό μάλης τον φάκελόν μας όστις του εδόθη υπό του διευθυντού της Αστυνομίας, εκάθισε με τον σωφέρ έχων δίπλα του και ένα αξιωματικόν της χωροφυλακής, όπισθεν δε έβαλε και κάθισαν ένας τσαούσης και ένας ζανταρμάς ως φύλακες και ξεκινήσαμε.
Μόλις φθάσαμε στην αποβάθραν, αμέσως κατέβηκαν αυτός και ο αξιωματικός, μη επιτρέψας εις ημάς να κατεβούμε, και επί πέντε λεπτά ερευνούσαν το πλήθος που βρίσκετο εκεί. Είχε ετοιμασθή και η βάρκα εκ των προτέρων και επερίμενε εκεί. Ήλθε και, διά τρίτην φοράν μετρών, μας έβαλε στην βάρκα καθώς και τους οδηγούς αξιωματικόν, τσαούσην και διευθυντήν και τελευταίος ο ίδιος και φθάσαμε επί του ελληνικού πλοίου «Καβάλα», οπόθεν οι Τούρκοι εγύρισαν πίσω. Μας πήγε στον πλοίαρχο και του συνέστησε να μας δοθή το καλύτερον μέρος και τροφή καλή και από ένα πακέτο τσιγάρα καθημερινώς· του έδωσε και τον φάκελον και αποχαιρετίσας όλους μας αφήνων και την κάρταν του έφυγε πάλιν διά την υπηρεσίαν του.
Ευρισκόμεθα πλέον επί ελληνικού εδάφους και δεν ξέραμε πώς να εκδηλώσωμεν την χαράν μας. Τότε πλέον ήρχοντο όλοι οι γνωστοί μας και μας ενηγκαλίζοντο και μας προσέφερον διάφορα δώρα.
Εδώ θα ήτο παράλειψις, αν δεν σημειώναμε και λίγα περί του φίλου μας Αλή, όχι όμως με ορισμένη ημερομηνίαν, διότι εντός της φυλακής δεν ήτο δυνατόν να έχω σημειώσει κάτι, διότι και διά το ημερολόγιον αυτό μου έγινε μεγάλη βία να το φανερώσω, διότι οι προδότες το γνώριζαν και ο ανακριτής επανειλημμένος με ερωτούσε τι το έκανα· εδικαιολογήθην ότι κατά την κάθοδόν μας εις την Τραπεζούντα το έκαψα- αλλά και πολλές φορές μας έγινε σωματική έρευνα μέχρι κοκάλων.
Αλλά θα τα γράψω, όπως συνέβησαν.
Μόλις συνελήφθημεν, μετ’ ολίγας ημέρας ήλθε εις την Τραπεζούντα ο Αλής και μας επεσκέφθη στην φυλακήν μακρόθεν όμως και με νεύματα ερωτούσε πώς περνάμε, διότι εφοβείτο την μήνιν του λαού.
Μας έστειλε μέσω του δεσμοφύλακος, όστις δεν κατήγετο από αυτά τα μέρη και αδιαφορούσε, λίγο τυρί, βούτυρο και γιαούρτι και διάφορα άλλα. Μετά τινας ημέρας πάλιν ήλθε και μας έφερε πάλιν τρόφιμα και συνεννοήθη μετά του δεσμοφύλακος ότι άλλην φοράν θα φέρη και εις αυτόν δώρα, αν του επιτρέψη να έλθη μέσα στην φυλακήν, διότι κανείς Τούρκος δεν ήτο μέσα.
Και πράγματι, όταν κατέβη άλλην φοράν, κατώρθωσε και μόλις εβράδιασε ο δεσμοφύλακας άνοιξε την πόρτα και τον έβαλε μέσα. Όλην την νύκτα δεν κοιμήθηκε ο άνθρωπος και ήθελε να κουβεντιάση μαζί μας. Μας εξώρκισε, μόλις φθάσωμε στην Ελλάδα να του γράψωμε την διεύθυνσίν μας, διότι μας έλεγε ότι «εξάπαντος το φθινόπωρον κατά Αύγουστον μήνα θα έλθω και εγώ· εδώ δεν μπορώ να μείνω πια». «Τώρα», έλεγε, «μου είναι αδύνατον, διότι εκτός που δεν έχω στο χέρι καθόλου λεφτά, ίσως να με παρακολουθούν και να με συλλάβουν». «Έχω», έλεγε, «τα δύο κορίτσια μου, τα οποία θα φροντίσω να πανδρέψω αμέσως και θα πουλήσω τα ζώα και μερικά πράγματα και θα έλθω εις Κων/πολιν, όπου δεν με ξέρει κανείς και εκείθεν ευκόλως θα έλθω να σας βρω με την γυναίκα μου Χαβάν και τον μικρόν μου Χασάν, διά τον οποίον» έλεγε, «θα εκπατρισθώ μόνον και μόνον να γίνη αυτός άνθρωπος. Θέλω να μάθη γράμματα και να μην μείνη σαν κι εμένα αγράμματος, ενώ εδώ δεν μπορώ να κάνω τίποτε, διότι ούτε σχολεία υπάρχουν και ούτε μου είναι δυνατόν να τον στέλνω μακριά».
 Και ήτο η μόνη αγνή και ειλικρινής επιθυμία του. Και άξιζε πραγματικώς το παιδί αυτό να μάθη γράμματα, διότι είχε μίαν μεγάλην ιδιοφυίαν και εξυπνάδα, ώστε μπορούσε μίαν των ημερών να αναδειχθή. Επίσης εδείκνυε, αν και παιδί ακόμη, μίαν μεγάλην τόλμην και ετοιμότητα.
