Pages

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

ΤΟ ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗ ΣΑΝΤΑ

Μιλτιάδης Νυμφόπουλος
Σύμφωνα με τον Μιλτιάδη Νυμφόπουλο:
«Ο Ευκλείδης κατά τη ρωσική κατοχή είχε καταρτίσει αντάρτικη ομάδα από συγγενείς και φίλους, κατέβαινε στα κοντινά τουρκοχώρια όπου κακομεταχειριζόταν τους Τούρκους. Τα ίδια έκαναν και οι Τσιριπάντ’ στη Δίρχα, όπου τρομοκρατούσαν τους Τούρκους.
 Με το ίδιο αγέρωχο ύφος ο Ευκλείδης κατέβαινε και στα χωριά της Γεμουράς· σ’ ένα μάλιστα χωριό λογομάχησε μ’ ένα μολλά και τον καβαλίκεψε. 
Ο Ευκλείδης, συνεχίζει ο Νυμφόπουλος , μαζί με τον Γεώργιο Πηλείδη, κατατάχθηκαν στη ρωσική χωροφυλακή μαζί με τους Σανταίους αξιωματικούς Άγγελο Παρμαξούζ και Παντελή Παστιανίδη. 
 Κατά τον Ιούνη του 1917 Τούρκοι κτηνοτρόφοι πήγαιναν με τα κοπάδια τους στο Μετζίτ. Στου Τσαρταχλού μερικοί Αρμένιοι άρπαξαν 150 πρόβατα του Σεΐτ- αγά. Από τότε αυτός καθώς και ο Σουλεϊμάν Κάλφας, επειδή υποψιάστηκαν ότι ο Ευκλείδης άρπαξε τα πρόβατα, έγιναν οι πιο φανατικοί εχθροί του Ευκλείδη και των Σανταίων».
 Τον Αύγουστο του 1918 ο Σεΐτ - αγάς ήρθε στη Σαντά και ζήτησε από τον Ευκλείδη να του επιστρέφει τα πρόβατα ή 600 παγκανότες· του έδωσε προθεσμία μέχρι  την επιστροφή του από το Παϊπούρτ. Τι να κάμει ο Ευκλείδης, φώναξε τον αδελφό του τον Κώστα και μερικούς συγγενείς του και φίλους και έφυγε στο δάσος. Αργότερα ήρθαν και άλλοι και οι αντάρτες έγιναν 60 και στη συνέχεια 120. Τελευταία όμως περιορίστηκαν σε 13. 
Ο γέρο - Τσιρίπ'ς, Σανταίος, αλλά που παραχείμαζε στη Δίρχα, επειδή κατά τη ρωσική κατοχή κακοποίησε τους γειτόνους του Τούρκους, γι’ αυτό μόλις πλησίασαν οι Τούρκοι, αυτός με μερικούς άλλους, το όλο 12, κατέφυγαν στη Σαντά. Δεν ενώθηκε όμως με τον Ευκλείδη αλλά έδρασε μόνος του.
 Το αντάρτικο κίνημα ευνοήθηκε απ’ αυτή τη φύση του εδάφους (απέραντα και συνεχή πυκνά δάση και φαράγγια), από το κλίμα (το καλοκαίρι ομίχλη πυκνή τις περισσότερες μέρες και το χειμώνα άφθονο χιόνι), αλλά και από το χαρακτήρα του Σανταίου, που ανέκαθεν ήταν φιλελεύθερος και δυσυπότακτος. (σ.σ. που δεν ανέχεται χαλινάρια, που δεν υπακούει εύκολα )
ΣΑΝΤΑ: Πιστοφάντων και ψηλότερα  Τσακαλάντων .

