Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΙΦΝΑΙΟΥ

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΙΦΝΑΙΟΥ ΚΑΤΑΓΟΤΑΝ ΑΠΟ ΤΗ ΜΥΤΙΛΗΝΗ. Ο Θεόδωρος Σιφναίος πήγε στο Ταϊγάνιο μετά το 1850, ιδρύοντας εμπορικό οίκο με τον αδελφό του Ζάννο Σιφναίο, την περίφημη εταιρεία «Αδελφοί Σιφναίου». Η κεντρική εταιρεία διέθετε υποκαταστήματα στην Κωνσταντινούπολη και τη Μυτιλήνη. Αλλά οι συναλλαγές επεκτείνονταν και παραπέρα στην Κρήτη, τη Γένοβα, τη Μασσαλία. Κύρια ενασχόληση όπως είναι προφανές ήταν η εξαγωγή σταριού και οι εισαγωγές προϊόντων. Προνομιακός χώρος για τις εισαγωγές η Μυτιλήνη, παραγωγική σε λάδι και εσπεριδοειδή, αλλά και ο ευρύτερος ελλαδικός χώρος με βάση την κορινθιακή σταφίδα.
Αδελφοί Σιφναίου. Από αριστερά: Απόστολος , Δημήτριος (Μήκιας), Αριστείδης (Βάσιας), Βασίλειος.

Μετά το θάνατο του Θεόδωρου συνέχισε ο γιος του Ιωάννης (Βάνιας), που το 1898 αποσύρθηκε από την οικογενειακή εταιρεία και μετέφερε τις επιχειρήσεις του στο Ροστόφ. Όταν ο Ζάννος αποτραβήχτηκε στην πατρίδα το 1878, τον διαδέχτηκαν τα παιδιά του, Βασίλειος (Βάσιας), Απόστολος, Δημήτριος (Μήκιας) και αργότερα ο μικρότερος Αριστείδης. Αξίζει να προσθέσουμε ότι ο Ζάννος, όσο ζούσε, δεν παρέδωσε ποτέ τον έλεγχο της εταιρείας. Ευρισκόμενος στη Μυτιλήνη διηύθυνε κατ’ ουσίαν την επιχείρηση συμμετέχοντας κατά το μεγαλύτερο ποσοστό στα κέρδη. Η αρχική εταιρεία των Σιφναίων είχε, τελικά, διασπαστεί στα δύο. Η πρώτη με τον Βάνια, γιο του Θεόδωρου, η δεύτερη των αδελφών Σιφναίου, η «Freres Sifneo», γιων του Ζάννου. Και οι δύο εταιρείες συνέχισαν τη δραστηριότητά τους στο Ταϊγάνιο και το Ροστόφ, μέχρι την κατάληψη της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους, οπότε και εξαναγκάστηκαν να μεταφερθούν στην Αθήνα.
Τελειώνοντας τις αναφορές στις επιχειρήσεις των Σιφναίων πρέπει να επισημάνουμε, ότι οι Μυτιληναίοι ομογενείς, ήταν πρωτοπόροι ανάμεσα στους Έλληνες επιχειρηματίες στις επενδύσεις στον τομέα της ναυτιλίας. Έγκαιρα διαπίστωσαν ότι το μέλλον της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας ανήκε στην τεχνολογία του ατμού, για τούτο και προχώρησαν σε αγορές ατμοπλοίων στην τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα. Το ατμόπλοιο «Θεόδωρος Σιφναίος» ιδιοκτησίας το Βάνια Σιφναίου και τα ατμόπλοια «Ζάννος Σιφναίος» και «Αδελφοί Σιφναίου» που κατείχαν οι αδελφοί Σιφναίου, ταξίδευαν με φορτία των επιχειρήσεων των Σιφναίων στον Εύξεινο, τη Μεσόγειο, αλλά και στον Ατλαντικό καλύπτοντας όλες, σχεδόν, τις εμπορικές θάλασσες του κόσμου.