Θυμούμαι ακόμη ένα περιστατικόν, το οποίον ολίγον έλειψε να του στοιχίση την ζωήν. Όταν μερικές φορές πηγαίναμε στο σπίτι τους και ο γέρος έλειπε, αμέσως ήρχετο ο μικρός Χασάν μας χαιρετούσε και μας έλεγε «τώρα θα πεινάσατε βέβαια, τι θέλετε να φάτε να το πω στην μαμά να σας ετοιμάση. Ο πατέρας δεν είναι εδώ, αλλά δεν πειράζει εγώ ξέρω την δουλειά και μη φοβάστε, έβαλα τα κορίτσια και φυλάνε». Και εις ερώτησίν μας, γιατί αυτός ως άνδρας που είναι δεν φυλάγει και βάζει τα κορίτσια, μας έλεγε: «τώρα εγώ είμαι μικρός και δεν έχω όπλον- όταν θα με δώσητε ένα πιστόλι, τότες εγώ θα σας φυλάγω». Ήτο η μανία του το πιστόλι και πολλές φορές μας το ’λεγε να του φέρωμε ένα.
Όταν σε κάποιο επεισόδιον βρήκαμε ένα πιστόλι, για μας άχρηστον ήτο, από εκείνα τα αυστριακά με σφαίρες μολύβδινες, το φέραμε δώρον στον Χασάν και ήτο απερίγραπτος η χαρά του με αυτό. Και όταν το καλοκαίρι θα πήγαιναν στο παρχάρι τους, ο Αλής πήγαινε εκείνην την χρονιά με κάτι αγάδες εκ Σουρμένων, τους μεγάλους και πολύ Σουϊτσμέζ ογλού, διότι η κόρη του ήτο, όπως γράψαμε και παραπάνω, φυγάς και αυτοί τους επροστάτευαν. Ο Χασάν τότε βρήκε την ευκαιρίαν, διά να επίδειξη το πιστόλι του και σαν άνδρας το κρέμασε στην μέσην του και ξεκίνησαν, ενώ θα ήτο τότες μόνον ένδεκα χρονών. Μόλις ανέβηκαν στο βουνό και αντάμωσαν με τους αγάδες, εκεί που πήγαιναν στον δρόμον, ο Χασάν επιδεικτικώς εφανέρωνε το πιστόλι του.
Άρχισαν τότε τα παιδιά των αγάδων να τον κοροϊδεύουν και να τον βρίζουν· ήσαν και μεγαλύτερά του και δεν μπορούσε να κάνη τίποτε, ενώ αυτά τον επείραζαν συνεχώς· δεν είχε άλλην διέξοδον ο Χασάν και έβγαλε το πιστόλι και με τις λέξεις «Ανανουζί σικέρουμ», επρότεινε το πιστόλι εναντίον ενός εξ αυτών πιέζων την σκανδάλην. Ευτυχώς δεν άναψε και το παιδί εσώθη, ενώ ο Χασάν ετοιμάζετο να κτυπήση διά δευτέραν φοράν, αλλά προλαβών ο Αλής το πήρε από τα χέρια του και σπάσας αυτό το πέταξε μακριά, ενώ ο Χασάν έκλαιγε από το κακό του και απειλούσε τον πατέρα του ότι θα τον καταγγείλη σ’ εμάς που έσπασε το πιστόλι. Ήτο καθόλα παιδί δαιμόνιο, αλλά δεν έζησε ο δυστυχής πατέρας του να το χαρή. Όσον καιρόν ήμαστε εκεί οι Τούρκοι εφοβούντο να τον πειράξουν, διότι ήξεραν ότι μεγάλη θα ήτο η εκδίκησις διά τον Αλήν, αλλά, μόλις φύγαμε, ύστερα από είκοσι ημέρας, όπως είχαμε μάθει από πατριώτας μας που ήλθαν κατόπιν, τον εσκότωσαν.
Είχαμε ξενυχτίσει λοιπόν την βραδιά εκείνη μαζί του και το πρωί άνοιξε την πόρτα ο δεσμοφύλαξ και τον έβγαλε έξω. Και την ημέραν ακριβώς που θα φεύγαμε διά το πλοίον, ο Αλής κατέβηκε πάλιν και πήγε στην φυλακήν, αλλά επληροφορήθη ότι μόλις φύγαμε. Έτρεξε στο κατόπιν μας, αλλά εμείς φύγαμε με αυτοκίνητον και αυτός έφθασε αργά, όταν εμείς διά της βάρκας ανεβαίναμε στο πλοίον.
Και μαθών το αίσιον της φυγής μας ο Αλής, είπε εις παρευρισκομένους πατριώτας μας «Δόξαν να ’χη ο Αλλάχ, ας γλίτωσαν αυτοί και εγώ ας πεθάνω». Και μας διεβίβασε τας ευχάς του διά το ταξίδι και διά την καλήν αντάμωσιν.
Δεν λησμονούνται κάτι τέτοιοι άνδρες που η μεγαλοψυχία τους είναι ανώτερη και των δυνάμεών των. Από τον Άγιον Γεώργιον του Πειραιώς, όπου πήγαμε αρχικώς, του γράψαμε το πρώτον και τελευταίον γράμμα, στο οποίον δεν πρόλαβε να απαντήση. Από τας καρδίας μας όμως δεν εξαλείφεται ποτέ η μνήμη και φυσιογνωμία του.
Ξεριζωμένοι Πόντιοι στο λιμάνι της Τραπεζούντας