Για τη δράση των ανταρτών, ο Μιλτιάδης Νυμφόπουλος γράφει: «Η Ιστορία της  Σαντάς δεν μπορεί να μην επαινέσει την μεγάλη αντίσταση των Κουρτιδαίων  και  Τσιραπάντων ενάντια στην τουρκική αυθαιρεσία και αγριότητα, αντίδραση που δόξασε  και  εξύψωσε τη Σαντά μα και δεν μπορεί να μην καυτηριάσει τις πολλές και σοβαρές παρεκτροπές, τις οποίες έκαμαν οι Κουρτιδαίοι κατά του πληθυσμού της Σαντάς προ του εκτοπισμού του και τις οποίες δεν μπορούν να ξεχάσουν  και να  συγχωρήσουν οι  περισσότεροι Σανταίοι.
 Οι Τσιριπάντ’ φέρθηκαν καλύτερα στις δύσκολες εκείνες περι­στάσεις, δεν έκαναν τις παρεκτροπές που έκαμαν οι Κουρτιδαίοι, ήσαν καλά οργανωμένοι, μα η ομάδα τους εφόσον ήταν ολιγάριθμη δεν μπορούσε να  επιδράσει στην εξέλιξη της Σαντάς. 
Αρχή του 1918, όταν έγινε η ανα­κατάληψη της Τραπεζούντας, οι Τούρκοι,  όπως  αποδείχτηκε στη μάχη Κοπαλάντων ήθελαν να ρημάξουν τη Σαντά, προπαντός  γιατί  η  αντίσταση των Σανταίων εμψύχωνε τον ελληνικό πληθυσμό της  περιφέρειας    Τραπεζούντας  .
Στις φοβερές εκείνες στιγμές η Σαντά είχε ανάγκη και του τελευταί­ου αντάρτη. . . Εδώ έχομε καθήκον να εξάρουμε το γεγονός ότι ο αρχηγός Ευκλείδης με το διοικητικό του τακτ μπόρεσε να συγκρατήσει την πειθαρ­χία μεταξύ των απειθαρχούντων και  ατίθασων ανταρτών της ομάδας του. Η πειθαρχία αυτή συνετέλεσε στο να ληστευτούν   και να σκοτωθούν κυρίως Τούρκοι που έβλαψαν τον αθώο πληθυσμό της Σαντάς. Αν έλειπε η πει­θαρχία, θα περνούσαν  από το  μαχαίρι των ανταρτών χιλιάδες Τούρκοι,  αδιακρίτως γένους και ηλικίας.
 Πολύ πιθανόν η έλλειψη πειθαρχίας να  οδηγούσε τους αντάρτες μας προς την διαίρεση με τις επιζήμιες συνέπειες της, όπως έγινε με τους 30 αντάρτες της Γαλλίανας, τους οποίους η απειθαρχία οδήγησε στον αλληλοσπαραγμό  και αλληλοεξόντωση». 
 Αλλά ποιες ήσαν οι πολλές και σοβαρές παρεκτροπές που δεν κατονομάζει  ο Νυμφόπουλος;
Οι αντάρτες όλων των εποχών ήσαν άνθρωποι, μ' όλες τις ανθρώπινες αδυναμίες  και τα ταπεινά πάθη και όταν μεν οι περιστάσεις είναι ομαλές (στην ειρήνη), οι άνθρωποι σπρώχνουν τα ελαττώματα τους στο υποσυνεί­δητο και δεν τα φανερώνουν, τα κρύβουν.  Όταν όμως οι περιστάσεις είναι ανώμαλες, όπως συμβαίνει στον πόλεμο, τότε τα  ελαττώματα βγαίνουν στην επιφάνεια,  εκδηλώνονται και μάλιστα θεριεύουν. Γι’ αυτό οι πράξεις των ανταρτών όλων των εποχών είναι ίδιες.
Για τους φιράρ (αντάρτες) του παλαιού καιρού ο Φ. Χειμωνίδης λέει ότι κατάντησαν να ληστεύουν και να σκοτώνουν και τους ίδιους τους Σανταίους, χρειάστηκε ένας  Μουρτεζές για να επαναφέρει στη Σαν­τά την ησυχία και τάξη.
Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος
Ο  μεγαλύτερος ιστορικός μας των νεότερων χρόνων Παπαρρηγόπουλος, γράφει τα εξής  αποκαρδιωτικά για τους Κλέφτες, τους οποίους τα  σχολικά μας βιβλία παριστάνουν  σαν ιδανικούς πατριώτες και για τους  οποίους μας δίδαξαν στο σχολείο τόσα τραγούδια  και μάλιστα:
Παιδιά σαν θέτε  λεβεντιά  και κλέφτες να γενήτε. . .
