Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

Στη Μάχη του Σαγγάριου του γάλλου Benoist- Mechin ,βιογράφου του Μουσταφά Κεμάλ

Ας ρίξουμε μια γενικότερη ματιά στην μάχη, έτσι όπως την περιγράφει ο φιλότουρκος Γάλλος συγ­γραφέας και βιογράφος του Κεμάλ, Benoist Mechin:
«Οι  Έλληνες επιτέθηκαν την αυγή της 14 Αυγούστου 1921 και από τις πρώτες ώρες οι μάχες έφτασαν σ’ ένα βαθμό απίστευτης βιαιότητας. Τούρκοι και Έλληνες ήσαν εμψυχωμένοι άπ’ το ίδιο θάρρος και φανατισμένοι άπ’ το ίδιο προαιώνιο μίσος. Οι Τούρ­κοι πολεμούσαν για τις οικογένειές τους και για την Ελευθερία τους.
 Αλλά ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού στρατού το αποτελούσαν Έλληνες άποικοι χριστιανοί της Μικράς Ασίας, δηλαδή υπήκοοι της Τουρκίας καταδικασμένοι σε θάνατο για προδοσία. Κι’ αυτοί επίσης πολεμούσαν για τις οικογένειές τους και για την ανεξαρτησία τους. Ήξεραν ότι αν νικηθούν δεν θ’ άξιζε πια να ζουν την ζωή τους.
Ένα ελληνικό σύνταγμα αρνήθηκε να μπει στα χαρακώματα κι’ οι άνδρες του σηκώθηκαν όρθιοι για την επίθεση και όρμησαν με ανοιχτό το στήθος. Οι αξιωματικοί τους συνόδεψαν τραγουδών­τας. θερίστηκαν άπ’ τα τούρκικα μυδραλιοβόλα. Ένα τούρκικο τάγμα  έδειξε σημεία κάμψης. O στρατηγός που διοικούσε την ταξιαρχία όρμησε στον ανοιχτό χώρο, άρπαξε τον συνταγματάρχη απ’ τα πέτα, του τίναξε τα μυαλά με το πιστόλι, ξανάφερε το τάγμα στη γραμμή του και αποδεκατίστηκε με την σειρά του απ’ το Ελληνικό πυροβολικό. Μια μεραρχία τουρκική έχασε τα 75% της δύναμής της. Μια άλλη καταστράφηκε εντελώς. Επτά στρατηγοί χάθηκαν σε μάχες σώμα πηρός σώμα.
Επί δεκατέσσερις συνεχείς μέρες, κάτω από τροπικό ήλιο, στερημένοι από νερό και τρόφιμα, με το σιτηρέσιο τους περιορισμένο σε μια χούφτα καλαμπόκι, οι Έλληνες, επετίθεντο με μια τυφλή μανία και οι Τούρκοι αντιστέκονταν με μια απεγνωσμένη αποφασιστικότητα.
Ο Μουσταφά Κεμάλ είχε εγκαταστήσει το στρατηγείο του στο μικρό χωριό  Αλά-Γκιόζ, λίγο παρακάτω άπ’ τις τουρκικές γραμ­μές. Τον έβλεπε κανείς μέρα και νύχτα σκυμμένο πάνω στους χάρτες, να μελετά την κάθε λεπτομέρεια του εδάφους, να πληροφορείται για την κατάσταση του κάθε λόχου και να βαραίνει με όλη την θέλησή του πάνω στην εξέλιξη της μάχης.
Η κατάσταση ήταν κρίσιμη.  Αν τύχαινε να νικηθεί στον Σαγγάριο  θα έπρεπε ν’ αποσυρθεί και ν’ αναδιπλωθεί πολύ προς τ’ ανα­τολικά, στην ορεινή περιοχή των ανατολικών επαρχιών και να εγκαταλείψει την Άγκυρα. Αυτό θα ήταν το τέλος της  ελεύθερης Τουρκίας.
Από τις 22 Αυγούστου οι Έλληνες προσπάθησαν να υπερφαλαγγίσουν την δεξιά πλευρά του. Θα έπρεπε να αντεπιτεθεί  ή να διατάξει μια  νέα υποχώρηση. Ίσως θ’ αναπολούσε την στιγμή εκείνη την εποχή της Καλλίπολης, όταν μπορούσε μέσα σε λίγες ώρες να ρίξει στην μάχη δέκα χιλιάδες άνδρες. Εδώ δεν είχε να θυσιάσει ούτε’ ένα στρατιώτη. Οι εφεδρείες του ήσαν μηδαμινές.
Προσθήκη λεζάντας
...Στις 28 Αυγούστου, ύστερα από 14 ημερών μάχες, ο αγώνας έμενε αμφίβολος. Αλλά ο Μουσταφά Κεμάλ ένοιωσε ότι το τελευ­ταίο τέταρτο της ώρας είχε φτάσει. Η δύναμη της  ανθρώπινης  αντίστασης είχε αγγίσει τα έσχατα όρια της. Η ένταση ήταν πολύ μεγάλη, θα έπρεπε από τη μια ή την άλλη μεριά να σπάσει. Η τουρκική άμυνα κρεμόταν από μια κλωστή. Σε κάθε στιγμή μπο­ρούσε να χτυπήσει το τηλέφωνο και να του αναγγείλει  ότι οι Έλληνες διέσπασαν τις γραμμές του. Τότε θα ήταν πολύ αργά.
 Ολό­κληρη τη μέρα πηγαινοερχόταν στο γραφείο του, χωρίς να παίρνει μια απόφαση. Το μέτωπο κρατούσε ακόμα. Ήρθε  η νύχτα. Κατά τις δύο ή ώρα το πρωί κουδούνισε το τηλέφωνο. Ένας αξιωματι­κός μπήκε, χτύπησε τις φτέρνες, χαιρέτησε και είπε στον Αρχι­στράτηγο:
—Εξοχότατε, ο Φεβζί πασάς θέλει να σας μιλήσει προσωπικώς στο ακουστικό.
Ο Μουσταφά Κεμάλ πήγε στο τηλέφωνο:
— Τι είπατε; ρώτησε με την φωνή του αλλοιωμένη. Λέτε ότι η μέρα ήταν ευνοϊκή για μας; Λέτε ότι οι Έλληνες έφτασαν στα έσχατα όρια της  αντοχής τους; Ότι ετοιμάζονται να υποχωρήσουν σε όλη την γραμμή;
...Επί πέντε μέρες  ακόμη οι Έλληνες ήσαν αγκιστρωμένοι στο έδαφος τους. Αλλά η ορμή τους είχε καμφθεί, ενώ ξαναγεννιόταν η ελπίδα σιγά - σιγά στους Τούρκους. Ο Μουσταφά Κεμάλ άφησε το  Αλά-Γκιόζ για να πάει στην πρώτη γραμμή... Στις 13  Σεπτεμβρίου   οι Έλληνες ξαναπέρασαν τον Σαγγάριο και άρχισαν να υποχωρούν αργά προς τα δυτικά».

Σ’  όλο αυτό το διάστημα, προσθέτει ο Γάλλος ιστορικός, «η Άγκυρα ζούσε μέρες αγωνίας καθώς άκουγε τον μακρινό αντίλαλο της βροντής των κανονιών. Κάθε πρωί ο πληθυσμός ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει την πόλη για να ζήτηση καταφύγιο στα ανατολικά βουνά...».