Προκειμένου να εξυπηρετούν τις δικές τους επιχειρηματικές δραστηριότητες, αλλά και να μεγιστοποιούν τα κέρδη τους στο εμπόριο των σιτηρών, οι Σιφναίοι διέθεταν επίσης φορτηγίδες (μπάρζες), σκάφη κατάλληλα να πλέουν στα αβαθή νερά της Αζοφικής, χρήσιμα στις σιτομεταφορές στον ποταμό Δον και στη φόρτωση των πλοίων, που όπως αναφέραμε αγκυροβολούσαν στα ανοιχτά των λιμανιών του Αζόφ. Θα πρέπει τα κέρδη από αυτές τις κοντινές μεταφορές να ήταν πολύ υψηλά, αν κρίνει κανείς από το γεγονός ότι οι φορτηγίδες ήταν απαραίτητες στη διαδικασία των μεταφορών και της φόρτωσης των σιτηρών. Μάλιστα, πολλές φορές οι πλοιοκτήτες αυτών των μικρών σκαφών κατηγορούνταν για αισχροκέρδεια εις βάρος των εμπόρων και των εφοπλιστών.
Στο Ταϊγάνιο και το Ροστόφ και οι δύο κλάδοι της οικογένειας Σιφναίου απολάμβαναν υπόληψη και σεβασμό, αφού ανήκαν στην ανώτερη τάξη των αστών εμπόρων. Οι γιοι του Ζάννου Σιφναίου Βάσιας και Μήκιας διέθεταν ιδιόκτητα σπίτια και εξοχικά στα περίχωρα του Ταϊγανίου. Είναι από τους πρώτους που οδήγησαν αυτοκίνητο στους δρόμους της πόλης. Στα σπίτια τους οι οικογένειες βιώνουν με τις ανέσεις της αστικής τάξης της Ρωσίας. Χοροί και συνεστιάσεις επαναλαμβάνονται συχνά-πυκνά με προσκαλεσμένους τους ομογενείς μεγαλέμπορους και αλλοεθνείς της ανώτερης τάξης. Οι ήχοι της μουσικής από το πιάνο και τον φωνόγραφο διάνθιζαν ευχάριστα τις κοινωνικές εκδηλώσεις και έβαζαν λίγο ευρωπαϊκό αέρα στο νοτιορωσικό περιβάλλον των σπιτιών. Συχνά, τα μέλη της οικογένειας πραγματοποιούν ταξίδια στο εξωτερικό και στη Μόσχα για διασκέδαση και αλλαγή παραστάσεων από τη ρουτίνα της μικρής πόλης.
Άλλωστε, τι θα μπορούσε να προσφέρει το Ταϊγάνιο των 40.000 περίπου κατοίκων στις αστικές οικογένειες των Ελλήνων ομογενών; Πέρα από την καθημερινή εργασία στο εμπορικό κατάστημα, πέρα από την ενασχόληση με τις επιχειρήσεις η ζωή κυλούσε αργά και μάλλον μονότονα. Περισσότερο για τις γυναίκες που αντικειμενικά έμεναν στο σπίτι ατέλειωτες ώρες με μόνη φροντίδα το μεγάλωμα των παιδιών. Στη σύζυγο ανήκε η επιμέλεια της εκπαίδευσης των παιδιών. Γαλλίδες δασκάλες για την εκμάθηση των γαλλικών, καθηγητές της ρωσικής, ακόμη και δάσκαλοι του χορού ήταν απαραίτητοι για τη συμπλήρωση ενός ανώτερου επίπεδου μόρφωσης, που μπορούσαν να απολαμβάνουν οι γόνοι των ομογενών. 
Βαθμιαία υποχωρούσε η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας μπροστά στην αδήριτη ανάγκη της ομαλής εξοικείωσης με το περιβάλλον. Η παιδεία των αγοριών ολοκληρωνόταν αργότερα με σπουδές στο εξωτερικό. Η φοίτηση στην Ecole Commerciale της  Μασσαλίας ή στα μεγάλα πανεπιστήμια του εξωτερικού ήταν προσιτή και την υπαγόρευε η κοινωνική θέση των Σιφναίων. Το υπαγόρευε επιπλέον η συνέχιση των επιχειρήσεων της οικογένειας μέσα στις συνθήκες που διαμόρφωναν οι σύγχρονες τεχνικές του εμπορίου και ο εφοπλισμός.