«Οι κλέφται, γράφει ο Παπαρρηγόπουλος,  ετέρποντο   να  καθυποβάλλουν  εις πληρωμήν λύτρων τους καλογήρους, προς τους οποίους ουδέποτε έδει­ξαν  συμπάθειαν, καθώς και προς τους παπάδες, οσάκις συνέπιπτε να  είναι  προεστώτες. Εφορολόγουν τα χωρία και αυτάς τας πόλεις. Δεν διήγον ό­μως άπαντα τον βίον των περί πολέμους και αρπαγάς και λαφυραγωγίας. Οι Κλέφτες εφόνευον όσους ηδύναντο μουσουλμάνους, μη φειδόμενοι  ενίοτε,  σπανιώτατα και αυτών των χριστιανών. Ελαφυραγώγουν τους πρώτους, εν ανάγκη δε και  τους δευτέρους. Ίσως εμάχοντο κατά των Τούρκων ελαυνόμενοι  μάλλον υπό  σφοδροτάτου  αυτοματισμού, παρά έχοντες υψηλότερον το αίσθημα τής πατρίδος».
Αυτά που λέει για τους Κλέφτες, προσθέτοντας και την τρομοκρατία, αυτά  έκαναν  και οι αντάρτες της Σαντάς. Πολύ λυπηρά βέβαια, αλλά η Ι­στορία είναι πιστή εικόνα των πράξεων των ανθρώπων με τις αρετές και τις κακίες, τις ευτυχίες και τις δυστυχίες και καθήκον έχει να επαινεί τα καλά και  να  κατακρίνει τα κακά.
Οι αντάρτες ήσαν η αιτία της εξορίας των Σανταίων ή όχι;
Γενική είναι η κατακραυγή εναντίον των ανταρτών, των τσετέδων(σ.σ. Σύμφωνα με τον Στάθη Αθανασιάδη -Γεροστάθη), όπως τους ονόμαζαν οι Τούρκοι και οι δικοί μας, γιατί εξαιτίας αυτών έγινε η ε­ξορία των  γυναικόπαιδων. Μερικοί όμως έχουν την γνώμη ότι  και αν ακόμα δεν υπήρχαν αντάρτες, πάλι οι Τούρκοι θα εξόριζαν τους Σανταίους.
 Η γνώμη αυτή δεν είναι σύμφωνη με τα πράγματα, γιατί στην περιφέρεια της Τραπεζούντας υπερίσχυε το φιλελεύθερο κόμμα "Ελευθερία και Συνεν­νόηση"  που  διέκειτο ευμενώς προς τις μειονότητες, και αντιπολιτευόταν το Νεοτουρκικό κομιτάτο, του οποίου μέλος δραστήριο σκότωσε το Σεβκέτ - πασά. Ισχυροί παράγοντες του φιλελεύθερου κόμματος ήσαν τα μέλη της  οικογένειας  των Σατιρ - ζατέ, που ανέκαθεν προστάτευαν τους χριστιανούς εναντίον του φανατισμού των Τούρκων.
Κατά την ελληνική επανάσταση του ’21, η τουρκική κυβέρνηση έστειλε έγγραφο στο βαλή Τραπεζούντας Σατιρζατέ Οσμάν - μπεη να ενεργήσει για τη σφαγή του ελληνικού πληθυσμού. Ο βαλής για να γλυτώσει τους Έλ­ληνες από τους Τούρκους, που μαθαίνοντας τις λεηλασίες και σφαγές στην Πόλη και αλλού ακόνιζαν τα μαχαίρια τους, φώναξε μυστικά τον μητρο­πολίτη Τραπεζούντας Παρθένιο και του ανακοίνωσε το έγγραφο της Υψηλής Πύλης, τον συμβούλευσε μάλιστα να παρουσιαστεί στη συνέλευση που θα γίνει για τη σφαγή και να ορκιστεί ότι οι ρωμιοί της Τραπεζούντας δεν έχουν σχέση με τους επανα­στάτες της Πελοποννήσου. 