26. Το πρωί το πλοίον μας έφθασε στον λιμένα της Αμισού, οπόθεν πήραμε και άλλους πρόσφυγας και σαράντα φυλακισμένους και φύγαμε διά Κων/πολιν, όπου εμείναμε δύο ημέρας διά κάποιαν βλάβην του πλοίου και προς επιδιόρθωσιν. Μόλις βγήκαμε από τα Δαρδανέλια και φθάσαμε σε ελληνικά ύδατα, ένα «Ζήτω» ηκούσθη από χιλιάδες στόματα και η θάλασσα εκοκκίνησε από τα φέσια, τα οποία πετούσαμε στην θάλασσαν ως τελευταίον στίγμα που φέρναμε από την Τουρκίαν.

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΝΤΑΡΤΩΝ ΤΗΣ ΣΑΝΤΑΣ (1916-1924)

  Κωνσταντίνος Κουρτίδης
 (Αδελφός του  Ευκλείδη Κουρτίδη)








Σημείωση Σύνταξης : Οφείλουμε να επισημάνουμε ορισμένες γλωσσικές ατέλειες,γιατί παρουσιάζει μια σύνταξη ιδιότυπη,    σύμφωνη με τη γλωσσική του κατάρτιση. Προσπαθήσαμε να μην κάνουμε επεμβάσεις στο αρχικό κείμενο , αφού πρόκειται για ένα είδος απομνημονευμάτων, τα οποία δεν μεταβάλλονται "επ' ουδενί λόγω"εντούτοις για την ομαλοποίηση του κειμένου , προβήκαμε στις απαραίτητες διορθώσεις, εκείνες που θεωρήσαμε αναγκαίες.



* Ο Ελβετός Σάτμαν (Σάσμαν κατά τον Ευριπίδη Φ. Χειμωνίδη, βλ. Ευριπίδη Φιλ. Χειμωνίδη, Η δόξα και το ολοκαύτωμα της επτάκωμης Σάντας, Ανατύπωση από την εφημερίδα «Ελληνικός Βορράς» 1961, σ. 190), με τον Λάμπρο Λαμπριανίδη, βουλευτή του ελληνικού κοινοβουλίου, ήταν μέλη της Επιτροπής Ανταλλαγής, ορισμένοι από τη Συνθήκη της Λωζάνης, Μιλτιάδη Νυμφοπούλου, ό.π. σ. 401.