Αριστείδης Σιφναίος
Οι επιγαμίες ανάμεσα στα μέλη των οικογενειών δεν ήταν αποκλειστικό γνώρισμα των Σιφναίων. Όπως είδαμε και σε άλλες περιπτώσεις η εφαρμογή αυτής της τακτικής ήταν συχνό φαινόμενο και περιλάμβανε τις περισσότερες οικογένειες των αστών ομογενών στις παροικίες της Ανατολής και της Δύσης. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλιζόταν ο άρρηκτος έλεγχος στις εμπορικές επιχειρήσεις και βεβαίως ο ηγεμονικός χαρακτήρας της οικογένειας μέσα στο χρόνο. Έτσι οι γάμοι ανάμεσα σε ξαδέλφια και ανίψια των Σιφναίων δεν ήταν πέρα και έξω από την κυρίαρχη λογική που επικρατούσε στις οικογένειες των Ελλήνων αστών της διασποράς.
Η σχέση της οικογένειας με την Ελλάδα είναι πανομοιότυπη με τις δεκάδες των οικογενειών των αστών ομογενών . Γίνεται ολοένα πιο χαλαρή, όσο η μία γενιά διαδέχεται την άλλη. Και είναι φυσικό υπό μία έννοια. Η απομάκρυνση από τη γενέτειρα δεν μπορεί να υποκατασταθεί με τις επισκέψεις στη διάρκεια των διακοπών του καλοκαιριού, οι οποίες άλλωστε με την πάροδο του χρόνου γίνονταν πιο αραιές. Από την άλλη πλευρά η ταύτιση με τα συμφέροντα των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων της Ρωσίας είναι δεδομένη, αλλά δεν ευνοεί μακροχρονίως τη διατήρηση «εις άκρον» της στενής σχέσης με την πατρίδα. 
Αυτές οι συνθήκες υποχρέωσαν τον Βάσια Σιφναίο να γίνει Ρώσος υπήκοος το 1902. 0 ίδιος έγραψε σε επιστολή του: «Δεν το επιθυμώ διότι η ρωσσική υπηκοότης βαρύνει πολύ. Έπρεπε όμως για να εξασφαλισθούν τα συμφέροντά μας». Ορισμένα παιδιά των Σιφναίων ήρθαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα μόνο μετά την αναγκαστική αποχώρηση του 1918 με την επικράτηση της Επανάστασης στη Νότια Ρωσία.
Οι Σιφναίοι πρωταγωνίστησαν ανάμεσα στον παροικιακό ελληνισμό της Νότιας Ρωσίας. Ο Βάσιας, μεγαλύτερος γιος του Ζάννου, έγινε πρόεδρος της κοινότητας των ομογενών και προήδρευσε στο περίφημο Συνέδριο των παροικιακών κοινοτήτων της Νότιας Ρωσίας στο Τάίγάνιο το 19147. Και μόνο αυτό το γεγονός επιβεβαιώνει την πρωτοκαθεδρία της οικογένειας Σιφναίου στον ευρύτερο ελληνισμό της περιοχής.
 Όταν εγκαταστάθηκε στην Αθήνα ο Βάσιας ασχολήθηκε ενεργά με το «Σωματείον των εκ Ρωσίας Ελλήνων». Η πικρία για το άδοξο τέλος μιας ακμαίας οικονομικής πορείας που κράτησε περίπου 70 χρόνια, αλλά και η αγωνία για την τύχη του ομογενειακού ελληνισμού της Νότιας Ρωσίας κυριάρχησαν στα αισθήματα του Βάσια Σιφναίου.

Βασίλης Καρδασης



Οι φωτογραφίες είναι από την συλλογή της Ρούρας Σιφναίου