Όταν λοιπόν έγινε η συνέλευση και ο βαλής ρώτησε τον δεσπότη, αυτός ορκίστηκε ότι οι ρωμιοί της Τραπεζούντας δεν έχουν καμμιά σχέση με τους επαναστάτες· διαφέρουν και στη γλώσσα και στο χαρακτήρα γι’ αυτό ενώ οι ρωμιοί της Ελλάδας πολλές φορές έγιναν όργανα των Ρώσων και πήραν τα όπλα εναντίον του Σουλτάνου, οι ρωμιοί της Τραπεζούντας ζουν και θα ζήσουν ειρηνικά με τους γειτόνους, γι’ αυτό και ζητούν την προστασία σας.
Τότε ο βαλής είπε: Αφού ορκίζεσθε ότι δεν έχετε σχέση με τους επανα­στάτες,  δεν μπορούμε να σας πάρουμε στο λαιμό μας. Πήγαινε και να συμ­βουλεύεις το λαό σου να ζει όπως ως τώρα  και να μη γίνει όργανο των ξένων.
Αλλά και κατά την Αρμένικη σφαγή του 1915 ο γόνος της οικογένειας  αυτής  Σατιρζατέ Σεβκέτ - μπέης συνταύτισε την τύχη του με τους γειτόνους του   Αρμενιους  της Σιάνας, περιέθαλψε και γλύτωσε 150, έχασε όμως ο ίδιος την γυναίκα του και το παιδί του.

Το ίδιο κόμμα δεν επέτρεψε στον κακούργο Τοπάλ Οσμάν να λεηλα­τήσει και σκοτώσει τους Έλληνες της Τραπεζούντας, όπως έκανε στην Κερασούντα και τα γύρω.
Για τον ίδιο λόγο στην περιφέρεια Τραπεζούντας δεν έγινε εξορία γυναικόπαιδων, αλλά μόνο των ανδρών, και αυτή μπορώ να πω με σχετική ηπιότητα.
Δεν αποκλείω τις μεγάλες ζημίες που θα πάθαινε η Σαντά αν δεν είχε τους αντάρτες, δεν αποκλείω και μερικούς φόνους, είμαι βέβαιος ότι αρκετοί από τους στρατευμένους θα πέθαιναν από τις στερήσεις και τις κακουχίες, αποκλείω όμως την εξορία των γυναικόπαιδων.
Ο Παν. Τοπαλίδης γενικά για τα ανταρτικά κινήματα γράφει στην Ιστορία του (Ο Πόντος ανά τους αιώνας): «Στερείται δε σοβαρότητος και δεν στηρίζεται εις την πραγματικότητα η ένστασις ότι αι καταστροφαι επήλθον και εκεί, όπου καμμία ανταρτική κίνησις εσημειώθη. Καμμία από τας επαρχίας του Πόντου δεν έχασε τα 4)5 του πληθυσμού της, όπως η Αμάσεια και τα 3)5  όπως η Σαντά.
Είναι πικρά η αλήθεια, αλλ’ ανάγκη να ομολογηθεί, δια να μη καλύψει την αστοχίαν  η πλάνη από την επιφανειακήν  όψιν των πραγμάτων και δια να μη δοθή ευκαιρία περγαμηνών, αντί αποδόσεως ευθυνών. Κανείς δεν δι­καιούται να νομίζει ότι δύναται να ρίψη όταν θέλη και  όπως θέλη τον κύβον του συνόλου και ν’ αναλάβη  ενέργειαν  εν αγνοία ή παρά την θέλησιν εκεί­νων τους οποίους θα βαρύνουν αι συνέπειαι αυτής».
 Ίσως το άστοχον της ενεργείας να μη βαρύνη εξ ολοκλήρου αυτά ταύ­τα τα ανταρτικά σώματα, των οποίων η ανδρεία και η αυτοθυσία έγιναν θρύλοι».